Βικιθήκη
elwikisource
https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1
MediaWiki 1.47.0-wmf.6
first-letter
Μέσο
Ειδικό
Συζήτηση
Χρήστης
Συζήτηση χρήστη
Βικιθήκη
Συζήτηση Βικιθήκη
Αρχείο
Συζήτηση αρχείου
MediaWiki
Συζήτηση MediaWiki
Πρότυπο
Συζήτηση προτύπου
Βοήθεια
Συζήτηση βοήθειας
Κατηγορία
Συζήτηση κατηγορίας
Σελίδα
Συζήτηση σελίδας
Μεταγραφή
Συζήτηση μεταγραφής
Συγγραφέας
Συζήτηση συγγραφέα
Πύλη
Συζήτηση πύλης
TimedText
TimedText talk
Module
Module talk
Event
Event talk
Αισώπου Μύθοι/Όνος βαστάζων άγαλμα
0
5384
166610
142043
2026-06-12T19:01:55Z
~2026-34613-34
22608
/* Στα νέα Ελληνικά */
166610
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
|τίτλος = [[Αισώπου Μύθοι|Αἰσώπου Μῦθοι]]
|συγγραφέας =
|ενότητα = Ὄνος βαστάζων ἄγαλμα
}}
<pages index="Ésope - Fables - Émile Chambry.djvu" include=287 onlysection=266/>
===Στα νέα Ελληνικά===
Κάποιος για να κουβαλήσει ένα ξύλινο άγαλμα θεού το φόρτωσε σε ένα γαϊδούρι. Καθώς πηγαίνανε, όσοι τους συναντούσανε στο δρόμο, προσκυνούσαν. Το γαϊδούρι νόμιζε οτι προσκυνάνε το ίδιο: "γιά δες, όλοι όσοι με συναντούν, με προσκυνούν!". Έτσι, τόσο χάρηκε, που άρχισε να χοροπηδά και θα έριχνε κάτω το άγαλμα. Τότε το αφεντικό του του έδωσε ένα ξύλο για να τον επαναφέρει στην τάξη και του είπε: επειδή κουβαλάς το άγαλμα ενός θεού, μή θαρρέψεις ότι είσαι κ με τους θεούς ομότιμος!
0sx7e3d68k9w7bfbgx8ceykmagh8zwf
166611
166610
2026-06-12T19:02:51Z
~2026-34613-34
22608
/* Στα νέα Ελληνικά */
166611
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
|τίτλος = [[Αισώπου Μύθοι|Αἰσώπου Μῦθοι]]
|συγγραφέας =
|ενότητα = Ὄνος βαστάζων ἄγαλμα
}}
<pages index="Ésope - Fables - Émile Chambry.djvu" include=287 onlysection=266/>
===Στα νέα Ελληνικά===
Κάποιος για να κουβαλήσει ένα ξύλινο άγαλμα θεού το φόρτωσε σε ένα γαϊδούρι. Καθώς πηγαίνανε, όσοι τους συναντούσανε στο δρόμο, προσκυνούσαν. Το γαϊδούρι νόμιζε οτι προσκυνάνε το ίδιο: "γιά δες, όλοι όσοι με συναντούν, με προσκυνούν!". Έτσι, τόσο χάρηκε, που άρχισε να χοροπηδά και θα έριχνε κάτω το άγαλμα. Τότε το αφεντικό του του έδωσε ένα ξύλο για να τον επαναφέρει στην τάξη και του είπε: επειδή κουβαλάς το άγαλμα ενός θεού, μή θαρρέψεις ότι είσαι και με τους θεούς ομότιμος!
3t85e91der1urdlyqc5d1ej429t21e2
Η γέννησις της κόρης
0
52656
166605
2026-06-12T14:14:25Z
Grecoeditor
19180
Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος =Η γέννησις της κόρης | συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]] | επόμενο =[[Ο καθρέφτης τ’ αϊ-Γιαννιού]] | προηγούμενο=[[Ο Βούλγαρος]] | σημειώσεις =Δημοσιευμένο στην Εστία, στις 21 Αυγούστου 1883...
166605
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος =Η γέννησις της κόρης
| συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο =[[Ο καθρέφτης τ’ αϊ-Γιαννιού]]
| προηγούμενο=[[Ο Βούλγαρος]]
| σημειώσεις =Δημοσιευμένο στην Εστία, στις 21 Αυγούστου 1883.}}
Α΄
:Επέρασαν στη χώρα τα μεσάνυχτα,
:μα ούτ’ εφάνη ακόμα γαλανή αυγή,
:ο ουρανός με χίλια μάτια ολάνοιχτα,
:με όνειρα χιλιάδες κοιμισμέν’ η γη.
:Μονάχα ένα σπίτι μες στα σκοτεινά
:φως χύνει εδώ κι εκείθε γλυκοθώρατο,
:γιατί μια μάνα κρύβει που κοιλοπονά,
:τον άγγελο της γέννας κρύβει αόρατο.
:Ο άντρας, καρφωτός στο προσκεφάλι της,
:λεβέντης, σπίθες μάτια, βροντερή φωνή,
:τώρα κρατεί σα μάνα το κεφάλι της,
:και τρέμει κι είν’ εμπρός της ήμερο αρνί.
:Της γέννας ο αγώνας κι οι παραδαρμοί
:τον σβήνουνε, του δίνουν όψη άρρωστου,
:μπροστά του βλέπει μόνο τρυφερό κορμί
:οπού αυτός ο ίδιος είν’ ο Χάρος του…
:Μα σε λιγάκι φεύγει ο νους του στα ’ργανα,
:στο γλέντι, στο τραγούδι που θα σκορπισθεί
:μέσα στο σπίτι, όταν μες στα σπάργανα
:του φέρουν έν’ αγόρι να γλυκασπασθεί.
:Το σπίτι τί βαφτίσια χαρωπά θα ιδεί,
:και τί φιλιά και χάιδια η λεχώνα του!
:Σε φιλντισένια κούνια θα το τραγουδεί,
:θα το κρατεί χορεύοντας στο γόνα του.
:Θ’ ανάψει μια λαμπάδα ώς το μπόι του,
:θα τρέξει να χρυσώσει όλο το Χριστό
:για το πρωτάκριβό του που το σόι του
:ποιός ξέρει μην το κάμει μια φορά ακουστό.
:Ψιλή φωνή σκορπιέται μες στη σκοτεινιά…
:Τελείωσε το πιο βαθύ μυστήριο·
:τί κόσμος! να σκοτώνεις με χαρά, φονιά,
:και να γεννάς, μητέρα, με μαρτύριο!
:Αλλά πού είν’ οι φωνές και τα τρεχάματα,
:και της χαράς, του γέλιου, πού είν’ η αστραπή;
:Τη λευτεριά της μάνας βρέχουν κλάματα,
:κι ο άνδρας γέρνει δίχως τίποτε να πει.
:Μονάχ’ απ’ το καντήλι φως ασθενικό
:ένα φιλάκι στέλνει στο νιογέννητο…
:Του κάκου· αναστενάζουν, είναι θηλυκό;
:Κι ας είν’ αφράτο, ωραίο, ηλιογέννητο.
:Το θλιβερό το δέξιμο σα να ’νιωσε,
:αρχίζει το μωρό ένα παράπονο,
:και λέει με τις κλάψες πως μετάνιωσε
:που ήρθε σ’ έναν κόσμο τόσον άπονο.
Β΄
:Δεν είσαι του σπιτιού μας το καμάρωμα,
:η μέλισσα δεν είσαι η εργατική;
:Και τίνος λουλουδιού δεν κλεις το άρωμα,
:και τίνος κελαδήματος τη μουσική;
:Γιατί τ’ αστέρια της χαράς μας σβήνονται,
:όταν γεννιέσαι, κόρη, σαν αυγής δροσιά,
:και τα χαμόγελά σου πρωτοχύνονται,
:σα νεκροκέρια, γύρω σε απελπισιά;
:Γιατί; — Γιατί στης κόρης πάντα το πλευρό
:βάσκανα μάτια παραστέκουν μύρια·
:σα δράκοι του παραμυθιού το θησαυρό,
:την τριγυρνούν κατήφοροι, μαρτύρια.
:Γιατί τ’ αγόρια σαν τους βράχους στέκουνε
:στ’ αγριεμένο κύμα της κακομοιριάς,
:μα τρισαλιά στην κόρη, όταν τη μπλέκουνε,
:σαν τη βαρκούλα, κύμα και τρελοβοριάς.
:Γιατί, σαν απομείνει έρμη κι ορφανή,
:και ποιός θα τη φυλάξει απ’ τα πλανέματα;
:Γιατί το κοριτσάκι τί θε να γενεί
:του ψεύτη όταν πιστέψει τα παινέματα;
:Δε χάνετ’ ο λεβέντης μες στις συμφορές,
:λίγο ψωμί αν θέλει, κάπου θα βρεθεί·
:αλλά η κόρ’ η άμοιρη πόσες φορές
:για νά βρει το ψωμάκι πρέπει να χαθεί…
:Στην ώρα του το λούλουδο αν δεν κοφτεί,
:ύστερ’ από κανένα δε ματιάζεται·
:κι η κόρη στον ανθό της σα δεν παντρευτεί,
:μαραζωμένη, ανώφελη γωνιάζεται…
:Ε! μια φορά εζούσαμε καλύτερα,
:με του Θεού τη χάρη τρέχαμεν εμπρός,
:άνοιγ’ η μοίρα σε μιαν ώρ’ αρχύτερα,
:ρωτούσε την καρδιά του κι έπερν’ ο γαμπρός.
:Μα τώρα σα χαμένος στέκει στα καρφιά
:και πέφτει και πουλιέται για τα χρήματα,
:γελά τη φρονιμάδα και την εμορφιά
:μπροστά στα προικισμένα νεροπλύματα.
:Κι οϊμένα! στην πατρίδα τη φτωχούλα μας
:δε δίνουμε χρυσάφι για προικιό εμείς.
:Δεν έχουμ’ άλλο πλούτο και τρεμούλα μας
:από τη διαμαντένια πέτρα της τιμής.
:Γι’ αυτό μάς πιάνει λύπη, δάκρυα, βουβαμός,
:αν είναι κόρη του Θεού το χάρισμα.
:Δεν είν’ τυφλό συνήθειο, άγριος καημός,
:είναι καρδιάς προφητικό σπαρτάρισμα!
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
4y3ppujjlw7lfg8tnk5tl7gu7ud1w7y
166609
166605
2026-06-12T18:02:26Z
Αντιγόνη
235
166609
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
| τίτλος =Η γέννησις της κόρης
| συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο =[[Ο καθρέφτης τ’ αϊ-Γιαννιού]]
| προηγούμενο=[[Ο Βούλγαρος]]
| σημειώσεις =Δημοσιευμένο στην Εστία, στις 21 Αυγούστου 1883.}}
{{block center|
{{κέντρο|Α΄}}
<poem>
Επέρασαν στη χώρα τα μεσάνυχτα,
μα ούτ’ εφάνη ακόμα γαλανή αυγή,
ο ουρανός με χίλια μάτια ολάνοιχτα,
με όνειρα χιλιάδες κοιμισμέν’ η γη.
Μονάχα ένα σπίτι μες στα σκοτεινά
φως χύνει εδώ κι εκείθε γλυκοθώρατο,
γιατί μια μάνα κρύβει που κοιλοπονά,
τον άγγελο της γέννας κρύβει αόρατο.
Ο άντρας, καρφωτός στο προσκεφάλι της,
λεβέντης, σπίθες μάτια, βροντερή φωνή,
τώρα κρατεί σα μάνα το κεφάλι της,
και τρέμει κι είν’ εμπρός της ήμερο αρνί.
Της γέννας ο αγώνας κι οι παραδαρμοί
τον σβήνουνε, του δίνουν όψη άρρωστου,
μπροστά του βλέπει μόνο τρυφερό κορμί
οπού αυτός ο ίδιος είν’ ο Χάρος του…
Μα σε λιγάκι φεύγει ο νους του στα ’ργανα,
στο γλέντι, στο τραγούδι που θα σκορπισθεί
μέσα στο σπίτι, όταν μες στα σπάργανα
του φέρουν έν’ αγόρι να γλυκασπασθεί.
Το σπίτι τί βαφτίσια χαρωπά θα ιδεί,
και τί φιλιά και χάιδια η λεχώνα του!
Σε φιλντισένια κούνια θα το τραγουδεί,
θα το κρατεί χορεύοντας στο γόνα του.
Θ’ ανάψει μια λαμπάδα ώς το μπόι του,
θα τρέξει να χρυσώσει όλο το Χριστό
για το πρωτάκριβό του που το σόι του
ποιός ξέρει μην το κάμει μια φορά ακουστό.
Ψιλή φωνή σκορπιέται μες στη σκοτεινιά…
Τελείωσε το πιο βαθύ μυστήριο·
τί κόσμος! να σκοτώνεις με χαρά, φονιά,
και να γεννάς, μητέρα, με μαρτύριο!
Αλλά πού είν’ οι φωνές και τα τρεχάματα,
και της χαράς, του γέλιου, πού είν’ η αστραπή;
Τη λευτεριά της μάνας βρέχουν κλάματα,
κι ο άνδρας γέρνει δίχως τίποτε να πει.
Μονάχ’ απ’ το καντήλι φως ασθενικό
ένα φιλάκι στέλνει στο νιογέννητο…
Του κάκου· αναστενάζουν, είναι θηλυκό;
Κι ας είν’ αφράτο, ωραίο, ηλιογέννητο.
Το θλιβερό το δέξιμο σα να ’νιωσε,
αρχίζει το μωρό ένα παράπονο,
και λέει με τις κλάψες πως μετάνιωσε
που ήρθε σ’ έναν κόσμο τόσον άπονο.
</poem>
{{κέντρο|Β΄}}
<poem>
Δεν είσαι του σπιτιού μας το καμάρωμα,
η μέλισσα δεν είσαι η εργατική;
Και τίνος λουλουδιού δεν κλεις το άρωμα,
και τίνος κελαδήματος τη μουσική;
Γιατί τ’ αστέρια της χαράς μας σβήνονται,
όταν γεννιέσαι, κόρη, σαν αυγής δροσιά,
και τα χαμόγελά σου πρωτοχύνονται,
σα νεκροκέρια, γύρω σε απελπισιά;
Γιατί; — Γιατί στης κόρης πάντα το πλευρό
βάσκανα μάτια παραστέκουν μύρια·
σα δράκοι του παραμυθιού το θησαυρό,
την τριγυρνούν κατήφοροι, μαρτύρια.
Γιατί τ’ αγόρια σαν τους βράχους στέκουνε
στ’ αγριεμένο κύμα της κακομοιριάς,
μα τρισαλιά στην κόρη, όταν τη μπλέκουνε,
σαν τη βαρκούλα, κύμα και τρελοβοριάς.
Γιατί, σαν απομείνει έρμη κι ορφανή,
και ποιός θα τη φυλάξει απ’ τα πλανέματα;
Γιατί το κοριτσάκι τί θε να γενεί
του ψεύτη όταν πιστέψει τα παινέματα;
Δε χάνετ’ ο λεβέντης μες στις συμφορές,
λίγο ψωμί αν θέλει, κάπου θα βρεθεί·
αλλά η κόρ’ η άμοιρη πόσες φορές
για νά βρει το ψωμάκι πρέπει να χαθεί…
Στην ώρα του το λούλουδο αν δεν κοφτεί,
ύστερ’ από κανένα δε ματιάζεται·
κι η κόρη στον ανθό της σα δεν παντρευτεί,
μαραζωμένη, ανώφελη γωνιάζεται…
Ε! μια φορά εζούσαμε καλύτερα,
με του Θεού τη χάρη τρέχαμεν εμπρός,
άνοιγ’ η μοίρα σε μιαν ώρ’ αρχύτερα,
ρωτούσε την καρδιά του κι έπερν’ ο γαμπρός.
Μα τώρα σα χαμένος στέκει στα καρφιά
και πέφτει και πουλιέται για τα χρήματα,
γελά τη φρονιμάδα και την εμορφιά
μπροστά στα προικισμένα νεροπλύματα.
Κι οϊμένα! στην πατρίδα τη φτωχούλα μας
δε δίνουμε χρυσάφι για προικιό εμείς.
Δεν έχουμ’ άλλο πλούτο και τρεμούλα μας
από τη διαμαντένια πέτρα της τιμής.
Γι’ αυτό μάς πιάνει λύπη, δάκρυα, βουβαμός,
αν είναι κόρη του Θεού το χάρισμα.
Δεν είν’ τυφλό συνήθειο, άγριος καημός,
είναι καρδιάς προφητικό σπαρτάρισμα!
</poem>}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
t3t89zcchmnkr4tywfv6mbzv5hum5mo
Ο καθρέφτης τ’ αϊ-Γιαννιού
0
52657
166606
2026-06-12T14:48:06Z
Grecoeditor
19180
Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα| | τίτλος =Ο καθρέφτης τ’ αϊ-Γιαννιού | συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς | μεταφραστής= | ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]] | επόμενο =[[Μήνες]] | προηγούμενο=[[Η γέννησις της κόρης]] | σημειώσεις =Δημοσιευμένο στην Εστία, στις 1 Ιουλίου 1884.}} :Στη χώ...
166606
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα|
| τίτλος =Ο καθρέφτης τ’ αϊ-Γιαννιού
| συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο =[[Μήνες]]
| προηγούμενο=[[Η γέννησις της κόρης]]
| σημειώσεις =Δημοσιευμένο στην Εστία, στις 1 Ιουλίου 1884.}}
:Στη χώρα δεν την ξέχασαν, και τη θυμούντ’ ακόμα
:με τα μεγάλα μάτια της και το μικρό της στόμα
::::::::την άμοιρη Ανθούλα.
:Όταν χαρούμεν’ η γιορτή τ’ αϊ-Γιαννιού προβάλλει,
:τη μελετάει καμιά γριά, κουνώντας το κεφάλι,
::::::::με μια κρυφή τρεμούλα.
:Και τα κορίτσια την ακούν που τρέχουν διψασμένα
:με χίλια δυο καμώματα της μοίρας τα γραμμένα
::::::::τη μέρ’ αυτή να ιδούνε,
:καθώς οι νιοι που ξενυχτούν με χίλιες πατινάδες
:και βγάνουν στα παράθυρα και βλέπουν τις κυράδες,
::::::::εκείνες π’ αγαπούνε.
:Κι ακούνε για την άμοιρη και κάνουν το σταυρό τους
:κι ανατριχιάζουν μια στιγμή, κι από το λογισμό τους
::::::::πάλι γοργά τη σβηούνε.
:— Τ’ αϊ-Γιαννιού ήταν η γιορτή, δω και σαράντα χρόνια…
:Θερίζονται οι θημωνιές, παστρεύονται τ’ αλώνια,
::::::::και τα θυμάρι’ ανθούνε.
:Τ’ αϊ-Γιαννιού είν’ η γιορτή, κι η ώρα μεσημέρι.
:Μπήκεν αψύς ο θεριστής, βαρύ το καλοκαίρι,
::::::::φωτιά η αντηλιάδα,
:και πουθενά καμιά φωνή, και πουθενά μιαν αύρα,
:μόνον ο τζίτζικας βαστά και τραγουδά τη λάβρα,
::::::::πιστή του φιλενάδα.
:Κι αν ίσκιος πέσει αλλόκοτος κάτου σε γη ή σε τοίχο,
:σιγοσεισθεί κάνα κλαρί κι ακούσεις κάναν ήχο
::::::::σα γέλιο, σα φωνούλα,
:νεράιδες είναι· αλίμονο στον ξέγνοιαστο διαβάτη!
:Αυτή την ώρα με καημό δειλά παραφυλάττει
::::::::κι η δόλια η Ανθούλα.
:Ωραία είναι· μα γι’ αυτό σε πιάνει τόση λύπη!
:Ροδάκινο αγένωτο κομμένο που του λείπει
::::::::δροσιά, του λείπει χρώμα.
:Μια τρίχα μοναχά χρυσή με τη ζωή τη δένει,
:και φτάνει ένα φύσημα να πέσει σωριασμένη
::::::::γλήγορ’ αργά στο χώμα.
:Την ώρα που γεννήθηκε ήτανε μέρα Τρίτη·
:απ’ το καντήλι πὄκαιγε μπρος στο Χριστό στο σπίτι
::::::::εχύθηκε το λάδι·
:είχαν ξεχάσει κι άφησαν τρία κεριά αναμμένα·
:κι η μάνα που την έβγαλε στο φως εμπήκε, οϊμένα!
::::::::στου τάφου το σκοτάδι.
:Την ώρα που γεννήθηκε μια φαρφουρένια γάστρα
:έγινε χίλια τρίψαλα· κι ανάμεσ’ από τ’ άστρα
::::::::ξεχώρισ’ έν’ αστέρι
:και ξάπλωσε κι εχάθηκε… μια κιτριά εμαράθη,
:και κουκουβάγιας λάλημα μες στης νυχτιάς τα βάθη
::::::::εσκόρπισε τ’ αγέρι.
:Μα είναι σήμερα γιορτή, και σήμερα η Ανθούλα
:νιώθει κι εκείνη τη χαρά σαν καθεμιά παιδούλα·
::::::::μιαν άπειρη παρθένα
:κι αν είν’ γκρεμός στα πόδια της, στο θάνατο κι αν τρέχει
:με τα δεκάξι χρόνια της στον ουρανό τα έχει
::::::::τα μάτια γυρισμένα.
:Έχει καημό τη μοίρα της να τη γλυκορωτήσει
:μήπως της κάμει φανερό και της ομολογήσει
::::::::το νιο που θα της πέσει·
:μην ήρθες καλορίζικος εφέτος, αϊ-Γιάννη,
:και μες στον κλήδονα κρατάς του γάμου το στεφάνι,
::::::::αυτό που θα φορέσει.
:Μα δεν επήγε ριζικό στον κλήδονα να βάλει·
:δε θέλει για συντρόφισσα καμιά κοπέλαν άλλη
::::::::στο μυστικό της να ’χει·
:τη μοίρα της κι αγνώριστη την αγαπά με ζήλια·
:θέλ’ η στιγμή που καρτερεί με καρδιοχτύπια χίλια
::::::::να την εβρεί μονάχη.
:Τη μέρ’ αυτή, κάθε χρονιά, καθώς μεσημεριάσει,
:που τα στοιχειά λυσσομανούν στις χώρες και στα δάση,
::::::::καθείς στον ύπνο πέφτει,
:όποια βαστά, σε κάμαρα σκοτεινιασμένη κλειέται
:κι ανάφτει μόνο ένα κερί κι ολόγυμνη κρατιέται
::::::::εμπρός εις τον καθρέφτη.
:Και τ’ ανατρίχιασμα, το φως, το χνούδ’, η ωραιότη
:της γύμνιας, όπου ντρέπεται ακόμη και στα σκότη
::::::::δύναμη έχουν τόση,
:που η μοίρα πια σκλαβώνεται, κι αν της φυλάγει ταίρι
:σαν αστραπή μες στο γυαλί θα τρέξει να το φέρει
::::::::και να το φανερώσει.
:—Μπρος σε πλατύ κι ολόχρυσο της Βενετιάς κρυστάλλι
:ποιά είν’ αυτά τ’ αμύριστα ξεσκεπασμένα κάλλη
::::::::που στέκουνε με τρόμον
:και το γυαλί σ’ ενός κεριού τη λάμψη δευτερώνει
:της όψης τ’ αχνοφέγγαρο και των στηθιών το χιόνι,
::::::::το μάρμαρο των ώμων;
:Αχ! να ’μουν ο καθρέφτης σας, ω νιάτα τόσο ωραία,
:τον πλέον εμορφότερον του κόσμου βασιλέα
::::::::θα έδειχνα μπροστά σας,
:κι έτσι θα σας ξεπλήρωνα την τόση μου ευτυχία·
:γιατί ταιριάζουν βασιλιά μονάχα μεγαλεία
::::::::στα κάλλη τα δικά σας,
:Είν’ η Ανθούλα η άμοιρη· της φαίνετ’ ο καθρέφτης
:της εμορφιάς ο τρυγητής, των μυστικών της κλέφτης,
::::::::νομίζει πως τη βλέπει
:σαν ένα μάτι αχόρταγο· και ρίχνει τα μαλλιά της
:τα φουντωτά κι ολόμακρα, τ’ απλώνει ολόγυρά της
::::::::και τα φορεί για σκέπη.
:Πότε δειλιάζει μια στιγμή, της έρχεται να φύγει,
:και πότε κλει τα μάτια της, και πότε τα ξανοίγει
::::::::και διώχνει κάθε φρίκη.
:Και λάμπουνε τα μάτια της στ’ αχνόφωτα σκοτάδια
:σα δυο ζαφείρι’ ατίμητα, σα δυο χοντρά πετράδια
::::::::μέσα στην ίδια θήκη.
:Νά! μέσα, μέσα στο γυαλί, θαμπά θαμπά, στα βάθη,
:σαν κάποιο νέφος πρόβαλε κι επύκνωσε κι εστάθη.
::::::::Τα μάτια της παρθένας,
:μαρμαρωμέν’, ασάλευτα, θωρούν αντικρινά της,
:οπίσω και παράμερα από τη ζωγραφιά της
::::::::νά ξεπετάγετ’ Ένας!
:Αγάλι’ αγάλια εμπρός στη νια ξανοίγετ’ η θωριά του,
:σα βράχος είναι το κορμί, σαν αστραπή η ματιά του·
::::::::το πρόσωπό του αγένειο
:το μυστικό ’χει της νυχτιάς και της φωτιάς το χρώμα,
:και νιώθεις πως χαμόγελο δε φαίνεται στο στόμα
::::::::ποτέ το σιδερένιο.
:Αγάλι’ αγάλια δείχνεται ο φοβερός ο ξένος,
:βαρύς, συγνεφομέτωπος, και λαμπροφορεμένος,
::::::::μ’ αλλόκοτο στεφάνι.
:Μαργαριτάρια ή δάκρυα λαμποκοπούν, ποιός ξέρει,
:απάνου στο στεφάνι του; κάτι κρατάει στο χέρι,
::::::::σα σπάθα, σα δρεπάνι.
:Και θα σε πάρω! μια φωνή τα σπλάχνα της ταράζει
:και πάλι μες στην όψη του η λυγερή διαβάζει
::::::::γραμμένο: θα σε πάρω!
:Και τρέμει και ξαφνίζεται, λιγοψυχά και πέφτει,
:μα δεν το ξέρ’ η άμοιρη πως μέσα στον καθρέφτη
::::::::αγνάντεψε το Χάρο!
:Τον άλλο χρόνο το ’νιωσε, στην ώρα τη στερνή της,
:όταν της ξαναφάνηκε κι επήρε την ψυχή της
::::::::ο άγριος ψυχοκλέφτης
:και νιότη, γνώση κι εμορφιά μέσα στον τάφον ρίχνει…
:Και σ’ άλλες γελαστούς γαμπρούς, ζωή δροσάτη δείχνει
::::::::τ’ αϊ-Γιαννιού ο καθρέφτης!
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
r9t062262q3sr4ouke44uv4fht57ubd
166607
166606
2026-06-12T17:05:01Z
Αντιγόνη
235
166607
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
| τίτλος =Ο καθρέφτης τ’ αϊ-Γιαννιού
| συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο =[[Μήνες]]
| προηγούμενο=[[Η γέννησις της κόρης]]
| σημειώσεις =Δημοσιευμένο στην Εστία, στις 1 Ιουλίου 1884.}}
<poem>
Στη χώρα δεν την ξέχασαν, και τη θυμούντ’ ακόμα
με τα μεγάλα μάτια της και το μικρό της στόμα
:::::::την άμοιρη Ανθούλα.
Όταν χαρούμεν’ η γιορτή τ’ αϊ-Γιαννιού προβάλλει,
τη μελετάει καμιά γριά, κουνώντας το κεφάλι,
:::::::με μια κρυφή τρεμούλα.
Και τα κορίτσια την ακούν που τρέχουν διψασμένα
με χίλια δυο καμώματα της μοίρας τα γραμμένα
:::::::τη μέρ’ αυτή να ιδούνε,
καθώς οι νιοι που ξενυχτούν με χίλιες πατινάδες
και βγάνουν στα παράθυρα και βλέπουν τις κυράδες,
:::::::εκείνες π’ αγαπούνε.
Κι ακούνε για την άμοιρη και κάνουν το σταυρό τους
κι ανατριχιάζουν μια στιγμή, κι από το λογισμό τους
:::::::πάλι γοργά τη σβηούνε.
— Τ’ αϊ-Γιαννιού ήταν η γιορτή, δω και σαράντα χρόνια…
Θερίζονται οι θημωνιές, παστρεύονται τ’ αλώνια,
:::::::και τα θυμάρι’ ανθούνε.
Τ’ αϊ-Γιαννιού είν’ η γιορτή, κι η ώρα μεσημέρι.
Μπήκεν αψύς ο θεριστής, βαρύ το καλοκαίρι,
:::::::φωτιά η αντηλιάδα,
και πουθενά καμιά φωνή, και πουθενά μιαν αύρα,
μόνον ο τζίτζικας βαστά και τραγουδά τη λάβρα,
:::::::πιστή του φιλενάδα.
Κι αν ίσκιος πέσει αλλόκοτος κάτου σε γη ή σε τοίχο,
σιγοσεισθεί κάνα κλαρί κι ακούσεις κάναν ήχο
:::::::σα γέλιο, σα φωνούλα,
νεράιδες είναι· αλίμονο στον ξέγνοιαστο διαβάτη!
Αυτή την ώρα με καημό δειλά παραφυλάττει
:::::::κι η δόλια η Ανθούλα.
Ωραία είναι· μα γι’ αυτό σε πιάνει τόση λύπη!
Ροδάκινο αγένωτο κομμένο που του λείπει
:::::::δροσιά, του λείπει χρώμα.
Μια τρίχα μοναχά χρυσή με τη ζωή τη δένει,
και φτάνει ένα φύσημα να πέσει σωριασμένη
:::::::γλήγορ’ αργά στο χώμα.
Την ώρα που γεννήθηκε ήτανε μέρα Τρίτη·
απ’ το καντήλι πὄκαιγε μπρος στο Χριστό στο σπίτι
:::::::εχύθηκε το λάδι·
είχαν ξεχάσει κι άφησαν τρία κεριά αναμμένα·
κι η μάνα που την έβγαλε στο φως εμπήκε, οϊμένα!
:::::::στου τάφου το σκοτάδι.
Την ώρα που γεννήθηκε μια φαρφουρένια γάστρα
έγινε χίλια τρίψαλα· κι ανάμεσ’ από τ’ άστρα
:::::::ξεχώρισ’ έν’ αστέρι
και ξάπλωσε κι εχάθηκε… μια κιτριά εμαράθη,
και κουκουβάγιας λάλημα μες στης νυχτιάς τα βάθη
:::::::εσκόρπισε τ’ αγέρι.
Μα είναι σήμερα γιορτή, και σήμερα η Ανθούλα
νιώθει κι εκείνη τη χαρά σαν καθεμιά παιδούλα·
:::::::μιαν άπειρη παρθένα
κι αν είν’ γκρεμός στα πόδια της, στο θάνατο κι αν τρέχει
με τα δεκάξι χρόνια της στον ουρανό τα έχει
:::::::τα μάτια γυρισμένα.
Έχει καημό τη μοίρα της να τη γλυκορωτήσει
μήπως της κάμει φανερό και της ομολογήσει
:::::::το νιο που θα της πέσει·
μην ήρθες καλορίζικος εφέτος, αϊ-Γιάννη,
και μες στον κλήδονα κρατάς του γάμου το στεφάνι,
:::::::αυτό που θα φορέσει.
Μα δεν επήγε ριζικό στον κλήδονα να βάλει·
δε θέλει για συντρόφισσα καμιά κοπέλαν άλλη
:::::::στο μυστικό της να ’χει·
τη μοίρα της κι αγνώριστη την αγαπά με ζήλια·
θέλ’ η στιγμή που καρτερεί με καρδιοχτύπια χίλια
:::::::να την εβρεί μονάχη.
Τη μέρ’ αυτή, κάθε χρονιά, καθώς μεσημεριάσει,
που τα στοιχειά λυσσομανούν στις χώρες και στα δάση,
:::::::καθείς στον ύπνο πέφτει,
όποια βαστά, σε κάμαρα σκοτεινιασμένη κλειέται
κι ανάφτει μόνο ένα κερί κι ολόγυμνη κρατιέται
:::::::εμπρός εις τον καθρέφτη.
Και τ’ ανατρίχιασμα, το φως, το χνούδ’, η ωραιότη
της γύμνιας, όπου ντρέπεται ακόμη και στα σκότη
:::::::δύναμη έχουν τόση,
που η μοίρα πια σκλαβώνεται, κι αν της φυλάγει ταίρι
σαν αστραπή μες στο γυαλί θα τρέξει να το φέρει
:::::::και να το φανερώσει.
—Μπρος σε πλατύ κι ολόχρυσο της Βενετιάς κρυστάλλι
ποιά είν’ αυτά τ’ αμύριστα ξεσκεπασμένα κάλλη
:::::::που στέκουνε με τρόμον
και το γυαλί σ’ ενός κεριού τη λάμψη δευτερώνει
της όψης τ’ αχνοφέγγαρο και των στηθιών το χιόνι,
:::::::το μάρμαρο των ώμων;
Αχ! να ’μουν ο καθρέφτης σας, ω νιάτα τόσο ωραία,
τον πλέον εμορφότερον του κόσμου βασιλέα
:::::::θα έδειχνα μπροστά σας,
κι έτσι θα σας ξεπλήρωνα την τόση μου ευτυχία·
γιατί ταιριάζουν βασιλιά μονάχα μεγαλεία
:::::::στα κάλλη τα δικά σας,
Είν’ η Ανθούλα η άμοιρη· της φαίνετ’ ο καθρέφτης
της εμορφιάς ο τρυγητής, των μυστικών της κλέφτης,
:::::::νομίζει πως τη βλέπει
σαν ένα μάτι αχόρταγο· και ρίχνει τα μαλλιά της
τα φουντωτά κι ολόμακρα, τ’ απλώνει ολόγυρά της
:::::::και τα φορεί για σκέπη.
Πότε δειλιάζει μια στιγμή, της έρχεται να φύγει,
και πότε κλει τα μάτια της, και πότε τα ξανοίγει
:::::::και διώχνει κάθε φρίκη.
Και λάμπουνε τα μάτια της στ’ αχνόφωτα σκοτάδια
σα δυο ζαφείρι’ ατίμητα, σα δυο χοντρά πετράδια
:::::::μέσα στην ίδια θήκη.
Νά! μέσα, μέσα στο γυαλί, θαμπά θαμπά, στα βάθη,
σαν κάποιο νέφος πρόβαλε κι επύκνωσε κι εστάθη.
:::::::Τα μάτια της παρθένας,
μαρμαρωμέν’, ασάλευτα, θωρούν αντικρινά της,
οπίσω και παράμερα από τη ζωγραφιά της
:::::::νά ξεπετάγετ’ Ένας!
Αγάλι’ αγάλια εμπρός στη νια ξανοίγετ’ η θωριά του,
σα βράχος είναι το κορμί, σαν αστραπή η ματιά του·
:::::::το πρόσωπό του αγένειο
το μυστικό ’χει της νυχτιάς και της φωτιάς το χρώμα,
και νιώθεις πως χαμόγελο δε φαίνεται στο στόμα
:::::::ποτέ το σιδερένιο.
Αγάλι’ αγάλια δείχνεται ο φοβερός ο ξένος,
βαρύς, συγνεφομέτωπος, και λαμπροφορεμένος,
:::::::μ’ αλλόκοτο στεφάνι.
Μαργαριτάρια ή δάκρυα λαμποκοπούν, ποιός ξέρει,
απάνου στο στεφάνι του; κάτι κρατάει στο χέρι,
:::::::σα σπάθα, σα δρεπάνι.
Και θα σε πάρω! μια φωνή τα σπλάχνα της ταράζει
και πάλι μες στην όψη του η λυγερή διαβάζει
:::::::γραμμένο: θα σε πάρω!
Και τρέμει και ξαφνίζεται, λιγοψυχά και πέφτει,
μα δεν το ξέρ’ η άμοιρη πως μέσα στον καθρέφτη
:::::::αγνάντεψε το Χάρο!
Τον άλλο χρόνο το ’νιωσε, στην ώρα τη στερνή της,
όταν της ξαναφάνηκε κι επήρε την ψυχή της
:::::::ο άγριος ψυχοκλέφτης
και νιότη, γνώση κι εμορφιά μέσα στον τάφον ρίχνει…
Και σ’ άλλες γελαστούς γαμπρούς, ζωή δροσάτη δείχνει
:::::::τ’ αϊ-Γιαννιού ο καθρέφτης!
</poem>
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
617zxw0d77vbhi8jfy68q790ihal1r7
166608
166607
2026-06-12T17:13:12Z
Αντιγόνη
235
166608
wikitext
text/x-wiki
{{Κεφαλίδα
| τίτλος =Ο καθρέφτης τ’ αϊ-Γιαννιού
| συγγραφέας =Κωστής Παλαμάς
| μεταφραστής=
| ενότητα =[[Τα τραγούδια της πατρίδας μου]]
| επόμενο =[[Μήνες]]
| προηγούμενο=[[Η γέννησις της κόρης]]
| σημειώσεις =Δημοσιευμένο στην Εστία, στις 1 Ιουλίου 1884.}}
{{block center|<poem>
Στη χώρα δεν την ξέχασαν, και τη θυμούντ’ ακόμα
με τα μεγάλα μάτια της και το μικρό της στόμα
:::::::την άμοιρη Ανθούλα.
Όταν χαρούμεν’ η γιορτή τ’ αϊ-Γιαννιού προβάλλει,
τη μελετάει καμιά γριά, κουνώντας το κεφάλι,
:::::::με μια κρυφή τρεμούλα.
Και τα κορίτσια την ακούν που τρέχουν διψασμένα
με χίλια δυο καμώματα της μοίρας τα γραμμένα
:::::::τη μέρ’ αυτή να ιδούνε,
καθώς οι νιοι που ξενυχτούν με χίλιες πατινάδες
και βγάνουν στα παράθυρα και βλέπουν τις κυράδες,
:::::::εκείνες π’ αγαπούνε.
Κι ακούνε για την άμοιρη και κάνουν το σταυρό τους
κι ανατριχιάζουν μια στιγμή, κι από το λογισμό τους
:::::::πάλι γοργά τη σβηούνε.
— Τ’ αϊ-Γιαννιού ήταν η γιορτή, δω και σαράντα χρόνια…
Θερίζονται οι θημωνιές, παστρεύονται τ’ αλώνια,
:::::::και τα θυμάρι’ ανθούνε.
Τ’ αϊ-Γιαννιού είν’ η γιορτή, κι η ώρα μεσημέρι.
Μπήκεν αψύς ο θεριστής, βαρύ το καλοκαίρι,
:::::::φωτιά η αντηλιάδα,
και πουθενά καμιά φωνή, και πουθενά μιαν αύρα,
μόνον ο τζίτζικας βαστά και τραγουδά τη λάβρα,
:::::::πιστή του φιλενάδα.
Κι αν ίσκιος πέσει αλλόκοτος κάτου σε γη ή σε τοίχο,
σιγοσεισθεί κάνα κλαρί κι ακούσεις κάναν ήχο
:::::::σα γέλιο, σα φωνούλα,
νεράιδες είναι· αλίμονο στον ξέγνοιαστο διαβάτη!
Αυτή την ώρα με καημό δειλά παραφυλάττει
:::::::κι η δόλια η Ανθούλα.
Ωραία είναι· μα γι’ αυτό σε πιάνει τόση λύπη!
Ροδάκινο αγένωτο κομμένο που του λείπει
:::::::δροσιά, του λείπει χρώμα.
Μια τρίχα μοναχά χρυσή με τη ζωή τη δένει,
και φτάνει ένα φύσημα να πέσει σωριασμένη
:::::::γλήγορ’ αργά στο χώμα.
Την ώρα που γεννήθηκε ήτανε μέρα Τρίτη·
απ’ το καντήλι πὄκαιγε μπρος στο Χριστό στο σπίτι
:::::::εχύθηκε το λάδι·
είχαν ξεχάσει κι άφησαν τρία κεριά αναμμένα·
κι η μάνα που την έβγαλε στο φως εμπήκε, οϊμένα!
:::::::στου τάφου το σκοτάδι.
Την ώρα που γεννήθηκε μια φαρφουρένια γάστρα
έγινε χίλια τρίψαλα· κι ανάμεσ’ από τ’ άστρα
:::::::ξεχώρισ’ έν’ αστέρι
και ξάπλωσε κι εχάθηκε… μια κιτριά εμαράθη,
και κουκουβάγιας λάλημα μες στης νυχτιάς τα βάθη
:::::::εσκόρπισε τ’ αγέρι.
Μα είναι σήμερα γιορτή, και σήμερα η Ανθούλα
νιώθει κι εκείνη τη χαρά σαν καθεμιά παιδούλα·
:::::::μιαν άπειρη παρθένα
κι αν είν’ γκρεμός στα πόδια της, στο θάνατο κι αν τρέχει
με τα δεκάξι χρόνια της στον ουρανό τα έχει
:::::::τα μάτια γυρισμένα.
Έχει καημό τη μοίρα της να τη γλυκορωτήσει
μήπως της κάμει φανερό και της ομολογήσει
:::::::το νιο που θα της πέσει·
μην ήρθες καλορίζικος εφέτος, αϊ-Γιάννη,
και μες στον κλήδονα κρατάς του γάμου το στεφάνι,
:::::::αυτό που θα φορέσει.
Μα δεν επήγε ριζικό στον κλήδονα να βάλει·
δε θέλει για συντρόφισσα καμιά κοπέλαν άλλη
:::::::στο μυστικό της να ’χει·
τη μοίρα της κι αγνώριστη την αγαπά με ζήλια·
θέλ’ η στιγμή που καρτερεί με καρδιοχτύπια χίλια
:::::::να την εβρεί μονάχη.
Τη μέρ’ αυτή, κάθε χρονιά, καθώς μεσημεριάσει,
που τα στοιχειά λυσσομανούν στις χώρες και στα δάση,
:::::::καθείς στον ύπνο πέφτει,
όποια βαστά, σε κάμαρα σκοτεινιασμένη κλειέται
κι ανάφτει μόνο ένα κερί κι ολόγυμνη κρατιέται
:::::::εμπρός εις τον καθρέφτη.
Και τ’ ανατρίχιασμα, το φως, το χνούδ’, η ωραιότη
της γύμνιας, όπου ντρέπεται ακόμη και στα σκότη
:::::::δύναμη έχουν τόση,
που η μοίρα πια σκλαβώνεται, κι αν της φυλάγει ταίρι
σαν αστραπή μες στο γυαλί θα τρέξει να το φέρει
:::::::και να το φανερώσει.
—Μπρος σε πλατύ κι ολόχρυσο της Βενετιάς κρυστάλλι
ποιά είν’ αυτά τ’ αμύριστα ξεσκεπασμένα κάλλη
:::::::που στέκουνε με τρόμον
και το γυαλί σ’ ενός κεριού τη λάμψη δευτερώνει
της όψης τ’ αχνοφέγγαρο και των στηθιών το χιόνι,
:::::::το μάρμαρο των ώμων;
Αχ! να ’μουν ο καθρέφτης σας, ω νιάτα τόσο ωραία,
τον πλέον εμορφότερον του κόσμου βασιλέα
:::::::θα έδειχνα μπροστά σας,
κι έτσι θα σας ξεπλήρωνα την τόση μου ευτυχία·
γιατί ταιριάζουν βασιλιά μονάχα μεγαλεία
:::::::στα κάλλη τα δικά σας,
Είν’ η Ανθούλα η άμοιρη· της φαίνετ’ ο καθρέφτης
της εμορφιάς ο τρυγητής, των μυστικών της κλέφτης,
:::::::νομίζει πως τη βλέπει
σαν ένα μάτι αχόρταγο· και ρίχνει τα μαλλιά της
τα φουντωτά κι ολόμακρα, τ’ απλώνει ολόγυρά της
:::::::και τα φορεί για σκέπη.
Πότε δειλιάζει μια στιγμή, της έρχεται να φύγει,
και πότε κλει τα μάτια της, και πότε τα ξανοίγει
:::::::και διώχνει κάθε φρίκη.
Και λάμπουνε τα μάτια της στ’ αχνόφωτα σκοτάδια
σα δυο ζαφείρι’ ατίμητα, σα δυο χοντρά πετράδια
:::::::μέσα στην ίδια θήκη.
Νά! μέσα, μέσα στο γυαλί, θαμπά θαμπά, στα βάθη,
σαν κάποιο νέφος πρόβαλε κι επύκνωσε κι εστάθη.
:::::::Τα μάτια της παρθένας,
μαρμαρωμέν’, ασάλευτα, θωρούν αντικρινά της,
οπίσω και παράμερα από τη ζωγραφιά της
:::::::νά ξεπετάγετ’ Ένας!
Αγάλι’ αγάλια εμπρός στη νια ξανοίγετ’ η θωριά του,
σα βράχος είναι το κορμί, σαν αστραπή η ματιά του·
:::::::το πρόσωπό του αγένειο
το μυστικό ’χει της νυχτιάς και της φωτιάς το χρώμα,
και νιώθεις πως χαμόγελο δε φαίνεται στο στόμα
:::::::ποτέ το σιδερένιο.
Αγάλι’ αγάλια δείχνεται ο φοβερός ο ξένος,
βαρύς, συγνεφομέτωπος, και λαμπροφορεμένος,
:::::::μ’ αλλόκοτο στεφάνι.
Μαργαριτάρια ή δάκρυα λαμποκοπούν, ποιός ξέρει,
απάνου στο στεφάνι του; κάτι κρατάει στο χέρι,
:::::::σα σπάθα, σα δρεπάνι.
Και θα σε πάρω! μια φωνή τα σπλάχνα της ταράζει
και πάλι μες στην όψη του η λυγερή διαβάζει
:::::::γραμμένο: θα σε πάρω!
Και τρέμει και ξαφνίζεται, λιγοψυχά και πέφτει,
μα δεν το ξέρ’ η άμοιρη πως μέσα στον καθρέφτη
:::::::αγνάντεψε το Χάρο!
Τον άλλο χρόνο το ’νιωσε, στην ώρα τη στερνή της,
όταν της ξαναφάνηκε κι επήρε την ψυχή της
:::::::ο άγριος ψυχοκλέφτης
και νιότη, γνώση κι εμορφιά μέσα στον τάφον ρίχνει…
Και σ’ άλλες γελαστούς γαμπρούς, ζωή δροσάτη δείχνει
:::::::τ’ αϊ-Γιαννιού ο καθρέφτης!
</poem>}}
[[Κατηγορία:Ποίηση]]
3l6gm2xmvq9845ibtk8fa7f5c0uuvzv