Βικιθήκη elwikisource https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CE%A3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 MediaWiki 1.47.0-wmf.15 first-letter Μέσο Ειδικό Συζήτηση Χρήστης Συζήτηση χρήστη Βικιθήκη Συζήτηση Βικιθήκη Αρχείο Συζήτηση αρχείου MediaWiki Συζήτηση MediaWiki Πρότυπο Συζήτηση προτύπου Βοήθεια Συζήτηση βοήθειας Κατηγορία Συζήτηση κατηγορίας Σελίδα Συζήτηση σελίδας Μεταγραφή Συζήτηση μεταγραφής Συγγραφέας Συζήτηση συγγραφέα Πύλη Συζήτηση πύλης TimedText TimedText talk Module Module talk Event Event talk Συγγραφέας:Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 108 1566 167238 167220 2026-08-15T15:15:59Z Nikos1nikos1 15046 /* Διηγήματα */ Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά 167238 wikitext text/x-wiki {{Συγγραφέας2 |όνομα =Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |ημερομηνίες =1851–1911 |περιγραφή = |εικόνα =Papadiamantis Aleksandros by Nirvanas.jpg |λεζάντα = Ο '''Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης''', φωτογραφημένος από τον [[Παύλος Νιρβάνας|Παύλο Νιρβάνα]] στην Πλατεία Δεξαμενής το 1906 |βικιπαίδεια = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |βικιφθέγματα = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |commons = }} ==Έργα== ===Διηγήματα=== {{div col|colwidth=20em| * [[Το χριστόψωμο|Τὸ χριστόψωμο]] (1887) * [[Η Τελευταία βαπτιστική|Ἡ Τελευταία βαπτιστική]] (1888) {{ηχογράφηση|Πασχαλινά διηγήματα, Η Τελευταία βαπτιστική.ogg}} * [[Η Χήρα παπαδιά|Ἡ Χήρα παπαδιά]] (1888) * [[Υπηρέτρα|Ὑπηρέτρα]] (1888) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Υπηρέτρα.ogg}} * [[Η Σταχομαζώχτρα|Ἡ Σταχομαζώχτρα]] (1889) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Η Σταχομαζώχτρα.ogg}} * [[Ο σημαδιακός|Ὁ σημαδιακός]] (1889) * [[Εξοχική Λαμπρή|Ἐξοχικὴ Λαμπρή]] (1890) * [[Η χτυπημένη]] (μονοτονικό) (1890) * [[Η Μαυρομαντηλού]] (1891) * [[Ο Πανταρώτας|Ὁ Πανταρώτας]] (1891) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Ο Πανταρώτας.ogg}} * [[Θέρος Έρος|Θέρος-Ἔρος]] (1891) * [[Παιδική Πασχαλιά|Παιδικὴ Πασχαλιά]] (1891) * [[Οι χαλασοχώρηδες|Οἱ χαλασοχώρηδες]] (1892) * [[Στην Αγι-Αναστασά|Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά]] (1892) * [[Λαμπριάτικος Ψάλτης]] (1893) * [[Της κοκκώνας το σπίτι|Τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι]] (1893) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Της κοκκώνας το σπίτι.ogg}} * [[Η δασκαλομάννα|Ἡ Δασκαλομάννα]] (1894) * [[Η Γλυκοφιλούσα|Ἡ Γλυκοφιλοῦσα]] (1894) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Η Γλυκοφιλούσα.ogg}} * [[Ωχ! Βασανάκια|Ὤχ! Βασανάκια]] (1894) * [[Έρως Ήρως|Ἔρως Ἥρως]] (1897) * [[Για την περηφάνια|Γιὰ τὴν περηφάνια]] (1899) * [[Γουτού Γουπατού|Γουτοῦ Γουπατοῦ]] (1899) * [[Τρελλή Βραδυά|Τρελλὴ βραδυά]] (1901) * [[Υπό την βασιλικήν δρυν|Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν]] (1901) * [[Στρίγγλα Μάννα|Στρίγλα μάννα]] (1902) * [[Η Φόνισσα|Ἡ Φόνισσα]] (1903) [[Image:50%.png]] * [[Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου]] (1906) * [[Η επίσκεψις του Αγίου Δεσπότη|Ἡ Ἐπίσκεψις τοῦ ἁγίου Δεσπότη]] (1906) * [[Φορτωμένα κόκκαλα]] (1907) {{σκαναρισμένη έκδοση|Νέα Ζωή Τεύχος 37 (α).djvu}} * [[Η πεποικιλμένη|Ἡ Πεποικιλμένη]] (1909) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Πεποικιλμένη.ogg}} * [[Τα μαύρα κούτσουρα|Τὰ μαῦρα κούτσουρα]] (1912) * [[Αμαρτίας φάντασμα|Ἁμαρτίας φάντασμα]] (πολυτονικό) * [[Άνθος του γιαλού|Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ]] (πολυτονικό) * [[Αποκριάτικη νυχτιά]] (1892) (πολυτονικό) * [[Απόλαυσις στη γειτονιά]] (μονοτονικό) * [[Άσπρη σαν το χιόνι|Άσπρη σαν το χιόνι]] (μονοτονικό) * [[Άψαλτος]] (μονοτονικό) * [[Η αποσώστρα]] (μονοτονικό) * [[Η Ντελησυφέρω]] (μονοτονικό) * [[Η Παναγία η Γλυκοφιλούσα]] (μονοτονικό) * [[Η πιτρόπισσα]] (πολυτονικό) * [[Η Φαρμακολύτρια|Ἡ Φαρμακολύτρια]] (1900) (πολυτονικό) * [[Ναυαγίων ναυάγια]] (μονοτονικό) * [[Ο Αλιβάνιστος]] (1903) (πολυτονικό) * [[Ο γείτονας με το λαγούτο]] (μονοτονικό) * [[Ο Έρωτας στα χιόνια]] (1896) (μονοτονικό) * [[Ο Κακόμης]] (μονοτονικό) * [[Ο Κοσμολαΐτης]] (πολυτονικό) * [[Ο ξεπεσμένος δερβίσης]] (πολυτονικό) * [[Ο πανδρολόγος]] (μονοτονικό) * [[Ο τυφλοσύρτης]] (μονοτονικό) * [[Ο φτωχός άγιος]] (πολυτονικό) * [[Οι μάγισσες]] (μονοτονικό) * [[Οι παραπονεμένες]] (μονοτονικό) * [[Όνειρο στο κύμα]] (μονοτονικό) [[Image:25%.svg]] * [[Πάσχα ρωμέικο]] (μονοτονικό) * [[Στο Χριστό στο Κάστρο]] (1892) (πολυτονικό) * [[Τ' αγνάντεμα]] (μονοτονικό) [[Image:25%.svg]] * [[Τ' αερικό στο δέντρο]] (πολυτονικό) * [[Τα Δαιμόνια στο ρέμα]] (μονοτονικό) * [[Τα δυο τέρατα]] (μονοτονικό) * [[Τα ρόδινα ακρογιάλια]] (πολυτονικό) * [[Τα συχαρίκια]] (μονοτονικό) * [[Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη]] (πολυτονικό) * [[Το μοιρολόγι της φώκιας]] (μονοτονικό) * [[Χωρίς στεφάνι]] (μονοτονικό) }} ===Ποιήματα=== * [[Μία ψυχή]] * [[Δέησις (Παπαδιαμάντης)|Δέησις]] * [[Εις την μνήμην του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη]] * [[Εις τους αδελφούς Γιαννάκην και Κώστα Γ. Ραφτάκη]] * [[Έκπτωτος ψυχή]] * [[Η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα]] * [[Νύχτα βασάνου]] * [[Προς την μητέρα μου]] * [[Στην Παναγία τη Σαλονικιά]] * [[Στην Παναγία την Κεχριά]] * [[Στην Παναγία την Κουνίστρα]] * [[Στην Παναγία του Ντομάν]] * [[Στην Παναγίτσα στο Πυργί]] * [[Το ωραίον φάσμα]] ===Άρθρα=== *[[Η Εννεακοσιετηρίς της Παμμεγίστης Λαύρας]] *[[Χριστούγεννα (Παπαδιαμάντη)| Χριστούγεννα]] (πολυτονικό) ==Κείμενα για τον Παπαδιαμάντη== *[[(Για τον Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη)]], του [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Καβάφης|Κωνσταντίνου Καβάφη]], Εφημερίδα Νέα Ζωή Αλεξάνδρειας, 1908 *[[Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Γιάννης Κασιμάτης)|Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης]], του [[Συγγραφέας:Γιάννης Κασιμάτης|Γιάννη Κασιμάτη]], περιοδικό «Γράμματα», Αλεξάνδρεια 1911 {{σκαναρισμένη έκδοση|Γράμματα Αρ.1 (1911)}} *[[Το ήθος του Παπαδιαμάντη]], του [[Συγγραφέας: Παύλος Νιρβάνας|Παύλου Νιρβάνα]], Περιοδικό Νέα Εστία τ. 163, 1933 {{DEFAULTSORT:Παπαδιαμαντης Αλεξανδρος}} [[Κατηγορία:Συγγραφείς-Π]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς του 19ου αιώνα]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς του 20ου αιώνα]] 849ivbjko3z178xh6vze5vsip6uqfjj 167240 167238 2026-08-15T16:02:15Z Nikos1nikos1 15046 /* Έργα */ Ἡ Βλαχοπούλα 167240 wikitext text/x-wiki {{Συγγραφέας2 |όνομα =Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |ημερομηνίες =1851–1911 |περιγραφή = |εικόνα =Papadiamantis Aleksandros by Nirvanas.jpg |λεζάντα = Ο '''Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης''', φωτογραφημένος από τον [[Παύλος Νιρβάνας|Παύλο Νιρβάνα]] στην Πλατεία Δεξαμενής το 1906 |βικιπαίδεια = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |βικιφθέγματα = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |commons = }} ==Έργα== ===Διηγήματα=== {{div col|colwidth=20em| * [[Το χριστόψωμο|Τὸ χριστόψωμο]] (1887) * [[Η Τελευταία βαπτιστική|Ἡ Τελευταία βαπτιστική]] (1888) {{ηχογράφηση|Πασχαλινά διηγήματα, Η Τελευταία βαπτιστική.ogg}} * [[Η Χήρα παπαδιά|Ἡ Χήρα παπαδιά]] (1888) * [[Υπηρέτρα|Ὑπηρέτρα]] (1888) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Υπηρέτρα.ogg}} * [[Η Σταχομαζώχτρα|Ἡ Σταχομαζώχτρα]] (1889) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Η Σταχομαζώχτρα.ogg}} * [[Ο σημαδιακός|Ὁ σημαδιακός]] (1889) * [[Εξοχική Λαμπρή|Ἐξοχικὴ Λαμπρή]] (1890) * [[Η χτυπημένη]] (μονοτονικό) (1890) * [[Η Μαυρομαντηλού]] (1891) * [[Ο Πανταρώτας|Ὁ Πανταρώτας]] (1891) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Ο Πανταρώτας.ogg}} * [[Θέρος Έρος|Θέρος-Ἔρος]] (1891) * [[Παιδική Πασχαλιά|Παιδικὴ Πασχαλιά]] (1891) * [[Η Βλαχοπούλα|Ἡ Βλαχοπούλα]] (1892) * [[Οι χαλασοχώρηδες|Οἱ χαλασοχώρηδες]] (1892) * [[Στην Αγι-Αναστασά|Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά]] (1892) * [[Λαμπριάτικος Ψάλτης]] (1893) * [[Της κοκκώνας το σπίτι|Τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι]] (1893) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Της κοκκώνας το σπίτι.ogg}} * [[Η δασκαλομάννα|Ἡ Δασκαλομάννα]] (1894) * [[Η Γλυκοφιλούσα|Ἡ Γλυκοφιλοῦσα]] (1894) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Η Γλυκοφιλούσα.ogg}} * [[Ωχ! Βασανάκια|Ὤχ! Βασανάκια]] (1894) * [[Έρως Ήρως|Ἔρως Ἥρως]] (1897) * [[Για την περηφάνια|Γιὰ τὴν περηφάνια]] (1899) * [[Γουτού Γουπατού|Γουτοῦ Γουπατοῦ]] (1899) * [[Τρελλή Βραδυά|Τρελλὴ βραδυά]] (1901) * [[Υπό την βασιλικήν δρυν|Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν]] (1901) * [[Στρίγγλα Μάννα|Στρίγλα μάννα]] (1902) * [[Η Φόνισσα|Ἡ Φόνισσα]] (1903) [[Image:50%.png]] * [[Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου]] (1906) * [[Η επίσκεψις του Αγίου Δεσπότη|Ἡ Ἐπίσκεψις τοῦ ἁγίου Δεσπότη]] (1906) * [[Φορτωμένα κόκκαλα]] (1907) {{σκαναρισμένη έκδοση|Νέα Ζωή Τεύχος 37 (α).djvu}} * [[Η πεποικιλμένη|Ἡ Πεποικιλμένη]] (1909) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Πεποικιλμένη.ogg}} * [[Τα μαύρα κούτσουρα|Τὰ μαῦρα κούτσουρα]] (1912) * [[Αμαρτίας φάντασμα|Ἁμαρτίας φάντασμα]] (πολυτονικό) * [[Άνθος του γιαλού|Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ]] (πολυτονικό) * [[Αποκριάτικη νυχτιά]] (1892) (πολυτονικό) * [[Απόλαυσις στη γειτονιά]] (μονοτονικό) * [[Άσπρη σαν το χιόνι|Άσπρη σαν το χιόνι]] (μονοτονικό) * [[Άψαλτος]] (μονοτονικό) * [[Η αποσώστρα]] (μονοτονικό) * [[Η Ντελησυφέρω]] (μονοτονικό) * [[Η Παναγία η Γλυκοφιλούσα]] (μονοτονικό) * [[Η πιτρόπισσα]] (πολυτονικό) * [[Η Φαρμακολύτρια|Ἡ Φαρμακολύτρια]] (1900) (πολυτονικό) * [[Ναυαγίων ναυάγια]] (μονοτονικό) * [[Ο Αλιβάνιστος]] (1903) (πολυτονικό) * [[Ο γείτονας με το λαγούτο]] (μονοτονικό) * [[Ο Έρωτας στα χιόνια]] (1896) (μονοτονικό) * [[Ο Κακόμης]] (μονοτονικό) * [[Ο Κοσμολαΐτης]] (πολυτονικό) * [[Ο ξεπεσμένος δερβίσης]] (πολυτονικό) * [[Ο πανδρολόγος]] (μονοτονικό) * [[Ο τυφλοσύρτης]] (μονοτονικό) * [[Ο φτωχός άγιος]] (πολυτονικό) * [[Οι μάγισσες]] (μονοτονικό) * [[Οι παραπονεμένες]] (μονοτονικό) * [[Όνειρο στο κύμα]] (μονοτονικό) [[Image:25%.svg]] * [[Πάσχα ρωμέικο]] (μονοτονικό) * [[Στο Χριστό στο Κάστρο]] (1892) (πολυτονικό) * [[Τ' αγνάντεμα]] (μονοτονικό) [[Image:25%.svg]] * [[Τ' αερικό στο δέντρο]] (πολυτονικό) * [[Τα Δαιμόνια στο ρέμα]] (μονοτονικό) * [[Τα δυο τέρατα]] (μονοτονικό) * [[Τα ρόδινα ακρογιάλια]] (πολυτονικό) * [[Τα συχαρίκια]] (μονοτονικό) * [[Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη]] (πολυτονικό) * [[Το μοιρολόγι της φώκιας]] (μονοτονικό) * [[Χωρίς στεφάνι]] (μονοτονικό) }} ===Ποιήματα=== * [[Μία ψυχή]] * [[Δέησις (Παπαδιαμάντης)|Δέησις]] * [[Εις την μνήμην του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη]] * [[Εις τους αδελφούς Γιαννάκην και Κώστα Γ. Ραφτάκη]] * [[Έκπτωτος ψυχή]] * [[Η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα]] * [[Νύχτα βασάνου]] * [[Προς την μητέρα μου]] * [[Στην Παναγία τη Σαλονικιά]] * [[Στην Παναγία την Κεχριά]] * [[Στην Παναγία την Κουνίστρα]] * [[Στην Παναγία του Ντομάν]] * [[Στην Παναγίτσα στο Πυργί]] * [[Το ωραίον φάσμα]] ===Άρθρα=== *[[Η Εννεακοσιετηρίς της Παμμεγίστης Λαύρας]] *[[Χριστούγεννα (Παπαδιαμάντη)| Χριστούγεννα]] (πολυτονικό) ==Κείμενα για τον Παπαδιαμάντη== *[[(Για τον Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη)]], του [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Καβάφης|Κωνσταντίνου Καβάφη]], Εφημερίδα Νέα Ζωή Αλεξάνδρειας, 1908 *[[Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Γιάννης Κασιμάτης)|Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης]], του [[Συγγραφέας:Γιάννης Κασιμάτης|Γιάννη Κασιμάτη]], περιοδικό «Γράμματα», Αλεξάνδρεια 1911 {{σκαναρισμένη έκδοση|Γράμματα Αρ.1 (1911)}} *[[Το ήθος του Παπαδιαμάντη]], του [[Συγγραφέας: Παύλος Νιρβάνας|Παύλου Νιρβάνα]], Περιοδικό Νέα Εστία τ. 163, 1933 {{DEFAULTSORT:Παπαδιαμαντης Αλεξανδρος}} [[Κατηγορία:Συγγραφείς-Π]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς του 19ου αιώνα]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς του 20ου αιώνα]] fouunknd6do5sn6mt7p00yk9kjti4q4 167241 167240 2026-08-15T16:04:11Z Nikos1nikos1 15046 /* Διηγήματα */ 167241 wikitext text/x-wiki {{Συγγραφέας2 |όνομα =Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |ημερομηνίες =1851–1911 |περιγραφή = |εικόνα =Papadiamantis Aleksandros by Nirvanas.jpg |λεζάντα = Ο '''Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης''', φωτογραφημένος από τον [[Παύλος Νιρβάνας|Παύλο Νιρβάνα]] στην Πλατεία Δεξαμενής το 1906 |βικιπαίδεια = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |βικιφθέγματα = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |commons = }} ==Έργα== ===Διηγήματα=== {{div col|colwidth=20em| * [[Το χριστόψωμο|Τὸ χριστόψωμο]] (1887) * [[Η Τελευταία βαπτιστική|Ἡ Τελευταία βαπτιστική]] (1888) {{ηχογράφηση|Πασχαλινά διηγήματα, Η Τελευταία βαπτιστική.ogg}} * [[Η Χήρα παπαδιά|Ἡ Χήρα παπαδιά]] (1888) * [[Υπηρέτρα|Ὑπηρέτρα]] (1888) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Υπηρέτρα.ogg}} * [[Η Σταχομαζώχτρα|Ἡ Σταχομαζώχτρα]] (1889) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Η Σταχομαζώχτρα.ogg}} * [[Ο σημαδιακός|Ὁ σημαδιακός]] (1889) * [[Εξοχική Λαμπρή|Ἐξοχικὴ Λαμπρή]] (1890) * [[Η χτυπημένη]] (μονοτονικό) (1890) * [[Η Μαυρομαντηλού]] (1891) * [[Ο Πανταρώτας|Ὁ Πανταρώτας]] (1891) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Ο Πανταρώτας.ogg}} * [[Θέρος Έρος|Θέρος-Ἔρος]] (1891) * [[Παιδική Πασχαλιά|Παιδικὴ Πασχαλιά]] (1891) * [[Αποκριάτικη νυχτιά|Ἀποκριάτικη νυχτιά]] (1892) * [[Η Βλαχοπούλα|Ἡ Βλαχοπούλα]] (1892) * [[Οι χαλασοχώρηδες|Οἱ χαλασοχώρηδες]] (1892) * [[Στην Αγι-Αναστασά|Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά]] (1892) * [[Λαμπριάτικος Ψάλτης]] (1893) * [[Της κοκκώνας το σπίτι|Τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι]] (1893) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Της κοκκώνας το σπίτι.ogg}} * [[Η δασκαλομάννα|Ἡ Δασκαλομάννα]] (1894) * [[Η Γλυκοφιλούσα|Ἡ Γλυκοφιλοῦσα]] (1894) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Η Γλυκοφιλούσα.ogg}} * [[Ωχ! Βασανάκια|Ὤχ! Βασανάκια]] (1894) * [[Έρως Ήρως|Ἔρως Ἥρως]] (1897) * [[Για την περηφάνια|Γιὰ τὴν περηφάνια]] (1899) * [[Γουτού Γουπατού|Γουτοῦ Γουπατοῦ]] (1899) * [[Τρελλή Βραδυά|Τρελλὴ βραδυά]] (1901) * [[Υπό την βασιλικήν δρυν|Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν]] (1901) * [[Στρίγγλα Μάννα|Στρίγλα μάννα]] (1902) * [[Η Φόνισσα|Ἡ Φόνισσα]] (1903) [[Image:50%.png]] * [[Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου]] (1906) * [[Η επίσκεψις του Αγίου Δεσπότη|Ἡ Ἐπίσκεψις τοῦ ἁγίου Δεσπότη]] (1906) * [[Φορτωμένα κόκκαλα]] (1907) {{σκαναρισμένη έκδοση|Νέα Ζωή Τεύχος 37 (α).djvu}} * [[Η πεποικιλμένη|Ἡ Πεποικιλμένη]] (1909) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Πεποικιλμένη.ogg}} * [[Τα μαύρα κούτσουρα|Τὰ μαῦρα κούτσουρα]] (1912) * [[Αμαρτίας φάντασμα|Ἁμαρτίας φάντασμα]] (πολυτονικό) * [[Άνθος του γιαλού|Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ]] (πολυτονικό) * [[Απόλαυσις στη γειτονιά]] (μονοτονικό) * [[Άσπρη σαν το χιόνι|Άσπρη σαν το χιόνι]] (μονοτονικό) * [[Άψαλτος]] (μονοτονικό) * [[Η αποσώστρα]] (μονοτονικό) * [[Η Ντελησυφέρω]] (μονοτονικό) * [[Η Παναγία η Γλυκοφιλούσα]] (μονοτονικό) * [[Η πιτρόπισσα]] (πολυτονικό) * [[Η Φαρμακολύτρια|Ἡ Φαρμακολύτρια]] (1900) (πολυτονικό) * [[Ναυαγίων ναυάγια]] (μονοτονικό) * [[Ο Αλιβάνιστος]] (1903) (πολυτονικό) * [[Ο γείτονας με το λαγούτο]] (μονοτονικό) * [[Ο Έρωτας στα χιόνια]] (1896) (μονοτονικό) * [[Ο Κακόμης]] (μονοτονικό) * [[Ο Κοσμολαΐτης]] (πολυτονικό) * [[Ο ξεπεσμένος δερβίσης]] (πολυτονικό) * [[Ο πανδρολόγος]] (μονοτονικό) * [[Ο τυφλοσύρτης]] (μονοτονικό) * [[Ο φτωχός άγιος]] (πολυτονικό) * [[Οι μάγισσες]] (μονοτονικό) * [[Οι παραπονεμένες]] (μονοτονικό) * [[Όνειρο στο κύμα]] (μονοτονικό) [[Image:25%.svg]] * [[Πάσχα ρωμέικο]] (μονοτονικό) * [[Στο Χριστό στο Κάστρο]] (1892) (πολυτονικό) * [[Τ' αγνάντεμα]] (μονοτονικό) [[Image:25%.svg]] * [[Τ' αερικό στο δέντρο]] (πολυτονικό) * [[Τα Δαιμόνια στο ρέμα]] (μονοτονικό) * [[Τα δυο τέρατα]] (μονοτονικό) * [[Τα ρόδινα ακρογιάλια]] (πολυτονικό) * [[Τα συχαρίκια]] (μονοτονικό) * [[Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη]] (πολυτονικό) * [[Το μοιρολόγι της φώκιας]] (μονοτονικό) * [[Χωρίς στεφάνι]] (μονοτονικό) }} ===Ποιήματα=== * [[Μία ψυχή]] * [[Δέησις (Παπαδιαμάντης)|Δέησις]] * [[Εις την μνήμην του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη]] * [[Εις τους αδελφούς Γιαννάκην και Κώστα Γ. Ραφτάκη]] * [[Έκπτωτος ψυχή]] * [[Η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα]] * [[Νύχτα βασάνου]] * [[Προς την μητέρα μου]] * [[Στην Παναγία τη Σαλονικιά]] * [[Στην Παναγία την Κεχριά]] * [[Στην Παναγία την Κουνίστρα]] * [[Στην Παναγία του Ντομάν]] * [[Στην Παναγίτσα στο Πυργί]] * [[Το ωραίον φάσμα]] ===Άρθρα=== *[[Η Εννεακοσιετηρίς της Παμμεγίστης Λαύρας]] *[[Χριστούγεννα (Παπαδιαμάντη)| Χριστούγεννα]] (πολυτονικό) ==Κείμενα για τον Παπαδιαμάντη== *[[(Για τον Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη)]], του [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Καβάφης|Κωνσταντίνου Καβάφη]], Εφημερίδα Νέα Ζωή Αλεξάνδρειας, 1908 *[[Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Γιάννης Κασιμάτης)|Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης]], του [[Συγγραφέας:Γιάννης Κασιμάτης|Γιάννη Κασιμάτη]], περιοδικό «Γράμματα», Αλεξάνδρεια 1911 {{σκαναρισμένη έκδοση|Γράμματα Αρ.1 (1911)}} *[[Το ήθος του Παπαδιαμάντη]], του [[Συγγραφέας: Παύλος Νιρβάνας|Παύλου Νιρβάνα]], Περιοδικό Νέα Εστία τ. 163, 1933 {{DEFAULTSORT:Παπαδιαμαντης Αλεξανδρος}} [[Κατηγορία:Συγγραφείς-Π]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς του 19ου αιώνα]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς του 20ου αιώνα]] 667jii3jdwaq218621xpza0nhf8xh2z 167243 167241 2026-08-15T19:12:44Z Nikos1nikos1 15046 /* Διηγήματα */ Ὁλόγυρα στὴ λίμνη 167243 wikitext text/x-wiki {{Συγγραφέας2 |όνομα =Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |ημερομηνίες =1851–1911 |περιγραφή = |εικόνα =Papadiamantis Aleksandros by Nirvanas.jpg |λεζάντα = Ο '''Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης''', φωτογραφημένος από τον [[Παύλος Νιρβάνας|Παύλο Νιρβάνα]] στην Πλατεία Δεξαμενής το 1906 |βικιπαίδεια = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |βικιφθέγματα = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης |commons = }} ==Έργα== ===Διηγήματα=== {{div col|colwidth=20em| * [[Το χριστόψωμο|Τὸ χριστόψωμο]] (1887) * [[Η Τελευταία βαπτιστική|Ἡ Τελευταία βαπτιστική]] (1888) {{ηχογράφηση|Πασχαλινά διηγήματα, Η Τελευταία βαπτιστική.ogg}} * [[Η Χήρα παπαδιά|Ἡ Χήρα παπαδιά]] (1888) * [[Υπηρέτρα|Ὑπηρέτρα]] (1888) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Υπηρέτρα.ogg}} * [[Η Σταχομαζώχτρα|Ἡ Σταχομαζώχτρα]] (1889) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Η Σταχομαζώχτρα.ogg}} * [[Ο σημαδιακός|Ὁ σημαδιακός]] (1889) * [[Εξοχική Λαμπρή|Ἐξοχικὴ Λαμπρή]] (1890) * [[Η χτυπημένη]] (μονοτονικό) (1890) * [[Η Μαυρομαντηλού]] (1891) * [[Ο Πανταρώτας|Ὁ Πανταρώτας]] (1891) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Ο Πανταρώτας.ogg}} * [[Θέρος Έρος|Θέρος-Ἔρος]] (1891) * [[Παιδική Πασχαλιά|Παιδικὴ Πασχαλιά]] (1891) * [[Αποκριάτικη νυχτιά|Ἀποκριάτικη νυχτιά]] (1892) * [[Η Βλαχοπούλα|Ἡ Βλαχοπούλα]] (1892) * [[Οι χαλασοχώρηδες|Οἱ χαλασοχώρηδες]] (1892) * [[Ολόγυρα στη λίμνη|Ὁλόγυρα στὴ λίμνη]] (1892) * [[Στην Αγι-Αναστασά|Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά]] (1892) * [[Λαμπριάτικος Ψάλτης]] (1893) * [[Της κοκκώνας το σπίτι|Τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι]] (1893) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Της κοκκώνας το σπίτι.ogg}} * [[Η δασκαλομάννα|Ἡ Δασκαλομάννα]] (1894) * [[Η Γλυκοφιλούσα|Ἡ Γλυκοφιλοῦσα]] (1894) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Η Γλυκοφιλούσα.ogg}} * [[Ωχ! Βασανάκια|Ὤχ! Βασανάκια]] (1894) * [[Έρως Ήρως|Ἔρως Ἥρως]] (1897) * [[Για την περηφάνια|Γιὰ τὴν περηφάνια]] (1899) * [[Γουτού Γουπατού|Γουτοῦ Γουπατοῦ]] (1899) * [[Τρελλή Βραδυά|Τρελλὴ βραδυά]] (1901) * [[Υπό την βασιλικήν δρυν|Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν]] (1901) * [[Στρίγγλα Μάννα|Στρίγλα μάννα]] (1902) * [[Η Φόνισσα|Ἡ Φόνισσα]] (1903) [[Image:50%.png]] * [[Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου]] (1906) * [[Η επίσκεψις του Αγίου Δεσπότη|Ἡ Ἐπίσκεψις τοῦ ἁγίου Δεσπότη]] (1906) * [[Φορτωμένα κόκκαλα]] (1907) {{σκαναρισμένη έκδοση|Νέα Ζωή Τεύχος 37 (α).djvu}} * [[Η πεποικιλμένη|Ἡ Πεποικιλμένη]] (1909) {{ηχογράφηση|Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, Πεποικιλμένη.ogg}} * [[Τα μαύρα κούτσουρα|Τὰ μαῦρα κούτσουρα]] (1912) * [[Αμαρτίας φάντασμα|Ἁμαρτίας φάντασμα]] (πολυτονικό) * [[Άνθος του γιαλού|Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ]] (πολυτονικό) * [[Απόλαυσις στη γειτονιά]] (μονοτονικό) * [[Άσπρη σαν το χιόνι|Άσπρη σαν το χιόνι]] (μονοτονικό) * [[Άψαλτος]] (μονοτονικό) * [[Η αποσώστρα]] (μονοτονικό) * [[Η Ντελησυφέρω]] (μονοτονικό) * [[Η Παναγία η Γλυκοφιλούσα]] (μονοτονικό) * [[Η πιτρόπισσα]] (πολυτονικό) * [[Η Φαρμακολύτρια|Ἡ Φαρμακολύτρια]] (1900) (πολυτονικό) * [[Ναυαγίων ναυάγια]] (μονοτονικό) * [[Ο Αλιβάνιστος]] (1903) (πολυτονικό) * [[Ο γείτονας με το λαγούτο]] (μονοτονικό) * [[Ο Έρωτας στα χιόνια]] (1896) (μονοτονικό) * [[Ο Κακόμης]] (μονοτονικό) * [[Ο Κοσμολαΐτης]] (πολυτονικό) * [[Ο ξεπεσμένος δερβίσης]] (πολυτονικό) * [[Ο πανδρολόγος]] (μονοτονικό) * [[Ο τυφλοσύρτης]] (μονοτονικό) * [[Ο φτωχός άγιος]] (πολυτονικό) * [[Οι μάγισσες]] (μονοτονικό) * [[Οι παραπονεμένες]] (μονοτονικό) * [[Όνειρο στο κύμα]] (μονοτονικό) [[Image:25%.svg]] * [[Πάσχα ρωμέικο]] (μονοτονικό) * [[Στο Χριστό στο Κάστρο]] (1892) (πολυτονικό) * [[Τ' αγνάντεμα]] (μονοτονικό) [[Image:25%.svg]] * [[Τ' αερικό στο δέντρο]] (πολυτονικό) * [[Τα Δαιμόνια στο ρέμα]] (μονοτονικό) * [[Τα δυο τέρατα]] (μονοτονικό) * [[Τα ρόδινα ακρογιάλια]] (πολυτονικό) * [[Τα συχαρίκια]] (μονοτονικό) * [[Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη]] (πολυτονικό) * [[Το μοιρολόγι της φώκιας]] (μονοτονικό) * [[Χωρίς στεφάνι]] (μονοτονικό) }} ===Ποιήματα=== * [[Μία ψυχή]] * [[Δέησις (Παπαδιαμάντης)|Δέησις]] * [[Εις την μνήμην του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη]] * [[Εις τους αδελφούς Γιαννάκην και Κώστα Γ. Ραφτάκη]] * [[Έκπτωτος ψυχή]] * [[Η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα]] * [[Νύχτα βασάνου]] * [[Προς την μητέρα μου]] * [[Στην Παναγία τη Σαλονικιά]] * [[Στην Παναγία την Κεχριά]] * [[Στην Παναγία την Κουνίστρα]] * [[Στην Παναγία του Ντομάν]] * [[Στην Παναγίτσα στο Πυργί]] * [[Το ωραίον φάσμα]] ===Άρθρα=== *[[Η Εννεακοσιετηρίς της Παμμεγίστης Λαύρας]] *[[Χριστούγεννα (Παπαδιαμάντη)| Χριστούγεννα]] (πολυτονικό) ==Κείμενα για τον Παπαδιαμάντη== *[[(Για τον Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη)]], του [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Καβάφης|Κωνσταντίνου Καβάφη]], Εφημερίδα Νέα Ζωή Αλεξάνδρειας, 1908 *[[Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Γιάννης Κασιμάτης)|Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης]], του [[Συγγραφέας:Γιάννης Κασιμάτης|Γιάννη Κασιμάτη]], περιοδικό «Γράμματα», Αλεξάνδρεια 1911 {{σκαναρισμένη έκδοση|Γράμματα Αρ.1 (1911)}} *[[Το ήθος του Παπαδιαμάντη]], του [[Συγγραφέας: Παύλος Νιρβάνας|Παύλου Νιρβάνα]], Περιοδικό Νέα Εστία τ. 163, 1933 {{DEFAULTSORT:Παπαδιαμαντης Αλεξανδρος}} [[Κατηγορία:Συγγραφείς-Π]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς του 19ου αιώνα]] [[Κατηγορία:Συγγραφείς του 20ου αιώνα]] 87zsfb9ddrtnx34jexf51ne2onw1h10 Ηθικά Νικομάχεια/8 0 14627 167245 152082 2026-08-16T08:43:35Z Ousia 3954 remove wrong added number 167245 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα| |τίτλος=Ηθικά Νικομάχεια |συγγραφέας =Αριστοτέλης |μεταφραστής= |ενότητα=Βιβλίο 8ο |επόμενο=[[Ηθικά Νικομάχεια/9|Βιβλίο 9]] |προηγούμενο=[[Ηθικά Νικομάχεια/7|Βιβλίο 7]] |σημειώσεις=}} {{π|1155a.0|1155a}} μετὰ δὲ ταῦτα περὶ φιλίας ἕποιτ̓ ἂν διελθεῖν· ἔστι γὰρ ἀρετή τις ἢ μετ̓ ἀρετῆς, ἔτι δ̓ ἀναγκαιότατον εἰς τὸν {{χ|1155a.5|5}} βίον. ἄνευ γὰρ φίλων οὐδεὶς ἕλοιτ̓ ἂν ζῆν, ἔχων τὰ λοιπὰ ἀγαθὰ πάντα· καὶ γὰρ πλουτοῦσι καὶ ἀρχὰς καὶ δυναστείας κεκτημένοις δοκεῖ φίλων μάλιστ̓ εἶναι χρεία· τί γὰρ ὄφελος τῆς τοιαύτης εὐετηρίας ἀφαιρεθείσης εὐεργεσίας, ἣ γίγνεται μάλιστα καὶ ἐπαινετωτάτη πρὸς φίλους; ἢ πῶς ἂν τηρηθείη {{χ|1155a.10|10}} καὶ σῴζοιτ̓ ἄνευ φίλων; ὅσῳ γὰρ πλείων, τοσούτῳ ἐπισφαλεστέρα. ἐν πενίᾳ τε καὶ ταῖς λοιπαῖς δυστυχίαις μόνην οἴονται καταφυγὴν εἶναι τοὺς φίλους. καὶ νέοις δὲ πρὸς τὸ ἀναμάρτητον καὶ πρεσβυτέροις πρὸς θεραπείαν καὶ τὸ ἐλλεῖπον τῆς πράξεως δἰ ἀσθένειαν βοηθείας, τοῖς τ̓ ἐν ἀκμῇ {{χ|1155a.15|15}} πρὸς τὰς καλὰς πράξεις· σύν τε δύ̓ ἐρχομένω· καὶ γὰρ νοῆσαι καὶ πρᾶξαι δυνατώτεροι. φύσει τ̓ ἐνυπάρχειν ἔοικε πρὸς τὸ γεγεννημένον τῷ γεννήσαντι καὶ πρὸς τὸ γεννῆσαν τῷ γεννηθέντι, οὐ μόνον ἐν ἀνθρώποις ἀλλὰ καὶ ἐν ὄρνισι καὶ τοῖς πλείστοις τῶν ζῴων, καὶ τοῖς ὁμοεθνέσι πρὸς ἄλληλα, {{χ|1155a.20|20}} καὶ μάλιστα τοῖς ἀνθρώποις, ὅθεν τοὺς φιλανθρώπους ἐπαινοῦμεν. ἴδοι δ̓ ἄν τις καὶ ἐν ταῖς πλάναις ὡς οἰκεῖον ἅπας ἄνθρωπος ἀνθρώπῳ καὶ φίλον. ἔοικε δὲ καὶ τὰς πόλεις συνέχειν ἡ φιλία, καὶ οἱ νομοθέται μᾶλλον περὶ αὐτὴν σπουδάζειν ἢ τὴν δικαιοσύνην· ἡ γὰρ ὁμόνοια ὅμοιόν τι τῇ {{χ|1155a.25|25}} φιλίᾳ ἔοικεν εἶναι, ταύτης δὲ μάλιστ̓ ἐφίενται καὶ τὴν στάσιν ἔχθραν οὖσαν μάλιστα ἐξελαύνουσιν· καὶ φίλων μὲν ὄντων οὐδὲν δεῖ δικαιοσύνης, δίκαιοι δ̓ ὄντες προσδέονται φιλίας, καὶ τῶν δικαίων τὸ μάλιστα φιλικὸν εἶναι δοκεῖ. οὐ μόνον δ̓ ἀναγκαῖόν ἐστιν ἀλλὰ καὶ καλόν· τοὺς γὰρ φιλοφίλους {{χ|1155a.30|30}} ἐπαινοῦμεν, ἥ τε πολυφιλία δοκεῖ τῶν καλῶν ἕν τι εἶναι· καὶ ἔτι τοὺς αὐτοὺς οἴονται ἄνδρας ἀγαθοὺς εἶναι καὶ φίλους. διαμφισβητεῖται δὲ περὶ αὐτῆς οὐκ ὀλίγα. οἳ μὲν γὰρ ὁμοιότητά τινα τιθέασιν αὐτὴν καὶ τοὺς ὁμοίους φίλους, ὅθεν τὸν ὅμοιόν φασιν ὡς τὸν ὅμοιον, καὶ κολοιὸν ποτὶ {{χ|1155a.35|35}} κολοιόν, καὶ τὰ τοιαῦτα· οἳ δ̓ ἐξ ἐναντίας κεραμεῖς πάντας τοὺς τοιούτους ἀλλήλοις φασὶν εἶναι. {{π|1155b.0|1155b}} καὶ περὶ αὐτῶν τούτων ἀνώτερον ἐπιζητοῦσι καὶ φυσικώτερον, Εὐριπίδης μὲν φάσκων ἐρᾶν μὲν ὄμβρου γαῖαν ξηρανθεῖσαν, ἐρᾶν δὲ σεμνὸν οὐρανὸν πληρούμενον ὄμβρου πεσεῖν ἐς γαῖαν, καὶ Ἡράκλειτος τὸ {{χ|1155b.5|5}} ἀντίξουν συμφέρον καὶ ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν καὶ πάντα κατ̓ ἔριν γίνεσθαι· ἐξ ἐναντίας δὲ τούτοις ἄλλοι τε καὶ Ἐμπεδοκλῆς· τὸ γὰρ ὅμοιον τοῦ ὁμοίου ἐφίεσθαι. τὰ μὲν οὖν φυσικὰ τῶν ἀπορημάτων ἀφείσθω (οὐ γὰρ οἰκεῖα τῆς παρούσης σκέψεως)· ὅσα δ̓ ἐστὶν ἀνθρωπικὰ καὶ {{χ|1155b.10|10}} ἀνήκει εἰς τὰ ἤθη καὶ τὰ πάθη, ταῦτ̓ ἐπισκεψώμεθα, οἷον πότερον ἐν πᾶσι γίνεται φιλία ἢ οὐχ οἷόν τε μοχθηροὺς ὄντας φίλους εἶναι, καὶ πότερον ἓν εἶδος τῆς φιλίας ἐστὶν ἢ πλείω. οἱ μὲν γὰρ ἓν οἰόμενοι, ὅτι ἐπιδέχεται τὸ μᾶλλον καὶ [τὸ] ἧττον, οὐχ ἱκανῷ πεπιστεύκασι σημείῳ· δέχεται γὰρ {{χ|1155b.15|15}} τὸ μᾶλλον καὶ [τὸ] ἧττον καὶ τὰ ἕτερα τῷ εἴδει. εἴρηται δ̓ ὑπὲρ αὐτῶν ἔμπροσθεν. τάχα δ̓ ἂν γένοιτο περὶ αὐτῶν φανερὸν γνωρισθέντος τοῦ φιλητοῦ. δοκεῖ γὰρ οὐ πᾶν φιλεῖσθαι ἀλλὰ τὸ φιλητόν, τοῦτο δ̓ εἶναι ἀγαθὸν ἢ ἡδὺ ἢ χρήσιμον· δόξειε δ̓ ἂν χρήσιμον {{χ|1155b.20|20}} εἶναι δἰ οὗ γίνεται ἀγαθόν τι ἢ ἡδονή, ὥστε φιλητὰ ἂν εἴη τἀγαθόν τε καὶ τὸ ἡδὺ ὡς τέλη. πότερον οὖν τἀγαθὸν φιλοῦσιν ἢ τὸ αὑτοῖς ἀγαθόν; διαφωνεῖ γὰρ ἐνίοτε ταῦτα. ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τὸ ἡδύ. δοκεῖ δὲ τὸ αὑτῷ ἀγαθὸν φιλεῖν ἕκαστος, καὶ εἶναι ἁπλῶς μὲν τἀγαθὸν φιλητόν, ἑκάστῳ {{χ|1155b.25|25}} δὲ τὸ ἑκάστῳ· φιλεῖ δ̓ ἕκαστος οὐ τὸ ὂν αὑτῷ ἀγαθὸν ἀλλὰ τὸ φαινόμενον. διοίσει δ̓ οὐδέν· ἔσται γὰρ τὸ φιλητὸν φαινόμενον. τριῶν δ̓ ὄντων δἰ ἃ φιλοῦσιν, ἐπὶ μὲν τῇ τῶν ἀψύχων φιλήσει οὐ λέγεται φιλία· οὐ γάρ ἐστιν ἀντιφίλησις, οὐδὲ βούλησις ἐκείνῳ ἀγαθοῦ (γελοῖον γὰρ ἴσως τῷ οἴνῳ βούλεσθαι {{χ|1155b.30|30}} τἀγαθά, ἀλλ̓ εἴπερ, σῴζεσθαι βούλεται αὐτόν, ἵνα αὐτὸς ἔχῃ)· τῷ δὲ φίλῳ φασὶ δεῖν βούλεσθαι τἀγαθὰ ἐκείνου ἕνεκα. τοὺς δὲ βουλομένους οὕτω τἀγαθὰ εὔνους λέγουσιν, ἂν μὴ ταὐτὸ καὶ παῤ ἐκείνου γίνηται· εὔνοιαν γὰρ ἐν ἀντιπεπονθόσι φιλίαν εἶναι. ἢ προσθετέον μὴ λανθάνουσαν; πολλοὶ γάρ {{χ|1155b.35|35}} εἰσιν εὖνοι οἷς οὐχ ἑωράκασιν, ὑπολαμβάνουσι δὲ ἐπιεικεῖς εἶναι ἢ χρησίμους· {{π|1156a.0|1156a}} τοῦτο δὲ τὸ αὐτὸ κἂν ἐκείνων τις πάθοι πρὸς τοῦτον. εὖνοι μὲν οὖν οὗτοι φαίνονται ἀλλήλοις· φίλους δὲ πῶς ἄν τις εἴποι λανθάνοντας ὡς ἔχουσιν ἑαυτοῖς; δεῖ ἄρα εὐνοεῖν ἀλλήλοις καὶ βούλεσθαι τἀγαθὰ μὴ λανθάνοντας {{χ|1156a.5|5}} δἰ ἕν τι τῶν εἰρημένων. διαφέρει δὲ ταῦτα ἀλλήλων εἴδει· καὶ αἱ φιλήσεις ἄρα καὶ αἱ φιλίαι. τρία δὴ τὰ τῆς φιλίας εἴδη, ἰσάριθμα τοῖς φιλητοῖς· καθ̓ ἕκαστον γάρ ἐστιν ἀντιφίλησις οὐ λανθάνουσα, οἱ δὲ φιλοῦντες ἀλλήλους βούλονται τἀγαθὰ ἀλλήλοις {{χ|1156a.10|10}} ταύτῃ ᾗ φιλοῦσιν. οἱ μὲν οὖν διὰ τὸ χρήσιμον φιλοῦντες ἀλλήλους οὐ καθ̓ αὑτοὺς φιλοῦσιν, ἀλλ̓ ᾗ γίνεταί τι αὐτοῖς παῤ ἀλλήλων ἀγαθόν. ὁμοίως δὲ καὶ οἱ δἰ ἡδονήν· οὐ γὰρ τῷ ποιούς τινας εἶναι ἀγαπῶσι τοὺς εὐτραπέλους, ἀλλ̓ ὅτι ἡδεῖς αὑτοῖς. οἵ τε δὴ διὰ τὸ χρήσιμον φιλοῦντες διὰ τὸ αὑτοῖς {{χ|1156a.15|15}} ἀγαθὸν στέργουσι, καὶ οἱ δἰ ἡδονὴν διὰ τὸ αὑτοῖς ἡδύ, καὶ οὐχ ᾗ ὁ φιλούμενός ἐστιν, ἀλλ̓ ᾗ χρήσιμος ἢ ἡδύς. κατὰ συμβεβηκός τε δὴ αἱ φιλίαι αὗταί εἰσιν· οὐ γὰρ ᾗ ἐστὶν ὅσπερ ἐστὶν ὁ φιλούμενος, ταύτῃ φιλεῖται, ἀλλ̓ ᾗ πορίζουσιν οἳ μὲν ἀγαθόν τι οἳ δ̓ ἡδονήν. εὐδιάλυτοι δὴ αἱ τοιαῦταί {{χ|1156a.20|20}} εἰσι, μὴ διαμενόντων αὐτῶν ὁμοίων· ἐὰν γὰρ μηκέτι ἡδεῖς ἢ χρήσιμοι ὦσι, παύονται φιλοῦντες. τὸ δὲ χρήσιμον οὐ διαμένει, ἀλλ̓ ἄλλοτε ἄλλο γίνεται. ἀπολυθέντος οὖν δἰ ὃ φίλοι ἦσαν, διαλύεται καὶ ἡ φιλία, ὡς οὔσης τῆς φιλίας πρὸς ἐκεῖνα. μάλιστα δ̓ ἐν τοῖς πρεσβύταις ἡ τοιαύτη δοκεῖ {{χ|1156a.25|25}} φιλία γίνεσθαι (οὐ γὰρ τὸ ἡδὺ οἱ τηλικοῦτοι διώκουσιν ἀλλὰ τὸ ὠφέλιμον), καὶ τῶν ἐν ἀκμῇ καὶ νέων ὅσοι τὸ συμφέρον διώκουσιν. οὐ πάνυ δ̓ οἱ τοιοῦτοι οὐδὲ συζῶσι μετ̓ ἀλλήλων· ἐνίοτε γὰρ οὐδ̓ εἰσὶν ἡδεῖς· οὐδὲ δὴ προσδέονται τῆς τοιαύτης ὁμιλίας, ἐὰν μὴ ὠφέλιμοι ὦσιν· ἐπὶ τοσοῦτον {{χ|1156a.30|30}} γάρ εἰσιν ἡδεῖς ἐφ̓ ὅσον ἐλπίδας ἔχουσιν ἀγαθοῦ. εἰς ταύτας δὲ καὶ τὴν ξενικὴν τιθέασιν. ἡ δὲ τῶν νέων φιλία δἰ ἡδονὴν εἶναι δοκεῖ· κατὰ πάθος γὰρ οὗτοι ζῶσι, καὶ μάλιστα διώκουσι τὸ ἡδὺ αὑτοῖς καὶ τὸ παρόν· τῆς ἡλικίας δὲ μεταπιπτούσης καὶ τὰ ἡδέα γίνεται ἕτερα. διὸ ταχέως γίνονται {{χ|1156a.35|35}} φίλοι καὶ παύονται· ἅμα γὰρ τῷ ἡδεῖ ἡ φιλία μεταπίπτει, {{π|1156b.0|1156b}} τῆς δὲ τοιαύτης ἡδονῆς ταχεῖα ἡ μεταβολή. καὶ ἐρωτικοὶ δ̓ οἱ νέοι· κατὰ πάθος γὰρ καὶ δἰ ἡδονὴν τὸ πολὺ τῆς ἐρωτικῆς· διόπερ φιλοῦσι καὶ ταχέως παύονται, πολλάκις τῆς αὐτῆς ἡμέρας μεταπίπτοντες. συνημερεύειν δὲ καὶ {{χ|1156b.5|5}} συζῆν οὗτοι βούλονται· γίνεται γὰρ αὐτοῖς τὸ κατὰ τὴν φιλίαν οὕτως. τελεία δ̓ ἐστὶν ἡ τῶν ἀγαθῶν φιλία καὶ κατ̓ ἀρετὴν ὁμοίων· οὗτοι γὰρ τἀγαθὰ ὁμοίως βούλονται ἀλλήλοις ᾗ ἀγαθοί, ἀγαθοὶ δ̓ εἰσὶ καθ̓ αὑτούς. οἱ δὲ βουλόμενοι τἀγαθὰ {{χ|1156b.10|10}} τοῖς φίλοις ἐκείνων ἕνεκα μάλιστα φίλοι· δἰ αὑτοὺς γὰρ οὕτως ἔχουσι, καὶ οὐ κατὰ συμβεβηκός· διαμένει οὖν ἡ τούτων φιλία ἕως ἂν ἀγαθοὶ ὦσιν, ἡ δ̓ ἀρετὴ μόνιμον. καὶ ἔστιν ἑκάτερος ἁπλῶς ἀγαθὸς καὶ τῷ φίλῳ· οἱ γὰρ ἀγαθοὶ καὶ ἁπλῶς ἀγαθοὶ καὶ ἀλλήλοις ὠφέλιμοι. ὁμοίως δὲ καὶ {{χ|1156b.15|15}} ἡδεῖς· καὶ γὰρ ἁπλῶς οἱ ἀγαθοὶ ἡδεῖς καὶ ἀλλήλοις· ἑκάστῳ γὰρ καθ̓ ἡδονήν εἰσιν αἱ οἰκεῖαι πράξεις καὶ αἱ τοιαῦται, τῶν ἀγαθῶν δὲ αἱ αὐταὶ ἢ ὅμοιαι. ἡ τοιαύτη δὲ φιλία μόνιμος εὐλόγως ἐστίν· συνάπτει γὰρ ἐν αὐτῇ πάνθ̓ ὅσα τοῖς φίλοις δεῖ ὑπάρχειν. πᾶσα γὰρ φιλία δἰ ἀγαθόν ἐστιν {{χ|1156b.20|20}} ἢ δἰ ἡδονήν, ἢ ἁπλῶς ἢ τῷ φιλοῦντι, καὶ καθ̓ ὁμοιότητά τινα· ταύτῃ δὲ πάνθ̓ ὑπάρχει τὰ εἰρημένα καθ̓ αὑτούς· †ταύτῃ γὰρ ὅμοια† καὶ τὰ λοιπά, τό τε ἁπλῶς ἀγαθὸν καὶ ἡδὺ ἁπλῶς ἐστίν, μάλιστα δὲ ταῦτα φιλητά· καὶ τὸ φιλεῖν δὴ καὶ ἡ φιλία ἐν τούτοις μάλιστα καὶ ἀρίστη. σπανίας δ̓ {{χ|1156b.25|25}} εἰκὸς τὰς τοιαύτας εἶναι· ὀλίγοι γὰρ οἱ τοιοῦτοι. ἔτι δὲ προσδεῖται χρόνου καὶ συνηθείας· κατὰ τὴν παροιμίαν γὰρ οὐκ ἔστιν εἰδῆσαι ἀλλήλους πρὶν τοὺς λεγομένους ἅλας συναναλῶσαι· οὐδ̓ ἀποδέξασθαι δὴ πρότερον οὐδ̓ εἶναι φίλους, πρὶν ἂν ἑκάτερος ἑκατέρῳ φανῇ φιλητὸς καὶ πιστευθῇ. οἱ δὲ ταχέως {{χ|1156b.30|30}} τὰ φιλικὰ πρὸς ἀλλήλους ποιοῦντες βούλονται μὲν φίλοι εἶναι, οὐκ εἰσὶ δέ, εἰ μὴ καὶ φιλητοί, καὶ τοῦτ̓ ἴσασιν· βούλησις μὲν γὰρ ταχεῖα φιλίας γίνεται, φιλία δ̓ οὔ. αὕτη μὲν οὖν καὶ κατὰ τὸν χρόνον καὶ κατὰ τὰ λοιπὰ τελεία ἐστί, καὶ κατὰ πάντα ταὐτὰ γίνεται καὶ ὅμοια ἑκατέρῳ {{χ|1156b.35|35}} παῤ ἑκατέρου, ὅπερ δεῖ τοῖς φίλοις ὑπάρχειν. {{π|1157a.0|1157a}} ἡ δὲ διὰ τὸ ἡδὺ ὁμοίωμα ταύτης ἔχει· καὶ γὰρ οἱ ἀγαθοὶ ἡδεῖς ἀλλήλοις. ὁμοίως δὲ καὶ ἡ διὰ τὸ χρήσιμον· καὶ γὰρ τοιοῦτοι ἀλλήλοις οἱ ἀγαθοί. μάλιστα δὲ καὶ ἐν τούτοις αἱ φιλίαι μένουσιν, ὅταν τὸ αὐτὸ γίνηται παῤ ἀλλήλων, οἷον {{χ|1157a.5|5}} ἡδονή, καὶ μὴ μόνον οὕτως ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ, οἷον τοῖς εὐτραπέλοις, καὶ μὴ ὡς ἐραστῇ καὶ ἐρωμένῳ. οὐ γὰρ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ἥδονται οὗτοι, ἀλλ̓ ὃ μὲν ὁρῶν ἐκεῖνον, ὃ δὲ θεραπευόμενος ὑπὸ τοῦ ἐραστοῦ· ληγούσης δὲ τῆς ὥρας ἐνίοτε καὶ ἡ φιλία λήγει (τῷ μὲν γὰρ οὐκ ἔστιν ἡδεῖα ἡ {{χ|1157a.10|10}} ὄψις, τῷ δ̓ οὐ γίνεται ἡ θεραπεία)· πολλοὶ δ̓ αὖ διαμένουσιν, ἐὰν ἐκ τῆς συνηθείας τὰ ἤθη στέρξωσιν, ὁμοήθεις ὄντες. οἱ δὲ μὴ τὸ ἡδὺ ἀντικαταλλαττόμενοι ἀλλὰ τὸ χρήσιμον ἐν τοῖς ἐρωτικοῖς καὶ εἰσὶν ἧττον φίλοι καὶ διαμένουσιν. οἱ δὲ διὰ τὸ χρήσιμον ὄντες φίλοι ἅμα τῷ συμφέροντι {{χ|1157a.15|15}} διαλύονται· οὐ γὰρ ἀλλήλων ἦσαν φίλοι ἀλλὰ τοῦ λυσιτελοῦς. δἰ ἡδονὴν μὲν οὖν καὶ διὰ τὸ χρήσιμον καὶ φαύλους ἐνδέχεται φίλους ἀλλήλοις εἶναι καὶ ἐπιεικεῖς φαύλοις καὶ μηδέτερον ὁποιῳοῦν, δἰ αὑτοὺς δὲ δῆλον ὅτι μόνους τοὺς ἀγαθούς· οἱ γὰρ κακοὶ οὐ χαίρουσιν ἑαυτοῖς, {{χ|1157a.20|20}} εἰ μή τις ὠφέλεια γίνοιτο. καὶ μόνη δὲ ἡ τῶν ἀγαθῶν φιλία ἀδιάβλητός ἐστιν· οὐ γὰρ ῥᾴδιον οὐδενὶ πιστεῦσαι περὶ τοῦ ἐν πολλῷ χρόνῳ ὑφ̓ αὑτοῦ δεδοκιμασμένου· καὶ τὸ πιστεύειν ἐν τούτοις, καὶ τὸ μηδέποτ̓ ἂν ἀδικῆσαι, καὶ ὅσα ἄλλα ἐν τῇ ὡς ἀληθῶς φιλίᾳ ἀξιοῦται. ἐν δὲ ταῖς ἑτέραις {{χ|1157a.25|25}} οὐδὲν κωλύει τὰ τοιαῦτα γίνεσθαι. ἐπεὶ γὰρ οἱ ἄνθρωποι λέγουσι φίλους καὶ τοὺς διὰ τὸ χρήσιμον, ὥσπερ αἱ πόλεις (δοκοῦσι γὰρ αἱ συμμαχίαι ταῖς πόλεσι γίνεσθαι ἕνεκα τοῦ συμφέροντος), καὶ τοὺς δἰ ἡδονὴν ἀλλήλους στέργοντας, ὥσπερ οἱ παῖδες, ἴσως λέγειν μὲν δεῖ καὶ ἡμᾶς φίλους τοὺς {{χ|1157a.30|30}} τοιούτους, εἴδη δὲ τῆς φιλίας πλείω, καὶ πρώτως μὲν καὶ κυρίως τὴν τῶν ἀγαθῶν ᾗ ἀγαθοί, τὰς δὲ λοιπὰς καθ̓ ὁμοιότητα· ᾗ γὰρ ἀγαθόν τι καὶ ὅμοιόν τι, ταύτῃ φίλοι· καὶ γὰρ τὸ ἡδὺ ἀγαθὸν τοῖς φιληδέσιν. οὐ πάνυ δ̓ αὗται συνάπτουσιν, οὐδὲ γίνονται οἱ αὐτοὶ φίλοι διὰ τὸ χρήσιμον {{χ|1157a.35|35}} καὶ διὰ τὸ ἡδύ· οὐ γὰρ πάνυ συνδυάζεται τὰ κατὰ συμβεβηκός. [{{π|1157b.0|1157b}} εἰς ταῦτα δὲ τὰ εἴδη τῆς φιλίας νενεμημένης οἱ μὲν φαῦλοι ἔσονται φίλοι δἰ ἡδονὴν ἢ τὸ χρήσιμον, ταύτῃ ὅμοιοι ὄντες, οἱ δ̓ ἀγαθοὶ δἰ αὑτοὺς φίλοι· ᾗ γὰρ ἀγαθοί. οὗτοι μὲν οὖν ἁπλῶς φίλοι, ἐκεῖνοι δὲ κατὰ συμβεβηκὸς {{χ|1157b.5|5}} καὶ τῷ ὡμοιῶσθαι τούτοις. ὥσπερ δ̓ ἐπὶ τῶν ἀρετῶν οἳ μὲν καθ̓ ἕξιν οἳ δὲ κατ̓ ἐνέργειαν ἀγαθοὶ λέγονται, οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς φιλίας· οἱ μὲν γὰρ συζῶντες χαίρουσιν ἀλλήλοις καὶ πορίζουσι τἀγαθά, οἱ δὲ καθεύδοντες ἢ κεχωρισμένοι τοῖς τόποις οὐκ ἐνεργοῦσι μέν, οὕτω δ̓ ἔχουσιν ὥστ̓ {{χ|1157b.10|10}} ἐνεργεῖν φιλικῶς· οἱ γὰρ τόποι οὐ διαλύουσι τὴν φιλίαν ἁπλῶς, ἀλλὰ τὴν ἐνέργειαν. ἐὰν δὲ χρόνιος ἡ ἀπουσία γίνηται, καὶ τῆς φιλίας δοκεῖ λήθην ποιεῖν· ὅθεν εἴρηται πολλὰς δὴ φιλίας ἀπροσηγορία διέλυσεν. οὐ φαίνονται δ̓ οὔθ̓ οἱ πρεσβῦται οὔθ̓ οἱ στρυφνοὶ φιλικοὶ εἶναι· βραχὺ {{χ|1157b.15|15}} γὰρ ἐν αὐτοῖς τὸ τῆς ἡδονῆς, οὐδεὶς δὲ δύναται συνημερεύειν τῷ λυπηρῷ οὐδὲ τῷ μὴ ἡδεῖ· μάλιστα γὰρ ἡ φύσις φαίνεται τὸ λυπηρὸν φεύγειν, ἐφίεσθαι δὲ τοῦ ἡδέος. οἱ δ̓ ἀποδεχόμενοι ἀλλήλους, μὴ συζῶντες δέ, εὔνοις ἐοίκασι μᾶλλον ἢ φίλοις. οὐδὲν γὰρ οὕτως ἐστὶ φίλων ὡς τὸ συζῆν {{χ|1157b.20|20}} (ὠφελείας μὲν γὰρ οἱ ἐνδεεῖς ὀρέγονται, συνημερεύειν δὲ καὶ οἱ μακάριοι· μονώταις γὰρ εἶναι τούτοις ἥκιστα προσήκει)· συνδιάγειν δὲ μετ̓ ἀλλήλων οὐκ ἔστι μὴ ἡδεῖς ὄντας μηδὲ χαίροντας τοῖς αὐτοῖς, ὅπερ ἡ ἑταιρικὴ δοκεῖ ἔχειν. {{χ|1157b.25|25}} μάλιστα μὲν οὖν ἐστὶ φιλία ἡ τῶν ἀγαθῶν, καθάπερ πολλάκις εἴρηται· δοκεῖ γὰρ φιλητὸν μὲν καὶ αἱρετὸν τὸ ἁπλῶς ἀγαθὸν ἢ ἡδύ, ἑκάστῳ δὲ τὸ αὑτῷ τοιοῦτον· ὁ δ̓ ἀγαθὸς τῷ ἀγαθῷ δἰ ἄμφω ταῦτα. ἔοικε δ̓ ἡ μὲν φίλησις πάθει, ἡ δὲ φιλία ἕξει· ἡ γὰρ φίλησις οὐχ ἧττον {{χ|1157b.30|30}} πρὸς τὰ ἄψυχά ἐστιν, ἀντιφιλοῦσι δὲ μετὰ προαιρέσεως, ἡ δὲ προαίρεσις ἀφ̓ ἕξεως· καὶ τἀγαθὰ βούλονται τοῖς φιλουμένοις ἐκείνων ἕνεκα, οὐ κατὰ πάθος ἀλλὰ καθ̓ ἕξιν. καὶ φιλοῦντες τὸν φίλον τὸ αὑτοῖς ἀγαθὸν φιλοῦσιν· ὁ γὰρ ἀγαθὸς φίλος γινόμενος ἀγαθὸν γίνεται ᾧ φίλος. ἑκάτερος {{χ|1157b.35|35}} οὖν φιλεῖ τε τὸ αὑτῷ ἀγαθόν, καὶ τὸ ἴσον ἀνταποδίδωσι τῇ βουλήσει καὶ τῷ ἡδεῖ· λέγεται γὰρ φιλότης ἰσότης, {{π|1158a.0|1158a}} μάλιστα δὲ τῇ τῶν ἀγαθῶν ταῦθ̓ ὑπάρχει. ἐν δὲ τοῖς στρυφνοῖς καὶ πρεσβυτικοῖς ἧττον γίνεται ἡ φιλία, ὅσῳ δυσκολώτεροί εἰσι καὶ ἧττον ταῖς ὁμιλίαις χαίρουσιν· ταῦτα γὰρ δοκεῖ μάλιστ̓ εἶναι φιλικὰ καὶ ποιητικὰ φιλίας. διὸ {{χ|1158a.5|5}} νέοι μὲν γίνονται φίλοι ταχύ, πρεσβῦται δ̓ οὔ· οὐ γὰρ γίνονται φίλοι οἷς ἂν μὴ χαίρωσιν· ὁμοίως δ̓ οὐδ̓ οἱ στρυφνοί. ἀλλ̓ οἱ τοιοῦτοι εὖνοι μέν εἰσιν ἀλλήλοις· βούλονται γὰρ τἀγαθὰ καὶ ἀπαντῶσιν εἰς τὰς χρείας· φίλοι δ̓ οὐ πάνυ εἰσὶ διὰ τὸ μὴ συνημερεύειν μηδὲ χαίρειν ἀλλήλοις, {{χ|1158a.10|10}} ἃ δὴ μάλιστ̓ εἶναι δοκεῖ φιλικά. πολλοῖς δ̓ εἶναι φίλον κατὰ τὴν τελείαν φιλίαν οὐκ ἐνδέχεται, ὥσπερ οὐδ̓ ἐρᾶν πολλῶν ἅμα (ἔοικε γὰρ ὑπερβολῇ, τὸ τοιοῦτο δὲ πρὸς ἕνα πέφυκε γίνεσθαι)· πολλοὺς δ̓ ἅμα τῷ αὐτῷ ἀρέσκειν σφόδρα οὐ ῥᾴδιον, ἴσως δ̓ οὐδ̓ ἀγαθοὺς εἶναι. δεῖ δὲ καὶ ἐμπειρίαν {{χ|1158a.15|15}} λαβεῖν καὶ ἐν συνηθείᾳ γενέσθαι, ὃ παγχάλεπον. διὰ τὸ χρήσιμον δὲ καὶ τὸ ἡδὺ πολλοῖς ἀρέσκειν ἐνδέχεται· πολλοὶ γὰρ οἱ τοιοῦτοι, καὶ ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ αἱ ὑπηρεσίαι. τούτων δὲ μᾶλλον ἔοικε φιλίᾳ ἡ διὰ τὸ ἡδύ, ὅταν ταὐτὰ ἀπ̓ ἀμφοῖν γίνηται καὶ χαίρωσιν ἀλλήλοις ἢ τοῖς {{χ|1158a.20|20}} αὐτοῖς, οἷαι τῶν νέων εἰσὶν αἱ φιλίαι· μᾶλλον γὰρ ἐν ταύταις τὸ ἐλευθέριον. ἡ δὲ διὰ τὸ χρήσιμον ἀγοραίων. καὶ οἱ μακάριοι δὲ χρησίμων μὲν οὐδὲν δέονται, ἡδέων δέ· συζῆν μὲν γὰρ βούλονταί τισι, τὸ δὲ λυπηρὸν ὀλίγον μὲν χρόνον φέρουσιν, συνεχῶς δ̓ οὐδεὶς ἂν ὑπομείναι, οὐδ̓ αὐτὸ {{χ|1158a.25|25}} τὸ ἀγαθόν, εἰ λυπηρὸν αὐτῷ εἴη· διὸ τοὺς φίλους ἡδεῖς ζητοῦσιν. δεῖ δ̓ ἴσως καὶ ἀγαθοὺς τοιούτους ὄντας, καὶ ἔτι αὑτοῖς· οὕτω γὰρ ὑπάρξει αὐτοῖς ὅσα δεῖ τοῖς φίλοις. οἱ δ̓ ἐν ταῖς ἐξουσίαις διῃρημένοις φαίνονται χρῆσθαι τοῖς φίλοις· ἄλλοι γὰρ αὐτοῖς εἰσὶ χρήσιμοι καὶ ἕτεροι ἡδεῖς, ἄμφω δ̓ οἱ αὐτοὶ {{χ|1158a.30|30}} οὐ πάνυ· οὔτε γὰρ ἡδεῖς μετ̓ ἀρετῆς ζητοῦσιν οὔτε χρησίμους εἰς τὰ καλά, ἀλλὰ τοὺς μὲν εὐτραπέλους τοῦ ἡδέος ἐφιέμενοι, τοὺς δὲ δεινοὺς πρᾶξαι τὸ ἐπιταχθέν, ταῦτα δ̓ οὐ πάνυ γίνεται ἐν τῷ αὐτῷ. ἡδὺς δὲ καὶ χρήσιμος ἅμα εἴρηται ὅτι ὁ σπουδαῖος· ἀλλ̓ ὑπερέχοντι οὐ γίνεται ὁ τοιοῦτος φίλος, ἐὰν μὴ {{χ|1158a.35|35}} καὶ τῇ ἀρετῇ ὑπερέχηται· εἰ δὲ μή, οὐκ ἰσάζει ἀνάλογον ὑπερεχόμενος. οὐ πάνυ δ̓ εἰώθασι τοιοῦτοι γίνεσθαι. {{π|1158b.0|1158b}} εἰσὶ δ̓ οὖν αἱ εἰρημέναι φιλίαι ἐν ἰσότητι· τὰ γὰρ αὐτὰ γίνεται ἀπ̓ ἀμφοῖν καὶ βούλονται ἀλλήλοις, ἢ ἕτερον ἀνθ̓ ἑτέρου καταλλάττονται, οἷον ἡδονὴν ἀντ̓ ὠφελείας· ὅτι δὲ καὶ ἧττόν εἰσιν αὗται φιλίαι καὶ μένουσιν, εἴρηται. {{χ|1158b.5|5}} δοκοῦσι δὲ [καὶ] δἰ ὁμοιότητα καὶ ἀνομοιότητα ταὐτοῦ εἶναί τε καὶ οὐκ εἶναι φιλίαι· καθ̓ ὁμοιότητα γὰρ τῆς κατ̓ ἀρετὴν φαίνονται φιλίαι (ἣ μὲν γὰρ τὸ ἡδὺ ἔχει ἣ δὲ τὸ χρήσιμον, ταῦτα δ̓ ὑπάρχει κἀκείνῃ), τῷ δὲ τὴν μὲν ἀδιάβλητον καὶ μόνιμον εἶναι, ταύτας δὲ ταχέως {{χ|1158b.10|10}} μεταπίπτειν ἄλλοις τε διαφέρειν πολλοῖς, οὐ φαίνονται φιλίαι, δἰ ἀνομοιότητα ἐκείνης. ἕτερον δ̓ ἐστὶ φιλίας εἶδος τὸ καθ̓ ὑπεροχήν, οἷον πατρὶ πρὸς υἱὸν καὶ ὅλως πρεσβυτέρῳ πρὸς νεώτερον, ἀνδρί τε πρὸς γυναῖκα καὶ παντὶ ἄρχοντι πρὸς ἀρχόμενον. διαφέρουσι δ̓ αὗται καὶ ἀλλήλων· {{χ|1158b.15|15}} οὐ γὰρ ἡ αὐτὴ γονεῦσι πρὸς τέκνα καὶ ἄρχουσι πρὸς ἀρχομένους, ἀλλ̓ οὐδὲ πατρὶ πρὸς υἱὸν καὶ υἱῷ πρὸς πατέρα, οὐδ̓ ἀνδρὶ πρὸς γυναῖκα καὶ γυναικὶ πρὸς ἄνδρα. ἑτέρα γὰρ ἑκάστου τούτων ἀρετὴ καὶ τὸ ἔργον, ἕτερα δὲ καὶ δἰ ἃ φιλοῦσιν· ἕτεραι οὖν καὶ αἱ φιλήσεις καὶ αἱ φιλίαι. {{χ|1158b.20|20}} ταὐτὰ μὲν δὴ οὔτε γίνεται ἑκατέρῳ παρὰ θατέρου οὔτε δεῖ ζητεῖν· ὅταν δὲ γονεῦσι μὲν τέκνα ἀπονέμῃ ἃ δεῖ τοῖς γεννήσασι, γονεῖς δὲ [υἱέσιν] ἃ δεῖ τοῖς τέκνοις, μόνιμος ἡ τῶν τοιούτων καὶ ἐπιεικὴς ἔσται φιλία. ἀνάλογον δ̓ ἐν πάσαις ταῖς καθ̓ ὑπεροχὴν οὔσαις φιλίαις καὶ τὴν φίλησιν {{χ|1158b.25|25}} δεῖ γίνεσθαι, οἷον τὸν ἀμείνω μᾶλλον φιλεῖσθαι ἢ φιλεῖν, καὶ τὸν ὠφελιμώτερον, καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον ὁμοίως· ὅταν γὰρ κατ̓ ἀξίαν ἡ φίλησις γίνηται, τότε γίνεταί πως ἰσότης, ὃ δὴ τῆς φιλίας εἶναι δοκεῖ. οὐχ ὁμοίως δὲ τὸ ἴσον ἔν τε τοῖς δικαίοις καὶ ἐν τῇ {{χ|1158b.30|30}} φιλίᾳ φαίνεται ἔχειν· ἔστι γὰρ ἐν μὲν τοῖς δικαίοις ἴσον πρώτως τὸ κατ̓ ἀξίαν, τὸ δὲ κατὰ ποσὸν δευτέρως, ἐν δὲ τῇ φιλίᾳ τὸ μὲν κατὰ ποσὸν πρώτως, τὸ δὲ κατ̓ ἀξίαν δευτέρως. δῆλον δ̓, ἂν πολὺ διάστημα γένηται ἀρετῆς ἢ κακίας ἢ εὐπορίας ἤ τινος ἄλλου· οὐ γὰρ ἔτι φίλοι εἰσὶν {{χ|1158b.35|35}} ἀλλ̓ οὐδ̓ ἀξιοῦσιν. ἐμφανέστατον δὲ τοῦτ̓ ἐπὶ τῶν θεῶν· πλεῖστον γὰρ οὗτοι πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς ὑπερέχουσιν. {{π|1159a.0|1159a}} δῆλον δὲ καὶ ἐπὶ τῶν βασιλέων· οὐδὲ γὰρ τούτοις ἀξιοῦσιν εἶναι φίλοι οἱ πολὺ καταδεέστεροι, οὐδὲ τοῖς ἀρίστοις ἢ σοφωτάτοις οἱ μηδενὸς ἄξιοι. ἀκριβὴς μὲν οὖν ἐν τοῖς τοιούτοις οὐκ ἔστιν ὁρισμός, ἕως τίνος οἱ φίλοι· πολλῶν γὰρ ἀφαιρουμένων ἔτι {{χ|1159a.5|5}} μένει, πολὺ δὲ χωρισθέντος, οἷον τοῦ θεοῦ, οὐκέτι. ὅθεν καὶ ἀπορεῖται, μή ποτ̓ οὐ βούλονται οἱ φίλοι τοῖς φίλοις τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν, οἷον θεοὺς εἶναι· οὐ γὰρ ἔτι φίλοι ἔσονται αὐτοῖς, οὐδὲ δὴ ἀγαθά· οἱ γὰρ φίλοι ἀγαθά. εἰ δὴ καλῶς εἴρηται ὅτι ὁ φίλος τῷ φίλῳ βούλεται τἀγαθὰ {{χ|1159a.10|10}} ἐκείνου ἕνεκα, μένειν ἂν δέοι οἷός ποτ̓ ἐστὶν ἐκεῖνος· ἀνθρώπῳ δὴ ὄντι βουλήσεται τὰ μέγιστα ἀγαθά. ἴσως δ̓ οὐ πάντα· αὑτῷ γὰρ μάλισθ̓ ἕκαστος βούλεται τἀγαθά. οἱ πολλοὶ δὲ δοκοῦσι διὰ φιλοτιμίαν βούλεσθαι φιλεῖσθαι μᾶλλον ἢ φιλεῖν· διὸ φιλοκόλακες οἱ πολλοί· ὑπερεχόμενος γὰρ {{χ|1159a.15|15}} φίλος ὁ κόλαξ, ἢ προσποιεῖται τοιοῦτος καὶ μᾶλλον φιλεῖν ἢ φιλεῖσθαι· τὸ δὲ φιλεῖσθαι ἐγγὺς εἶναι δοκεῖ τοῦ τιμᾶσθαι, οὗ δὴ οἱ πολλοὶ ἐφίενται. οὐ δἰ αὑτὸ δ̓ ἐοίκασιν αἱρεῖσθαι τὴν τιμήν, ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός· χαίρουσι γὰρ οἱ μὲν πολλοὶ ὑπὸ τῶν ἐν ταῖς ἐξουσίαις τιμώμενοι {{χ|1159a.20|20}} διὰ τὴν ἐλπίδα (οἴονται γὰρ τεύξεσθαι παῤ αὐτῶν, ἄν του δέωνται· ὡς δὴ σημείῳ τῆς εὐπαθείας χαίρουσι τῇ τιμῇ)· οἱ δ̓ ὑπὸ τῶν ἐπιεικῶν καὶ εἰδότων ὀρεγόμενοι τιμῆς βεβαιῶσαι τὴν οἰκείαν δόξαν ἐφίενται περὶ αὑτῶν· χαίρουσι δή, ὅτι εἰσὶν ἀγαθοὶ πιστεύοντες τῇ τῶν λεγόντων κρίσει. {{χ|1159a.25|25}} τῷ φιλεῖσθαι δὲ καθ̓ αὑτὸ χαίρουσιν· διὸ δόξειεν ἂν κρεῖττον εἶναι τοῦ τιμᾶσθαι, καὶ ἡ φιλία καθ̓ αὑτὴν αἱρετὴ εἶναι. δοκεῖ δ̓ ἐν τῷ φιλεῖν μᾶλλον ἢ ἐν τῷ φιλεῖσθαι εἶναι. σημεῖον δ̓ αἱ μητέρες τῷ φιλεῖν χαίρουσαι· ἔνιαι γὰρ διδόασι τὰ ἑαυτῶν τρέφεσθαι, καὶ φιλοῦσι μὲν εἰδυῖαι, {{χ|1159a.30|30}} ἀντιφιλεῖσθαι δ̓ οὐ ζητοῦσιν, ἐὰν ἀμφότερα μὴ ἐνδέχηται, ἀλλ̓ ἱκανὸν αὐταῖς ἔοικεν εἶναι ἐὰν ὁρῶσιν εὖ πράττοντας, καὶ αὐταὶ φιλοῦσιν αὐτοὺς κἂν ἐκεῖνοι μηδὲν ὧν μητρὶ προσήκει ἀπονέμωσι διὰ τὴν ἄγνοιαν. μᾶλλον δὲ τῆς φιλίας οὔσης ἐν τῷ φιλεῖν, καὶ τῶν φιλοφίλων ἐπαινουμένων, φίλων {{χ|1159a.35|35}} ἀρετὴ τὸ φιλεῖν ἔοικεν, ὥστ̓ ἐν οἷς τοῦτο γίνεται κατ̓ ἀξίαν, {{π|1159b.0|1159b}} οὗτοι μόνιμοι φίλοι καὶ ἡ τούτων φιλία. οὕτω δ̓ ἂν καὶ οἱ ἄνισοι μάλιστ̓ εἶεν φίλοι· ἰσάζοιντο γὰρ ἄν. ἡ δ̓ ἰσότης καὶ ὁμοιότης φιλότης, καὶ μάλιστα μὲν ἡ τῶν κατ̓ ἀρετὴν ὁμοιότης· μόνιμοι γὰρ ὄντες καθ̓ αὑτοὺς καὶ πρὸς ἀλλήλους {{χ|1159b.5|5}} μένουσι, καὶ οὔτε δέονται φαύλων οὔθ̓ ὑπηρετοῦσι τοιαῦτα, ἀλλ̓ ὡς εἰπεῖν καὶ διακωλύουσιν· τῶν ἀγαθῶν γὰρ μήτ̓ αὐτοὺς ἁμαρτάνειν μήτε τοῖς φίλοις ἐπιτρέπειν. οἱ δὲ μοχθηροὶ τὸ μὲν βέβαιον οὐκ ἔχουσιν· οὐδὲ γὰρ αὑτοῖς διαμένουσιν ὅμοιοι ὄντες· ἐπ̓ ὀλίγον δὲ χρόνον γίνονται φίλοι, {{χ|1159b.10|10}} χαίροντες τῇ ἀλλήλων μοχθηρίᾳ. οἱ χρήσιμοι δὲ καὶ ἡδεῖς ἐπὶ πλεῖον διαμένουσιν· ἕως γὰρ ἂν πορίζωσιν ἡδονὰς ἢ ὠφελείας ἀλλήλοις. ἐξ ἐναντίων δὲ μάλιστα μὲν δοκεῖ ἡ διὰ τὸ χρήσιμον γίνεσθαι φιλία, οἷον πένης πλουσίῳ, ἀμαθὴς εἰδότι· οὗ γὰρ τυγχάνει τις ἐνδεὴς ὤν, τούτου ἐφιέμενος ἀντιδωρεῖται {{χ|1159b.15|15}} ἄλλο. ἐνταῦθα δ̓ ἄν τις ἕλκοι καὶ ἐραστὴν καὶ ἐρώμενον, καὶ καλὸν καὶ αἰσχρόν. διὸ φαίνονται καὶ οἱ ἐρασταὶ γελοῖοι ἐνίοτε, ἀξιοῦντες φιλεῖσθαι ὡς φιλοῦσιν· ὁμοίως δὴ φιλητοὺς ὄντας ἴσως ἀξιωτέον, μηδὲν δὲ τοιοῦτον ἔχοντας γελοῖον. ἴσως δὲ οὐδ̓ ἐφίεται τὸ ἐναντίον τοῦ ἐναντίου {{χ|1159b.20|20}} καθ̓ αὑτό, ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός, ἡ δ̓ ὄρεξις τοῦ μέσου ἐστίν· τοῦτο γὰρ ἀγαθόν, οἷον τῷ ξηρῷ οὐχ ὑγρῷ γενέσθαι ἀλλ̓ ἐπὶ τὸ μέσον ἐλθεῖν, καὶ τῷ θερμῷ καὶ τοῖς ἄλλοις ὁμοίως. ταῦτα μὲν οὖν ἀφείσθω· καὶ γάρ ἐστιν ἀλλοτριώτερα. {{χ|1159b.25|25}} ἔοικε δέ, καθάπερ ἐν ἀρχῇ εἴρηται, περὶ ταὐτὰ καὶ ἐν τοῖς αὐτοῖς εἶναι ἥ τε φιλία καὶ τὸ δίκαιον. ἐν ἁπάσῃ γὰρ κοινωνίᾳ δοκεῖ τι δίκαιον εἶναι, καὶ φιλία δέ· προσαγορεύουσι γοῦν ὡς φίλους τοὺς σύμπλους καὶ τοὺς συστρατιώτας, ὁμοίως δὲ καὶ τοὺς ἐν ταῖς ἄλλαις κοινωνίαις. καθ̓ {{χ|1159b.30|30}} ὅσον δὲ κοινωνοῦσιν, ἐπὶ τοσοῦτόν ἐστι φιλία· καὶ γὰρ τὸ δίκαιον. καὶ ἡ παροιμία “κοινὰ τὰ φίλων,” ὀρθῶς· ἐν κοινωνίᾳ γὰρ ἡ φιλία. ἔστι δ̓ ἀδελφοῖς μὲν καὶ ἑταίροις πάντα κοινά, τοῖς δ̓ ἄλλοις ἀφωρισμένα, καὶ τοῖς μὲν πλείω τοῖς δ̓ ἐλάττω· καὶ γὰρ τῶν φιλιῶν αἳ μὲν μᾶλλον {{χ|1159b.35|35}} αἳ δ̓ ἧττον. διαφέρει δὲ καὶ τὰ δίκαια· {{π|1160a.0|1160a}} οὐ γὰρ ταὐτὰ γονεῦσι πρὸς τέκνα καὶ ἀδελφοῖς πρὸς ἀλλήλους, οὐδ̓ ἑταίροις καὶ πολίταις, ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων φιλιῶν. ἕτερα δὴ καὶ τὰ ἄδικα πρὸς ἑκάστους τούτων, καὶ αὔξησιν λαμβάνει τῷ μᾶλλον πρὸς φίλους εἶναι, οἷον χρήματα {{χ|1160a.5|5}} ἀποστερῆσαι ἑταῖρον δεινότερον ἢ πολίτην, καὶ μὴ βοηθῆσαι ἀδελφῷ ἢ ὀθνείῳ, καὶ πατάξαι πατέρα ἢ ὁντινοῦν ἄλλον. αὔξεσθαι δὲ πέφυκεν ἅμα τῇ φιλίᾳ καὶ τὸ δίκαιον, ὡς ἐν τοῖς αὐτοῖς ὄντα καὶ ἐπ̓ ἴσον διήκοντα. αἱ δὲ κοινωνίαι πᾶσαι μορίοις ἐοίκασι τῆς πολιτικῆς· συμπορεύονται {{χ|1160a.10|10}} γὰρ ἐπί τινι συμφέροντι, καὶ ποριζόμενοί τι τῶν εἰς τὸν βίον· καὶ ἡ πολιτικὴ δὲ κοινωνία τοῦ συμφέροντος χάριν δοκεῖ καὶ ἐξ ἀρχῆς συνελθεῖν καὶ διαμένειν· τούτου γὰρ καὶ οἱ νομοθέται στοχάζονται, καὶ δίκαιόν φασιν εἶναι τὸ κοινῇ συμφέρον. αἱ μὲν οὖν ἄλλαι κοινωνίαι κατὰ μέρη {{χ|1160a.15|15}} τοῦ συμφέροντος ἐφίενται, οἷον πλωτῆρες μὲν τοῦ κατὰ τὸν πλοῦν πρὸς ἐργασίαν χρημάτων ἤ τι τοιοῦτον, συστρατιῶται δὲ τοῦ κατὰ τὸν πόλεμον, εἴτε χρημάτων εἴτε νίκης ἢ πόλεως ὀρεγόμενοι, ὁμοίως δὲ καὶ φυλέται καὶ δημόται. [ἔνιαι δὲ τῶν κοινωνιῶν δἰ ἡδονὴν δοκοῦσι γίνεσθαι, θιασωτῶν {{χ|1160a.20|20}} καὶ ἐρανιστῶν· αὗται γὰρ θυσίας ἕνεκα καὶ συνουσίας.] πᾶσαι δ̓ αὗται ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ἐοίκασιν εἶναι· οὐ γὰρ τοῦ παρόντος συμφέροντος ἡ πολιτικὴ ἐφίεται, ἀλλ̓ εἰς ἅπαντα τὸν βίον . . . θυσίας τε ποιοῦντες καὶ περὶ ταύτας συνόδους, τιμάς ἀπονέμοντες τοῖς θεοῖς, καὶ αὑτοῖς ἀναπαύσεις {{χ|1160a.25|25}} πορίζοντες μεθ̓ ἡδονῆς. αἱ γὰρ ἀρχαῖαι θυσίαι καὶ σύνοδοι φαίνονται γίνεσθαι μετὰ τὰς τῶν καρπῶν συγκομιδὰς οἷον ἀπαρχαί· μάλιστα γὰρ ἐν τούτοις ἐσχόλαζον τοῖς καιροῖς. πᾶσαι δὴ φαίνονται αἱ κοινωνίαι μόρια τῆς πολιτικῆς εἶναι· ἀκολουθήσουσι δὲ αἱ τοιαῦται φιλίαι ταῖς {{χ|1160a.30|30}} τοιαύταις κοινωνίαις. πολιτείας δ̓ ἐστὶν εἴδη τρία, ἴσαι δὲ καὶ παρεκβάσεις, οἷον φθοραὶ τούτων. εἰσὶ δ̓ αἱ μὲν πολιτεῖαι βασιλεία τε καὶ ἀριστοκρατία, τρίτη δὲ ἀπὸ τιμημάτων, ἣν τιμοκρατικὴν λέγειν οἰκεῖον φαίνεται, πολιτείαν δ̓ αὐτὴν {{χ|1160a.35|35}} εἰώθασιν οἱ πλεῖστοι καλεῖν. τούτων δὲ βελτίστη μὲν ἡ βασιλεία, χειρίστη δ̓ ἡ τιμοκρατία. παρέκβασις δὲ βασιλείας μὲν τυραννίς· {{π|1160b.0|1160b}} ἄμφω γὰρ μοναρχίαι, διαφέρουσι δὲ πλεῖστον· ὁ μὲν γὰρ τύραννος τὸ αὑτῷ συμφέρον σκοπεῖ, ὁ δὲ βασιλεὺς τὸ τῶν ἀρχομένων. οὐ γάρ ἐστι βασιλεὺς ὁ μὴ αὐτάρκης καὶ πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς ὑπερέχων· ὁ δὲ {{χ|1160b.5|5}} τοιοῦτος οὐδενὸς προσδεῖται· τὰ ὠφέλιμα οὖν αὑτῷ μὲν οὐκ ἂν σκοποίη, τοῖς δ̓ ἀρχομένοις· ὁ γὰρ μὴ τοιοῦτος κληρωτὸς ἄν τις εἴη βασιλεύς. ἡ δὲ τυραννὶς ἐξ ἐναντίας ταύτῃ· τὸ γὰρ ἑαυτῷ ἀγαθὸν διώκει. καὶ φανερώτερον ἐπὶ ταύτης ὅτι χειρίστη· κάκιστον δὲ τὸ ἐναντίον τῷ βελτίστῳ. {{χ|1160b.10|10}} μεταβαίνει δ̓ ἐκ βασιλείας εἰς τυραννίδα· φαυλότης γάρ ἐστι μοναρχίας ἡ τυραννίς, ὁ δὲ μοχθηρὸς βασιλεὺς τύραννος γίνεται. ἐξ ἀριστοκρατίας δὲ εἰς ὀλιγαρχίαν κακίᾳ τῶν ἀρχόντων, οἳ νέμουσι τὰ τῆς πόλεως παρὰ τὴν ἀξίαν, καὶ πάντα ἢ τὰ πλεῖστα τῶν ἀγαθῶν ἑαυτοῖς, καὶ τὰς ἀρχὰς {{χ|1160b.15|15}} ἀεὶ τοῖς αὐτοῖς, περὶ πλείστου ποιούμενοι τὸ πλουτεῖν· ὀλίγοι δὴ ἄρχουσι καὶ μοχθηροὶ ἀντὶ τῶν ἐπιεικεστάτων. ἐκ δὲ τιμοκρατίας εἰς δημοκρατίαν· σύνοροι γάρ εἰσιν αὗται· πλήθους γὰρ βούλεται καὶ ἡ τιμοκρατία εἶναι, καὶ ἴσοι πάντες οἱ ἐν τῷ τιμήματι. ἥκιστα δὲ μοχθηρόν ἐστιν ἡ {{χ|1160b.20|20}} δημοκρατία· ἐπὶ μικρὸν γὰρ παρεκβαίνει τὸ τῆς πολιτείας εἶδος. μεταβάλλουσι μὲν οὖν μάλισθ̓ οὕτως αἱ πολιτεῖαι· ἐλάχιστον γὰρ οὕτω καὶ ῥᾷστα μεταβαίνουσιν. ὁμοιώματα δ̓ αὐτῶν καὶ οἷον παραδείγματα λάβοι τις ἂν καὶ ἐν ταῖς οἰκίαις. ἡ μὲν γὰρ πατρὸς πρὸς υἱεῖς κοινωνία βασιλείας {{χ|1160b.25|25}} ἔχει σχῆμα· τῶν τέκνων γὰρ τῷ πατρὶ μέλει· ἐντεῦθεν δὲ καὶ Ὅμηρος τὸν Δία πατέρα προσαγορεύει· πατρικὴ γὰρ ἀρχὴ βούλεται ἡ βασιλεία εἶναι. ἐν Πέρσαις δ̓ ἡ τοῦ πατρὸς τυραννική· χρῶνται γὰρ ὡς δούλοις τοῖς υἱέσιν. τυραννικὴ δὲ καὶ ἡ δεσπότου πρὸς δούλους· τὸ γὰρ {{χ|1160b.30|30}} τοῦ δεσπότου συμφέρον ἐν αὐτῇ πράττεται. αὕτη μὲν οὖν ὀρθὴ φαίνεται, ἡ Περσικὴ δ̓ ἡμαρτημένη· τῶν διαφερόντων γὰρ αἱ ἀρχαὶ διάφοροι. ἀνδρὸς δὲ καὶ γυναικὸς ἀριστοκρατικὴ φαίνεται· κατ̓ ἀξίαν γὰρ ὁ ἀνὴρ ἄρχει, καὶ περὶ ταῦτα ἃ δεῖ τὸν ἄνδρα· ὅσα δὲ γυναικὶ ἁρμόζει, {{χ|1160b.35|35}} ἐκείνῃ ἀποδίδωσιν. ἁπάντων δὲ κυριεύων ὁ ἀνὴρ εἰς ὀλιγαρχίαν μεθίστησιν· παρὰ τὴν ἀξίαν γὰρ αὐτὸ ποιεῖ, καὶ οὐχ ᾗ ἀμείνων. {{π|1161a.0|1161a}} ἐνίοτε δὲ ἄρχουσιν αἱ γυναῖκες ἐπίκληροι οὖσαι· οὐ δὴ γίνονται κατ̓ ἀρετὴν αἱ ἀρχαί, ἀλλὰ διὰ πλοῦτον καὶ δύναμιν, καθάπερ ἐν ταῖς ὀλιγαρχίαις. τιμοκρατικῇ δ̓ ἔοικεν ἡ τῶν ἀδελφῶν· ἴσοι γάρ, πλὴν ἐφ̓ ὅσον {{χ|1161a.5|5}} ταῖς ἡλικίαις διαλλάττουσιν· διόπερ ἂν πολὺ ταῖς ἡλικίαις διαφέρωσιν, οὐκέτι ἀδελφικὴ γίνεται ἡ φιλία. δημοκρατία δὲ μάλιστα μὲν ἐν ταῖς ἀδεσπότοις τῶν οἰκήσεων (ἐνταῦθα γὰρ πάντες ἐξ ἴσου), καὶ ἐν αἷς ἀσθενὴς ὁ ἄρχων καὶ ἑκάστῳ ἐξουσία. {{χ|1161a.10|10}} καθ̓ ἑκάστην δὲ τῶν πολιτειῶν φιλία φαίνεται, ἐφ̓ ὅσον καὶ τὸ δίκαιον, βασιλεῖ μὲν πρὸς τοὺς βασιλευομένους ἐν ὑπεροχῇ εὐεργεσίας· εὖ γὰρ ποιεῖ τοὺς βασιλευομένους, εἴπερ ἀγαθὸς ὢν ἐπιμελεῖται αὐτῶν, ἵν̓ εὖ πράττωσιν, ὥσπερ νομεὺς προβάτων· ὅθεν καὶ Ὅμηρος τὸν Ἀγαμέμνονα {{χ|1161a.15|15}} ποιμένα λαῶν εἶπεν. τοιαύτη δὲ καὶ ἡ πατρική, διαφέρει δὲ τῷ μεγέθει τῶν εὐεργετημάτων· αἴτιος γὰρ τοῦ εἶναι, δοκοῦντος μεγίστου, καὶ τροφῆς καὶ παιδείας. καὶ τοῖς προγόνοις δὲ ταῦτα προσνέμεται· φύσει τε ἀρχικὸν πατὴρ υἱῶν καὶ πρόγονοι ἐκγόνων καὶ βασιλεὺς βασιλευομένων. {{χ|1161a.20|20}} ἐν ὑπεροχῇ δὲ αἱ φιλίαι αὗται, διὸ καὶ τιμῶνται οἱ γονεῖς. καὶ τὸ δίκαιον δὴ ἐν τούτοις οὐ ταὐτὸ ἀλλὰ τὸ κατ̓ ἀξίαν· οὕτω γὰρ καὶ ἡ φιλία. καὶ ἀνδρὸς δὲ πρὸς γυναῖκα ἡ αὐτὴ φιλία καὶ ἐν ἀριστοκρατίᾳ· κατ̓ ἀρετὴν γάρ, καὶ τῷ ἀμείνονι πλέον ἀγαθόν, καὶ τὸ ἁρμόζον ἑκάστῳ· {{χ|1161a.25|25}} οὕτω δὲ καὶ τὸ δίκαιον. ἡ δὲ τῶν ἀδελφῶν τῇ ἑταιρικῇ ἔοικεν· ἴσοι γὰρ καὶ ἡλικιῶται, οἱ τοιοῦτοι δ̓ ὁμοπαθεῖς καὶ ὁμοήθεις ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. ἔοικε δὲ ταύτῃ καὶ ἡ κατὰ τὴν τιμοκρατικήν· ἴσοι γὰρ οἱ πολῖται βούλονται καὶ ἐπιεικεῖς εἶναι· ἐν μέρει δὴ τὸ ἄρχειν, καὶ ἐξ ἴσου· οὕτω δὴ {{χ|1161a.30|30}} καὶ ἡ φιλία. ἐν δὲ ταῖς παρεκβάσεσιν, ὥσπερ καὶ τὸ δίκαιον ἐπὶ μικρόν ἐστιν, οὕτω καὶ ἡ φιλία, καὶ ἥκιστα ἐν τῇ χειρίστῃ· ἐν τυραννίδι γὰρ οὐδὲν ἢ μικρὸν φιλίας. ἐν οἷς γὰρ μηδὲν κοινόν ἐστι τῷ ἄρχοντι καὶ ἀρχομένῳ, οὐδὲ φιλία· οὐδὲ γὰρ δίκαιον· οἷον τεχνίτῃ πρὸς ὄργανον καὶ {{χ|1161a.35|35}} ψυχῇ πρὸς σῶμα καὶ δεσπότῃ πρὸς δοῦλον· {{π|1161b.0|1161b}} ὠφελεῖται μὲν γὰρ πάντα ταῦτα ὑπὸ τῶν χρωμένων, φιλία δ̓ οὐκ ἔστι πρὸς τὰ ἄψυχα οὐδὲ δίκαιον. ἀλλ̓ οὐδὲ πρὸς ἵππον ἢ βοῦν, οὐδὲ πρὸς δοῦλον ᾗ δοῦλος. οὐδὲν γὰρ κοινόν ἐστιν· ὁ γὰρ δοῦλος ἔμψυχον ὄργανον, τὸ δ̓ ὄργανον ἄψυχος δοῦλος. {{χ|1161b.5|5}} ᾗ μὲν οὖν δοῦλος, οὐκ ἔστι φιλία πρὸς αὐτόν, ᾗ δ̓ ἄνθρωπος· δοκεῖ γὰρ εἶναί τι δίκαιον παντὶ ἀνθρώπῳ πρὸς πάντα τὸν δυνάμενον κοινωνῆσαι νόμου καὶ συνθήκης· καὶ φιλία δή, καθ̓ ὅσον ἄνθρωπος. ἐπὶ μικρὸν δὴ καὶ ἐν ταῖς τυραννίσιν αἱ φιλίαι καὶ τὸ δίκαιον, ἐν δὲ ταῖς δημοκρατίαις {{χ|1161b.10|10}} ἐπὶ πλεῖον· πολλὰ γὰρ τὰ κοινὰ ἴσοις οὖσιν. ἐν κοινωνίᾳ μὲν οὖν πᾶσα φιλία ἐστίν, καθάπερ εἴρηται. ἀφορίσειε δ̓ ἄν τις τήν τε συγγενικὴν καὶ τὴν ἑταιρικήν. αἱ δὲ πολιτικαὶ καὶ φυλετικαὶ καὶ συμπλοϊκαί, καὶ ὅσαι τοιαῦται, κοινωνικαῖς ἐοίκασι μᾶλλον· οἷον γὰρ {{χ|1161b.15|15}} καθ̓ ὁμολογίαν τινὰ φαίνονται εἶναι. εἰς ταύτας δὲ τάξειεν ἄν τις καὶ τὴν ξενικήν. καὶ ἡ συγγενικὴ δὲ φαίνεται πολυειδὴς εἶναι, ἠρτῆσθαι δὲ πᾶσα ἐκ τῆς πατρικῆς· οἱ γονεῖς μὲν γὰρ στέργουσι τὰ τέκνα ὡς ἑαυτῶν τι ὄντα, τὰ δὲ τέκνα τοὺς γονεῖς ὡς ἀπ̓ ἐκείνων τι ὄντα. {{χ|1161b.20|20}} μᾶλλον δ̓ ἴσασιν οἱ γονεῖς τὰ ἐξ αὑτῶν ἢ τὰ γεννηθέντα ὅτι ἐκ τούτων, καὶ μᾶλλον συνωκείωται τὸ ἀφ̓ οὗ τῷ γεννηθέντι ἢ τὸ γενόμενον τῷ ποιήσαντι· τὸ γὰρ ἐξ αὐτοῦ οἰκεῖον τῷ ἀφ̓ οὗ, οἷον ὀδοὺς θρὶξ ὁτιοῦν τῷ ἔχοντι· ἐκείνῳ δ̓ οὐδὲν τὸ ἀφ̓ οὗ, ἢ ἧττον. καὶ τῷ πλήθει δὲ τοῦ χρόνου· οἳ μὲν {{χ|1161b.25|25}} γὰρ εὐθὺς γενόμενα στέργουσιν, τὰ δὲ προελθόντος χρόνου τοὺς γονεῖς, σύνεσιν ἢ αἴσθησιν λαβόντα. ἐκ τούτων δὲ δῆλον καὶ δἰ ἃ φιλοῦσι μᾶλλον αἱ μητέρες. γονεῖς μὲν οὖν τέκνα φιλοῦσιν ὡς ἑαυτούς (τὰ γὰρ ἐξ αὐτῶν οἷον ἕτεροι αὐτοὶ τῷ κεχωρίσθαι), τέκνα δὲ γονεῖς ὡς ἀπ̓ ἐκείνων πεφυκότα, {{χ|1161b.30|30}} ἀδελφοὶ δ̓ ἀλλήλους τῷ ἐκ τῶν αὐτῶν πεφυκέναι· ἡ γὰρ πρὸς ἐκεῖνα ταυτότης ἀλλήλοις ταὐτὸ ποιεῖ· ὅθεν φασὶ ταὐτὸν αἷμα καὶ ῥίζαν καὶ τὰ τοιαῦτα. εἰσὶ δὴ ταὐτό πως καὶ ἐν διῃρημένοις. μέγα δὲ πρὸς φιλίαν καὶ τὸ σύντροφον καὶ τὸ καθ̓ ἡλικίαν· ἧλιξ γὰρ ἥλικα, {{χ|1161b.35|35}} καὶ οἱ συνήθεις ἑταῖροι· διὸ καὶ ἡ ἀδελφικὴ τῇ ἑταιρικῇ ὁμοιοῦται. {{π|1162a.0|1162a}} ἀνεψιοὶ δὲ καὶ οἱ λοιποὶ συγγενεῖς ἐκ τούτων συνῳκείωνται· τῷ γὰρ ἀπὸ τῶν αὐτῶν εἶναι. γίνονται δ̓ οἳ μὲν οἰκειότεροι οἳ δ̓ ἀλλοτριώτεροι τῷ σύνεγγυς ἢ πόρρω τὸν ἀρχηγὸν εἶναι. ἔστι δ̓ ἡ μὲν πρὸς γονεῖς φιλία τέκνοις, {{χ|1162a.5|5}} καὶ ἀνθρώποις πρὸς θεούς, ὡς πρὸς ἀγαθὸν καὶ ὑπερέχον· εὖ γὰρ πεποιήκασι τὰ μέγιστα· τοῦ γὰρ εἶναι καὶ τραφῆναι αἴτιοι, καὶ γενομένοις τοῦ παιδευθῆναι· ἔχει δὲ καὶ τὸ ἡδὺ καὶ τὸ χρήσιμον ἡ τοιαύτη φιλία μᾶλλον τῶν ὀθνείων, ὅσῳ καὶ κοινότερος ὁ βίος αὐτοῖς ἐστίν. ἔστι δὲ καὶ ἐν τῇ {{χ|1162a.10|10}} ἀδελφικῇ ἅπερ καὶ ἐν τῇ ἑταιρικῇ καὶ μᾶλλον ἐν τοῖς ἐπιεικέσι, καὶ ὅλως ἐν τοῖς ὁμοίοις, ὅσῳ οἰκειότεροι καὶ ἐκ γενετῆς ὑπάρχουσι στέργοντες ἀλλήλους, καὶ ὅσῳ ὁμοηθέστεροι οἱ ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ σύντροφοι καὶ παιδευθέντες ὁμοίως· καὶ ἡ κατὰ τὸν χρόνον δοκιμασία πλείστη καὶ {{χ|1162a.15|15}} βεβαιοτάτη. ἀνάλογον δὲ καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς τῶν συγγενῶν τὰ φιλικά. ἀνδρὶ δὲ καὶ γυναικὶ φιλία δοκεῖ κατὰ φύσιν ὑπάρχειν· ἄνθρωπος γὰρ τῇ φύσει συνδυαστικὸν μᾶλλον ἢ πολιτικόν, ὅσῳ πρότερον καὶ ἀναγκαιότερον οἰκία πόλεως, καὶ τεκνοποιία κοινότερον τοῖς ζῴοις. τοῖς μὲν οὖν {{χ|1162a.20|20}} ἄλλοις ἐπὶ τοσοῦτον ἡ κοινωνία ἐστίν, οἱ δ̓ ἄνθρωποι οὐ μόνον τῆς τεκνοποιίας χάριν συνοικοῦσιν, ἀλλὰ καὶ τῶν εἰς τὸν βίον· εὐθὺς γὰρ διῄρηται τὰ ἔργα, καὶ ἔστιν ἕτερα ἀνδρὸς καὶ γυναικός· ἐπαρκοῦσιν οὖν ἀλλήλοις, εἰς τὸ κοινὸν τιθέντες τὰ ἴδια. διὰ ταῦτα δὲ καὶ τὸ χρήσιμον εἶναι δοκεῖ {{χ|1162a.25|25}} καὶ τὸ ἡδὺ ἐν ταύτῃ τῇ φιλίᾳ. εἴη δ̓ ἂν καὶ δἰ ἀρετήν, εἰ ἐπιεικεῖς εἶεν· ἔστι γὰρ ἑκατέρου ἀρετή, καὶ χαίροιεν ἂν τῷ τοιούτῳ. σύνδεσμος δὲ τὰ τέκνα δοκεῖ εἶναι· διὸ θᾶττον οἱ ἄτεκνοι διαλύονται· τὰ γὰρ τέκνα κοινὸν ἀγαθὸν ἀμφοῖν, συνέχει δὲ τὸ κοινόν. τὸ δὲ πῶς βιωτέον ἀνδρὶ {{χ|1162a.30|30}} πρὸς γυναῖκα καὶ ὅλως φίλῳ πρὸς φίλον, οὐδὲν ἕτερον φαίνεται ζητεῖσθαι ἢ πῶς δίκαιον· οὐ γὰρ ταὐτὸν φαίνεται τῷ φίλῳ πρὸς τὸν φίλον καὶ τὸν ὀθνεῖον καὶ τὸν ἑταῖρον καὶ τὸν συμφοιτητήν. τριττῶν δ̓ οὐσῶν φιλιῶν, καθάπερ ἐν ἀρχῇ εἴρηται, {{χ|1162a.35|35}} καὶ καθ̓ ἑκάστην τῶν μὲν ἐν ἰσότητι φίλων ὄντων τῶν δὲ καθ̓ ὑπεροχήν (καὶ γὰρ ὁμοίως ἀγαθοὶ φίλοι γίνονται καὶ ἀμείνων χείρονι, {{π|1162b.0|1162b}} ὁμοίως δὲ καὶ ἡδεῖς καὶ διὰ τὸ χρήσιμον, ἰσάζοντες ταῖς ὠφελείαις καὶ διαφέροντες), τοὺς ἴσους μὲν κατ̓ ἰσότητα δεῖ τῷ φιλεῖν καὶ τοῖς λοιποῖς ἰσάζειν, τοὺς δ̓ ἀνίσους τὸ ἀνάλογον ταῖς ὑπεροχαῖς ἀποδιδόναι. {{χ|1162b.5|5}} γίνεται δὲ τὰ ἐγκλήματα καὶ αἱ μέμψεις ἐν τῇ κατὰ τὸ χρήσιμον φιλίᾳ ἢ μόνῃ ἢ μάλιστα, εὐλόγως. οἱ μὲν γὰρ δἰ ἀρετὴν φίλοι ὄντες εὖ δρᾶν ἀλλήλους προθυμοῦνται (τοῦτο γὰρ ἀρετῆς καὶ φιλίας), πρὸς τοῦτο δ̓ ἁμιλλωμένων οὐκ ἔστιν ἐγκλήματα οὐδὲ μάχαι· τὸν γὰρ φιλοῦντα καὶ {{χ|1162b.10|10}} εὖ ποιοῦντα οὐδεὶς δυσχεραίνει, ἀλλ̓ ἂν ᾖ χαρίεις, ἀμύνεται εὖ δρῶν. ὁ δ̓ ὑπερβάλλων, τυγχάνων οὗ ἐφίεται, οὐκ ἂν ἐγκαλοίη τῷ φίλῳ· ἕκαστος γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ ὀρέγεται. οὐ πάνυ δ̓ οὐδ̓ ἐν τοῖς δἰ ἡδονήν· ἅμα γὰρ ἀμφοῖν γίνεται οὗ ὀρέγονται, εἰ τῷ συνδιάγειν χαίρουσιν· γελοῖος {{χ|1162b.15|15}} δ̓ ἂν φαίνοιτο καὶ ὁ ἐγκαλῶν τῷ μὴ τέρποντι, ἐξὸν μὴ συνημερεύειν. ἡ δὲ διὰ τὸ χρήσιμον ἐγκληματική· ἐπ̓ ὠφελείᾳ γὰρ χρώμενοι ἀλλήλοις ἀεὶ τοῦ πλείονος δέονται, καὶ ἔλαττον ἔχειν οἴονται τοῦ προσήκοντος, καὶ μέμφονται ὅτι οὐχ ὅσων δέονται τοσούτων τυγχάνουσιν ἄξιοι ὄντες· {{χ|1162b.20|20}} οἱ δ̓ εὖ ποιοῦντες οὐ δύνανται ἐπαρκεῖν τοσαῦτα ὅσων οἱ πάσχοντες δέονται. ἔοικε δέ, καθάπερ τὸ δίκαιόν ἐστι διττόν, τὸ μὲν ἄγραφον τὸ δὲ κατὰ νόμον, καὶ τῆς κατὰ τὸ χρήσιμον φιλίας ἣ μὲν ἠθικὴ ἣ δὲ νομικὴ εἶναι. γίνεται οὖν τὰ ἐγκλήματα μάλισθ̓ ὅταν μὴ κατὰ τὴν αὐτὴν συναλλάξωσι {{χ|1162b.25|25}} καὶ διαλύωνται. ἔστι δ̓ ἡ νομικὴ μὲν ἡ ἐπὶ ῥητοῖς, ἡ μὲν πάμπαν ἀγοραία ἐκ χειρὸς εἰς χεῖρα, ἡ δὲ ἐλευθεριωτέρα εἰς χρόνον, καθ̓ ὁμολογίαν δὲ τί ἀντὶ τίνος. δῆλον δ̓ ἐν ταύτῃ τὸ ὀφείλημα κοὐκ ἀμφίλογον, φιλικὸν δὲ τὴν ἀναβολὴν ἔχει· διόπερ ἐνίοις οὐκ εἰσὶ τούτων {{χ|1162b.30|30}} δίκαι, ἀλλ̓ οἴονται δεῖν στέργειν τοὺς κατὰ πίστιν συναλλάξαντας. ἡ δ̓ ἠθικὴ οὐκ ἐπὶ ῥητοῖς, ἀλλ̓ ὡς φίλῳ δωρεῖται ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο· κομίζεσθαι δὲ ἀξιοῖ τὸ ἴσον ἢ πλέον, ὡς οὐ δεδωκὼς ἀλλὰ χρήσας· οὐχ ὁμοίως δὲ συναλλάξας καὶ διαλυόμενος ἐγκαλέσει. τοῦτο δὲ συμβαίνει {{χ|1162b.35|35}} διὰ τὸ βούλεσθαι μὲν πάντας ἢ τοὺς πλείστους τὰ καλά, προαιρεῖσθαι δὲ τὰ ὠφέλιμα· καλὸν δὲ τὸ εὖ ποιεῖν μὴ ἵνα ἀντιπάθῃ, {{π|1163a.0|1163a}} ὠφέλιμον δὲ τὸ εὐεργετεῖσθαι. δυναμένῳ δὴ ἀνταποδοτέον τὴν ἀξίαν ὧν ἔπαθεν [καὶ ἑκόντι] (ἄκοντα γὰρ φίλον οὐ ποιητέον· ὡς δὴ διαμαρτόντα ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ εὖ παθόντα ὑφ̓ οὗ οὐκ ἔδει--οὐ γὰρ ὑπὸ φίλου, οὐδὲ δἰ {{χ|1163a.5|5}} αὐτὸ τοῦτο δρῶντος--καθάπερ οὖν ἐπὶ ῥητοῖς εὐεργετηθέντα διαλυτέον)· καὶ †ὁμολογήσαι δ̓† ἂν δυνάμενος ἀποδώσειν· ἀδυνατοῦντα δ̓ οὐδ̓ ὁ διδοὺς ἠξίωσεν ἄν. ὥστ̓ εἰ δυνατόν, ἀποδοτέον. ἐν ἀρχῇ δ̓ ἐπισκεπτέον ὑφ̓ οὗ εὐεργετεῖται καὶ ἐπὶ τίνι, ὅπως ἐπὶ τούτοις ὑπομένῃ ἢ μή. ἀμφισβήτησιν {{χ|1163a.10|10}} δ̓ ἔχει πότερα δεῖ τῇ τοῦ παθόντος ὠφελείᾳ μετρεῖν καὶ πρὸς ταύτην ποιεῖσθαι τὴν ἀνταπόδοσιν, ἢ τῇ τοῦ δράσαντος εὐεργεσίᾳ. οἱ μὲν γὰρ παθόντες τοιαῦτά φασι λαβεῖν παρὰ τῶν εὐεργετῶν ἃ μικρὰ ἦν ἐκείνοις καὶ ἐξῆν παῤ ἑτέρων λαβεῖν, κατασμικρίζοντες· οἳ δ̓ ἀνάπαλιν τὰ μέγιστα {{χ|1163a.15|15}} τῶν παῤ αὑτοῖς, καὶ ἃ παῤ ἄλλων οὐκ ἦν, καὶ ἐν κινδύνοις ἢ τοιαύταις χρείαις. ἆῤ οὖν διὰ μὲν τὸ χρήσιμον τῆς φιλίας οὔσης ἡ τοῦ παθόντος ὠφέλεια μέτρον ἐστίν; οὗτος γὰρ ὁ δεόμενος, καὶ ἐπαρκεῖ αὐτῷ ὡς κομιούμενος τὴν ἴσην· τοσαύτη οὖν γεγένηται ἡ ἐπικουρία ὅσον οὗτος ὠφέληται, {{χ|1163a.20|20}} καὶ ἀποδοτέον δὴ αὐτῷ ὅσον ἐπηύρετο, ἢ καὶ πλέον· κάλλιον γάρ. ἐν δὲ ταῖς κατ̓ ἀρετὴν ἐγκλήματα μὲν οὐκ ἔστιν, μέτρῳ δ̓ ἔοικεν ἡ τοῦ δράσαντος προαίρεσις· τῆς ἀρετῆς γὰρ καὶ τοῦ ἤθους ἐν τῇ προαιρέσει τὸ κύριον. διαφέρονται δὲ καὶ ἐν ταῖς καθ̓ ὑπεροχὴν φιλίαις· {{χ|1163a.25|25}} ἀξιοῖ γὰρ ἑκάτερος πλέον ἔχειν, ὅταν δὲ τοῦτο γίνηται, διαλύεται ἡ φιλία. οἴεται γὰρ ὅ τε βελτίων προσήκειν αὑτῷ πλέον ἔχειν· τῷ γὰρ ἀγαθῷ νέμεσθαι πλέον· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ὠφελιμώτερος· ἀχρεῖον γὰρ ὄντα οὔ φασι δεῖν ἴσον ἔχειν· λειτουργίαν τε γὰρ γίνεσθαι καὶ οὐ φιλίαν, εἰ μὴ {{χ|1163a.30|30}} κατ̓ ἀξίαν τῶν ἔργων ἔσται τὰ ἐκ τῆς φιλίας. οἴονται γάρ, καθάπερ ἐν χρημάτων κοινωνίᾳ πλεῖον λαμβάνουσιν οἱ συμβαλλόμενοι πλεῖον, οὕτω δεῖν καὶ ἐν τῇ φιλίᾳ. ὁ δ̓ ἐνδεὴς καὶ ὁ χείρων ἀνάπαλιν· φίλου γὰρ ἀγαθοῦ εἶναι τὸ ἐπαρκεῖν τοῖς ἐνδεέσιν· τί γάρ, φασίν, ὄφελος σπουδαίῳ {{χ|1163a.35|35}} ἢ δυνάστῃ φίλον εἶναι, μηδέν γε μέλλοντα ἀπολαύειν; {{π|1163b.0|1163b}} ἔοικε δ̓ οὖν ἑκάτερος ὀρθῶς ἀξιοῦν, καὶ δεῖν ἑκατέρῳ πλέον νέμειν ἐκ τῆς φιλίας, οὐ τοῦ αὐτοῦ δέ, ἀλλὰ τῷ μὲν ὑπερέχοντι τιμῆς τῷ δ̓ ἐνδεεῖ κέρδους· τῆς μὲν γὰρ ἀρετῆς καὶ τῆς εὐεργεσίας ἡ τιμὴ γέρας, τῆς δ̓ ἐνδείας ἐπικουρία {{χ|1163b.5|5}} τὸ κέρδος. οὕτω δ̓ ἔχειν τοῦτο καὶ ἐν ταῖς πολιτείαις φαίνεται· οὐ γὰρ τιμᾶται ὁ μηδὲν ἀγαθὸν τῷ κοινῷ πορίζων· τὸ κοινὸν γὰρ δίδοται τῷ τὸ κοινὸν εὐεργετοῦντι, ἡ τιμὴ δὲ κοινόν. οὐ γὰρ ἔστιν ἅμα χρηματίζεσθαι ἀπὸ τῶν κοινῶν καὶ τιμᾶσθαι. ἐν πᾶσι γὰρ τὸ ἔλαττον οὐδεὶς ὑπομένει· {{χ|1163b.10|10}} τῷ δὴ περὶ χρήματα ἐλαττουμένῳ τιμὴν ἀπονέμουσι καὶ τῷ δωροδόκῳ χρήματα· τὸ κατ̓ ἀξίαν γὰρ ἐπανισοῖ καὶ σῴζει τὴν φιλίαν, καθάπερ εἴρηται. οὕτω δὴ καὶ τοῖς ἀνίσοις ὁμιλητέον, καὶ τῷ εἰς χρήματα ὠφελουμένῳ ἢ εἰς ἀρετὴν τιμὴν ἀνταποδοτέον, ἀποδιδόντα τὰ ἐνδεχόμενα. {{χ|1163b.15|15}} τὸ δυνατὸν γὰρ ἡ φιλία ἐπιζητεῖ, οὐ τὸ κατ̓ ἀξίαν· οὐδὲ γὰρ ἔστιν ἐν πᾶσι, καθάπερ ἐν ταῖς πρὸς τοὺς θεοὺς τιμαῖς καὶ τοὺς γονεῖς· οὐδεὶς γὰρ τὴν ἀξίαν ποτ̓ ἂν ἀποδοίη, εἰς δύναμιν δὲ ὁ θεραπεύων ἐπιεικὴς εἶναι δοκεῖ. διὸ κἂν δόξειεν οὐκ ἐξεῖναι υἱῷ πατέρα ἀπείπασθαι, πατρὶ δ̓ υἱόν· {{χ|1163b.20|20}} ὀφείλοντα γὰρ ἀποδοτέον, οὐδὲν δὲ ποιήσας ἄξιον τῶν ὑπηργμένων δέδρακεν, ὥστ̓ ἀεὶ ὀφείλει. οἷς δ̓ ὀφείλεται, ἐξουσία ἀφεῖναι· καὶ τῷ πατρὶ δή. ἅμα δ̓ ἴσως οὐδείς ποτ̓ ἂν ἀποστῆναι δοκεῖ μὴ ὑπερβάλλοντος μοχθηρίᾳ· χωρὶς γὰρ τῆς φυσικῆς φιλίας τὴν ἐπικουρίαν ἀνθρωπικὸν μὴ {{χ|1163b.25|25}} διωθεῖσθαι. τῷ δὲ φευκτὸν ἢ οὐ σπουδαστὸν τὸ ἐπαρκεῖν, μοχθηρῷ ὄντι· εὖ πάσχειν γὰρ οἱ πολλοὶ βούλονται, τὸ δὲ ποιεῖν φεύγουσιν ὡς ἀλυσιτελές. περὶ μὲν οὖν τούτων ἐπὶ τοσοῦτον εἰρήσθω. cjnorpj285vouva8n2sbczziiw6la3p Ιστορία του Ταγιαπιέρα 0 26467 167246 105885 2026-08-16T10:51:56Z Nikos1nikos1 15046 167246 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Ἱστορία τοῦ Ταγιαπιέρα | υπότιτλος = | συγγραφέας = Ιάκωβος Τριβώλης | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = Επιμέλεια [[Συγγραφέας:Αιμίλιος Λεγκράν|Αιμίλιος Λεγκράν]] }} <pages index="Ιστορία του Ταγιαπιέρα.djvu" from=1 to=1/> <pages index="Ιστορία του Ταγιαπιέρα.djvu" from=9 to=12/> <pages index="Ιστορία του Ταγιαπιέρα.djvu" from=13 to=25/> <references /> [[Κατηγορία:Κείμενα]] [[Κατηγορία:Κείμενα ανά περίοδο]] e1iv3fntb3q5nbag1qdzhc59z1tmo47 167247 167246 2026-08-16T10:52:42Z Nikos1nikos1 15046 167247 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Ἱστορία τοῦ Ταγιαπιέρα | υπότιτλος = | συγγραφέας = Ιάκωβος Τριβώλης | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = Επιμέλεια [[Συγγραφέας:Αιμίλιος Λεγκράν|Αιμίλιος Λεγκράν]] }} <pages index="Ιστορία του Ταγιαπιέρα.djvu" from=1 to=1/> <pages index="Ιστορία του Ταγιαπιέρα.djvu" from=9 to=12/> <pages index="Ιστορία του Ταγιαπιέρα.djvu" from=13 to=25/> <references /> [[Κατηγορία:Κείμενα]] [[Κατηγορία:Μεσαιωνικά κείμενα]] clljm2fm6dn5gph2u99dllth3so2p6u Διήγησις του Πωρικoλόγου 0 26664 167251 157478 2026-08-16T10:56:17Z Nikos1nikos1 15046 167251 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = [[Πωρικολόγος]] | υπότιτλος = | παράκαμψη_συγγραφέα = άγνωστος | μεταφραστής = | ενότητα = Ἡ διήγησις τοῦ Πωρικολόγου | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = Πωρικολόγος | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = Επιμέλεια Wilhelm Wagner, ''[[Index:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu|Carmina graeca medii aevi]]'', Teubner, Λειψία 1874, σ. 199—202 }} <pages index="Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu" from=221 to=224 /> [[Κατηγορία:Μεσαιωνικά κείμενα]] [[Κατηγορία:Ανώνυμα κείμενα]] l99tinsjgh38jcysv6ls4tonrcdzv89 Χρήστης:Ah3kal/Συγγραφείς 2 28564 167236 167217 2026-08-15T14:42:50Z ListeriaBot 15175 Wikidata list updated [V2] 167236 wikitext text/x-wiki {{Wikidata list |sparql=SELECT * WHERE { SERVICE wikibase:mwapi { bd:serviceParam wikibase:api "Generator" . bd:serviceParam wikibase:endpoint "el.wikisource.org" . bd:serviceParam mwapi:generator "allpages" . bd:serviceParam mwapi:gapnamespace "108" . bd:serviceParam mwapi:gaplimit "max" . bd:serviceParam mwapi:gapfilterredir "nonredirects" . ?wikisource wikibase:apiOutput mwapi:title . ?item wikibase:apiOutputItem mwapi:item . } bind(if(bound(?item), ?item, "no item" ) as ?item) optional{ ?item wdt:P373 ?commonscategory } optional{ ?item wdt:P1472 ?commonscreator } optional{ ?wikipedia schema:about ?item ; schema:isPartOf <https://el.wikipedia.org/> . } } |wdq= |section= |sort=label |columns=label:Συγγραφέας,description:Περιγραφή,P373 ,P1472 |thumb=128 |min_section=2 }} {| class='wikitable sortable' ! Συγγραφέας ! Περιγραφή ! κατηγορία στα Commons ! σελίδα δημιουργού Commons |- | [[Συγγραφέας:Άγγελος Βεργίκιος|Άγγελος Βεργίκιος ή Βεργίτσης]] | Συγγραφέας | [[:commons:Category:Angelo Vergecio|Angelo Vergecio]] | |- | [[Συγγραφέας:Άγγελος Βλάχος|Άγγελος Βλάχος]] | Έλληνας πολιτικός και λογοτέχνης του 19ου και του 20ού αιώνα | [[:commons:Category:Angelos Vlachos|Angelos Vlachos]] | |- | [[Συγγραφέας:Άγγελος Σημηριώτης|Άγγελος Σημηριώτης]] | θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής και εκπαιδευτικός | | |- | [[Συγγραφέας:Άγγελος Σικελιανός|Άγγελος Σικελιανός]] | Έλληνας ποιητής και συγγραφέας | [[:commons:Category:Angelos Sikelianos|Angelos Sikelianos]] | Angelos Sikelianos |- | [[Συγγραφέας:Νεκτάριος Αιγίνης|Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης]] | Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Μητροπολίτης Πενταπόλεως | [[:commons:Category:Nectarios of Aegina|Nectarios of Aegina]] | |- | [[Συγγραφέας:Πολύκαρπος Σμύρνης|Άγιος Πολύκαρπος Σμύρνης]] | Χριστιανός Άγιος και επίσκοπος Σμύρνης | [[:commons:Category:Polycarp of Smyrna|Polycarp of Smyrna]] | Polycarp of Smyrna |- | [[Συγγραφέας:Πατριάρχης Φώτιος Α΄|Άγιος Φώτιος ο Μέγας]] | Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, λόγιος και άγιος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας | [[:commons:Category:Photios I of Constantinople|Photios I of Constantinople]] | |- | [[Συγγραφέας:Άλφρεντ Τέννυσον|Άλφρεντ Τέννυσον]] | Άγγλος ποιητής | [[:commons:Category:Alfred, Lord Tennyson|Alfred, Lord Tennyson]] | Alfred Tennyson |- | [[Συγγραφέας:Άννα Κομνηνή|Άννα Κομνηνή]] | Βυζαντινή ιστοριογράφος, κόρη του Αλεξίου Α&#39; Κομνηνού | [[:commons:Category:Anna Comnena|Anna Comnena]] | Anna Comnena |- | [[Συγγραφέας:Άννα ντε Νοάιγ|Άννα ντε Νοάιγ]] | Γαλλίδα συγγραφέας,ποιήτρια και μοντέλο | [[:commons:Category:Anna de Noailles|Anna de Noailles]] | Anna de Noailles |- | [[Συγγραφέας:Άννων|Άννων]] | Καρχηδόνιος εξερευνητής | [[:commons:Category:Hanno the Navigator|Hanno the Navigator]] | |- | [[Συγγραφέας:Άρατος ο Σολεύς|Άρατος ο Σολεύς]] | | [[:commons:Category:Aratus of Soli|Aratus of Soli]] | Aratus |- | [[Συγγραφέας:Άργης Κόρακας|Άργης Κόρακας]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Άρης Βελουχιώτης|Άρης Βελουχιώτης]] | Έλληνας πολιτικός και αντιστασιακός | [[:commons:Category:Aris Velouchiotis|Aris Velouchiotis]] | |- | [[Συγγραφέας:Άριστος Καμπάνης|Άριστος Καμπάνης]] | Έλληνας δημοσιογράφος, κριτικός και συγγραφέας | [[:commons:Category:Aristos Kampanis|Aristos Kampanis]] | Aristos Kampanis |- | [[Συγγραφέας:Άρνολντ Πάσοβ|Άρνολντ Πάσοβ]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Έντγκαρ Άλλαν Πόε|Έντγκαρ Άλλαν Πόε]] | Αμερικανός λογοτέχνης | [[:commons:Category:Edgar Allan Poe|Edgar Allan Poe]] | Edgar Allan Poe |- | [[Συγγραφέας:Εδουάρδος Έγγελ|Έντουαρντ Ένγκελ]] | Γερμανός ιστορικός της λογοτεχνίας | [[:commons:Category:Eduard Engel|Eduard Engel]] | Eduard Engel |- | [[Συγγραφέας:Ήριννα|Ήρινα]] | | [[:commons:Category:Erinna|Erinna]] | |- | [[Συγγραφέας:Ήρων ο Αλεξανδρεύς|Ήρων]] | αρχαίος Έλληνας μαθηματικός και μηχανικός | [[:commons:Category:Hero of Alexandria|Hero of Alexandria]] | Hero of Alexandria |- | [[Συγγραφέας:Ίβυκος|Ίβυκος]] | αρχαίος Έλληνας λυρικός ποιητής από το Ρήγιο της Μεγάλης Ελλάδας | [[:commons:Category:Ibycus|Ibycus]] | Ibycus |- | [[Συγγραφέας:Ίων Δραγούμης|Ίων Δραγούμης]] | Έλληνας διπλωμάτης και φιλόσοφος | [[:commons:Category:Ion Dragoumis|Ion Dragoumis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ίων ο Χίος|Ίων ο Χίος]] | Έλληνας ποιητής, δραματουργός και φιλόσοφος του 5ου αιώνα π.Χ. | | |- | [[Συγγραφέας:Αίλιος Αριστείδης|Αίλιος Αριστείδης]] | σοφιστής, σημαντικός ρήτορας της εποχής του και εκπρόσωπος της δεύτερης σοφιστικής | [[:commons:Category:Aelius Aristides|Aelius Aristides]] | Aelius Aristides |- | [[Συγγραφέας:Αίσωπος|Αίσωπος]] | Έλληνας αφηγητής παραμυθιών της αρχαιότητας | [[:commons:Category:Aesop|Aesop]] | Aesop |- | [[Συγγραφέας:Δωρόθεος Γάζας|Αββάς Δωρόθεος]] | Χριστιανός μοναχός και ηγούμενος | [[:commons:Category:Dorotheus of Gaza|Dorotheus of Gaza]] | Dorotheus of Gaza |- | [[Συγγραφέας:Αβλάβιος Ιλλούστριος|Αβλάβιος Ιλλούστριος]] | σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia | | |- | [[Συγγραφέας:Αβραάμ Λίνκολν|Αβραάμ Λίνκολν]] | 16ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής | [[:commons:Category:Abraham Lincoln|Abraham Lincoln]] | Abraham Lincoln |- | [[Συγγραφέας:Αβυδηνός|Αβυδηνός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αγαθάγγελος Κωνσταντινίδης|Αγαθάγγελος Κωνσταντινίδης - Μάγνης]] | Έλληνας μητροπολίτης | [[:commons:Category:Agathagelos of Ephesus|Agathagelos of Ephesus]] | |- | [[Συγγραφέας:Αγαθίας ο Σχολαστικός|Αγαθίας ο Σχολαστικός]] | | [[:commons:Category:Agathias|Agathias]] | Agathias |- | [[Συγγραφέας:Αδαίος ο Μακεδών|Αδαίος ο Μακεδών]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αδαμάντιος Κοραής|Αδαμάντιος Κοραής]] | Έλληνας φιλόλογος | [[:commons:Category:Adamantios Korais|Adamantios Korais]] | Adamantios Korais |- | [[Συγγραφέας:Αθήναιος|Αθήναιος]] | | [[:commons:Category:Athenaeus|Athenaeus]] | |- | [[Συγγραφέας:Αθανάσιος Αλεξανδρείας|Αθανάσιος Αλεξανδρείας]] | Πατριάρχης Αλεξανδρείας | [[:commons:Category:Athanasius of Alexandria|Athanasius of Alexandria]] | Saint Athanasius |- | [[Συγγραφέας:Αθανάσιος Ευταξίας|Αθανάσιος Ευταξίας]] | Έλληνας πολιτικός | [[:commons:Category:Athanasios Eutaxias|Athanasios Eutaxias]] | |- | [[Συγγραφέας:Αθανάσιος Κυριαζής|Αθανάσιος Κυριαζής]] | 1883-1950 | | |- | [[Συγγραφέας:Αθανάσιος Παπαδόπουλος-Κεραμεύς|Αθανάσιος Παπαδόπουλος – Κεραμεύς]] | | [[:commons:Category:Athanasios Papadopoulos-Kerameus|Athanasios Papadopoulos-Kerameus]] | |- | [[Συγγραφέας:Αθανάσιος Χριστόπουλος|Αθανάσιος Χριστόπουλος]] | Έλληνας ποιητής | [[:commons:Category:Athanasios Christopoulos|Athanasios Christopoulos]] | |- | [[Συγγραφέας:Αθήναιος ο επιγραμματοποιός|Αθηναiος]] | ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Αιμίλιος Βεάκης|Αιμίλιος Βεάκης]] | Έλληνας ηθοποιός | | |- | [[Συγγραφέας:Αιμίλιος Λεγκράν|Αιμίλιος Λεγκράν]] | Γάλλος συγγραφέας | [[:commons:Category:Émile Legrand|Émile Legrand]] | Émile Legrand |- | [[Συγγραφέας:Αιμίλιος Ριάδης|Αιμίλιος Ριάδης]] | Έλληνας συνθέτης και ποιητής | [[:commons:Category:Emilios Riadis|Emilios Riadis]] | |- | [[Συγγραφέας:Αιμιλία Δάφνη|Αιμιλία Κούρτελη]] | Ελληνίδα ποιήτρια και πεζογράφος | [[:commons:Category:Aimilia Dafni|Aimilia Dafni]] | Aimilia Dafni |- | [[Συγγραφέας:Αιμιλιανός ο Νικαεύς|Αιμιλιανός ο Νικαεύς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αινείας ο Τακτικός|Αινείας ο Τακτικός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αισχίνης|Αισχίνης]] | | [[:commons:Category:Aeschines|Aeschines]] | Aeschines |- | [[Συγγραφέας:Αισχύλος|Αισχύλος]] | αρχαίος Έλληνας δραματικός ποιητής | [[:commons:Category:Aeschylus|Aeschylus]] | Aeschylus |- | [[Συγγραφέας:Ακήρατος ο γραμματικός|Ακήρατος ο γραμματικός]] | Αρχαίος Έλληνας επιγραμματοποιός | | |- | [[Συγγραφέας:Ακουσίλαος|Ακουσίλαος]] | αρχαιος Έλληνας πεζογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Βυζάντιος|Αλέξανδρος Βυζάντιος]] | Έλληνας δημοσιογράφος | [[:commons:Category:Alexandros Vyzantios|Alexandros Vyzantios]] | |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Γκιάλας|Αλέξανδρος Γκιάλας]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Ι. Παππάς|Αλέξανδρος Ι. Παππάς]] | | [[:commons:Category:Alexandros I. Pappas|Alexandros I. Pappas]] | |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Σούτσος|Αλέξανδρος Κ. Σούτσος]] | Έλληνας φαναριώτης λόγιος, και εφημεριδογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Υψηλάντης|Αλέξανδρος Κ. Υψηλάντης]] | Έλληνας πρίγκιπας, στρατιωτικός, λόγιος και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας | [[:commons:Category:Alexander Ypsilantis|Alexander Ypsilantis]] | Alexander Ypsilantis |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Κατακουζηνός|Αλέξανδρος Κατακουζηνός]] | Έλληνας συνθέτης και ποιητής | [[:commons:Category:Alexandros Katakouzinos|Alexandros Katakouzinos]] | |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Μαγνήτης|Αλέξανδρος Μαγνήτης]] | Επιγραμματοποιός της Ελληνικής Ανθολογίας, πιθανώς του πρώτου αιώνα | | |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος|Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος]] | Φαναριώτης πολιτικός | [[:commons:Category:Alexandros Mavrokordatos|Alexandros Mavrokordatos]] | |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Μωραϊτίδης|Αλέξανδρος Μωραϊτίδης]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Πάλλης|Αλέξανδρος Πάλλης]] | λογοτέχνης και πρωταγωνιστής στον αγώνα για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας | | |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης|Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης]] | Έλληνας λογοτέχνης (1851–1911) | [[:commons:Category:Alexandros Papadiamantis|Alexandros Papadiamantis]] | |- | [[Συγγραφέας:Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής|Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής]] | Έλληνας πολιτικός , διπλωμάτης και ποιητής | [[:commons:Category:Alexandros Rizos Rangavis|Alexandros Rizos Rangavis]] | |- | [[Συγγραφέας:Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου|Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου]] | Ελληνίδα λογία, διηγηματογράφος και παιδαγωγός | [[:commons:Category:Alexándra Papadopoúlou|Alexándra Papadopoúlou]] | |- | [[Συγγραφέας:Αλκαίος ο Μεσσήνιος|Αλκαίος ο Μεσσήνιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αλκαίος ο Μυτιληναίος|Αλκαίος ο Μυτιληναίος]] | Αρχαίος έλληνας ποιητής.από τη Μυτιλήνη | [[:commons:Category:Alcaeus|Alcaeus]] | Alcaeus |- | [[Συγγραφέας:Αλκμάν|Αλκμάν]] | | [[:commons:Category:Alcman|Alcman]] | |- | [[Συγγραφέας:Αλφειός ο Μυτιληναίος|Αλφειός ο Μυτιληναίος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Λαμαρτίνος|Αλφόνς ντε Λαμαρτίν]] | Γάλλος συγγραφέας, ποιητής και πολιτικός | [[:commons:Category:Alphonse de Lamartine|Alphonse de Lamartine]] | Alphonse de Lamartine |- | [[Συγγραφέας:Αμμιανός|Αμμιανός]] | Έλληνας επιγραμματοποιός που έζησε στις αρχές του 2ου αιώνα | | |- | [[Συγγραφέας:Αμμωνίδης|Αμμωνίδης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ανάργυρος Πετράκης|Ανάργυρος Πετράκης]] | Έλληνας πολιτικός και γιατρός, πρώτος δήμαρχος Αθηναίων | | |- | [[Συγγραφέας:Ανέστης Κωνσταντινίδης|Ανέστης Κωνσταντινίδης]] | Έλληνας εκδότης | [[:commons:Category:Anestis Konstantinidis|Anestis Konstantinidis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ανακρέων|Ανακρέων]] | Έλληνας λυρικός ποιητής του έκτου αιώνα π.κ.χ | [[:commons:Category:Anacreon|Anacreon]] | Anacreon |- | [[Συγγραφέας:Αναξίμανδρος|Αναξίμανδρος]] | Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος | [[:commons:Category:Anaximander|Anaximander]] | |- | [[Συγγραφέας:Αναξαγόρας|Αναξαγόρας]] | αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και αστρονόμος | [[:commons:Category:Anaxagoras|Anaxagoras]] | |- | [[Συγγραφέας:Αναστάσιος Δρίβας|Αναστάσιος Δρίβας]] | Έλληνας λογοτέχνης | | |- | [[Συγγραφέας:Ανδοκίδης|Ανδοκίδης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ανδρέας Ανδρεάδης|Ανδρέας Ανδρεάδης]] | Έλληνας οικονομολόγος | [[:commons:Category:Andreas Andreadis|Andreas Andreadis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ανδρέας Βερούσης|Ανδρέας Βερούσης]] | Έλληνας αρματολός και αγωνιστής | | |- | [[Συγγραφέας:Ανδρέας Ζαΐμης|Ανδρέας Ζαΐμης]] | Έλληνας πολιτικός | [[:commons:Category:Andreas Zaimis|Andreas Zaimis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ανδρέας Κάλβος|Ανδρέας Κάλβος]] | Έλληνας ποιητής | [[:commons:Category:Andreas Kalvos|Andreas Kalvos]] | |- | [[Συγγραφέας:Ανδρέας Καρκαβίτσας|Ανδρέας Καρκαβίτσας]] | Έλληνας συγγραφέας | [[:commons:Category:Andreas Karkavitsas|Andreas Karkavitsas]] | Andreas Karkavitsas |- | [[Συγγραφέας:Ανδρέας Λασκαράτος|Ανδρέας Λασκαράτος]] | Έλληνας σατιρικός ποιητής και πεζογράφος | [[:commons:Category:Andreas Laskaratos|Andreas Laskaratos]] | |- | [[Συγγραφέας:Ανδρέας Μαρτζώκης|Ανδρέας Μαρτζώκης]] | Έλληνας ποιητής και συγγραφέας | [[:commons:Category:Andreas Martzokis|Andreas Martzokis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ανδρέας Μουστοξύδης|Ανδρέας Μουστοξύδης]] | Έλληνας ιστορικός | [[:commons:Category:Andreas Moustoxydis|Andreas Moustoxydis]] | Andreas Moustoxydis |- | [[Συγγραφέας:Ανδρέας Νικολάρας|Ανδρέας Νικολάρας]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Ανρί Μπατάιγ|Ανρί Μπατάιγ]] | Γάλλος συγγραφέας | [[:commons:Category:Henry Bataille|Henry Bataille]] | Henry Bataille |- | [[Συγγραφέας:Αντίγονος ο Καρύστιος|Αντίγονος ο Καρύστιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς|Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αντίπατρος ο Σιδώνιος|Αντίπατρος ο Σιδώνιος]] | επιγραμματοποιός | | |- | [[Συγγραφέας:Αντίστιος|Αντίστιος]] | Έλληνας επιγραμματοποιός που άκμασε περί το 20 μ.Χ. | | |- | [[Συγγραφέας:Αντίφιλος ο Βυζάντιος|Αντίφιλος ο Βυζάντιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ανταγόρας ο Ρόδιος|Ανταγόρας ο Ρόδιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αντιμέδων Κυζικηνός|Αντιμέδων Κυζικηνός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αντισθένης|Αντισθένης]] | αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ιδρυτής της σχολής των Κυνικών | [[:commons:Category:Antisthenes|Antisthenes]] | |- | [[Συγγραφέας:Αντιφών ο Ραμνούσιος|Αντιφών]] | Αθηναίος ρήτορας | | |- | [[Συγγραφέας:Αντρέ Σενιέ|Αντρέ Σενιέ]] | Ελληνογάλλος ποιητής | [[:commons:Category:André Chénier|André Chénier]] | |- | [[Συγγραφέας:Αντρέι Μουρεσάνου|Αντρέι Μουρεσάνου]] | | [[:commons:Category:Andrei Mureșanu|Andrei Mureșanu]] | Andrei Mureșanu |- | [[Συγγραφέας:Αντωνίνος Λιβεράλις|Αντωνίνος Λιβεράλις]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αντώνης Τραυλαντώνης|Αντώνης Τραυλαντώνης]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Αντώνιος Καλλιβωκάς|Αντώνιος Καλλιβωκάς]] | Έλληνας ιατρός και καθηγητής πανεπιστημίου | [[:commons:Category:Antonios Kallivokas|Antonios Kallivokas]] | |- | [[Συγγραφέας:Αντώνιος Μανούσος|Αντώνιος Μανούσος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αντώνιος Μαρτελάος|Αντώνιος Μαρτελάος]] | Έλληνας ποιητής | [[:commons:Category:Antonios Martelaos|Antonios Martelaos]] | |- | [[Συγγραφέας:Αντώνιος Μομφερράτος|Αντώνιος Μομφερράτος]] | Έλληνας νομικός και καθηγητής πανεπιστημίου | | |- | [[Συγγραφέας:Αντώνιος ο Αργείος|Αντώνιος ο Αργείος]] | ποιητής της Ελληνικής Ανθολογίας | | |- | [[Συγγραφέας:Αντώνιος Ροντήρης|Αντώνιος Ροντήρης]] | Έλληνας νομικός | | |- | [[Συγγραφέας:Αντώνιος Σπηλιωτόπουλος|Αντώνιος Σπηλιωτόπουλος]] | Έλληνας δημοσιογράφος, συγγραφέας και ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Αντώνιος Φατσέας|Αντώνιος Φατσέας]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Ανύτη|Ανύτη]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Απολλινάριος|Απολλινάριος]] | Έλληνας επιγραμματοποιός του 1ου αιώνα μ.Χ. | | |- | [[Συγγραφέας:Απολλωνίδης ο Σμυρναίος|Απολλωνίδης ο Σμυρναίος]] | Επιγραμματοποιός του 1ου αιώνα | | |- | [[Συγγραφέας:Απολλώνιος ο Δύσκολος|Απολλώνιος ο Δύσκολος]] | Έλληνας γραμματικός του 2ου μ.Χ. αιώνα | | |- | [[Συγγραφέας:Απολλώνιος ο Ρόδιος|Απολλώνιος ο Ρόδιος]] | Αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής και γραμματικός | [[:commons:Category:Apollonius of Rhodes|Apollonius of Rhodes]] | Apollonius of Rhodes |- | [[Συγγραφέας:Αππιανός|Αππιανός]] | | [[:commons:Category:Appian|Appian]] | Appian |- | [[Συγγραφέας:Απόστολος Βαρνάβας|Απόστολος Βαρνάβας]] | Ένας από τους πρώτους μαθητές του Ιησού | [[:commons:Category:Saint Barnabas|Saint Barnabas]] | Saint Barnabas |- | [[Συγγραφέας:Απόστολος Μελαχρινός|Απόστολος Μελαχρινός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Απόστολος Παύλος|Απόστολος Παύλος]] | απόστολος του Χριστιανισμού | [[:commons:Category:Saint Paul|Saint Paul]] | |- | [[Συγγραφέας:Αργύρης Εφταλιώτης|Αργύρης Εφταλιώτης]] | Έλληνας ποιητής και πεζογράφος | [[:commons:Category:Argiris Eftaliotis|Argiris Eftaliotis]] | |- | [[Συγγραφέας:Αρεταίος ο Καππαδόκης|Αρεταίος ο Καππαδόκης]] | Έλληνας γιατρός από την Καππαδοκία | [[:commons:Category:Aretaeus of Cappadocia|Aretaeus of Cappadocia]] | |- | [[Συγγραφέας:Αριστείδης Σπαθάκης|Αριστείδης Σπαθάκης]] | Έλληνας παιδαγωγός και συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Αριστομένης Προβελέγγιος|Αριστομένης Προβελέγγιος]] | Έλληνας πολιτικός | [[:commons:Category:Aristomenis Provelegios|Aristomenis Provelegios]] | |- | [[Συγγραφέας:Αριστοτέλης|Αριστοτέλης]] | Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος | [[:commons:Category:Aristotle|Aristotle]] | Aristotle |- | [[Συγγραφέας:Αριστοτέλης Βαλαωρίτης|Αριστοτέλης Βαλαωρίτης]] | Έλληνας ποιητής | [[:commons:Category:Aristotelis Valaoritis|Aristotelis Valaoritis]] | Aristotelis Valaoritis |- | [[Συγγραφέας:Αριστοτέλης Κουρτίδης|Αριστοτέλης Κουρτίδης]] | Έλληνας εκπαιδευτικός και συγγραφέας | [[:commons:Category:Aristotelis Kourtidis|Aristotelis Kourtidis]] | |- | [[Συγγραφέας:Αριστοφάνης|Αριστοφάνης]] | Αθηναίος θεατρικός συγγραφέας | [[:commons:Category:Aristophanes|Aristophanes]] | Aristophanes |- | [[Συγγραφέας:Αριστόξενος ο Ταραντίνος|Αριστόξενος ο Ταραντίνος]] | | [[:commons:Category:Aristosseno|Aristosseno]] | |- | [[Συγγραφέας:Αρποκρατίων|Αρποκρατίων]] | Αρχαίος Έλληνας γραμματικός | | |- | [[Συγγραφέας:Αρσινόη Παπαδοπούλου|Αρσινόη Παπαδοπούλου]] | Ελληνίδα διηγηματογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Αρχέλαος (επιγραμματοποιός)|Αρχέλαος]] | επιγραμματοποιός | | |- | [[Συγγραφέας:Αρχίας|Αρχίας]] | σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia | | |- | [[Συγγραφέας:Αρχίας ο Αντιοχεύς|Αρχίας ο Αντιοχεύς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αρχίας ο Βυζάντιος|Αρχίας ο Βυζάντιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αρχίας ο Μακεδών|Αρχίας ο Μακεδών]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αρχίας ο Μυτιληναίος|Αρχίας ο Μυτιληναίος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αρχίας ο νεότερος|Αρχίας ο νεότερος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αρχίλοχος|Αρχίλοχος]] | | [[:commons:Category:Archilochos|Archilochos]] | |- | [[Συγγραφέας:Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α΄|Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α΄]] | Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος (1923-1938) | [[:commons:Category:Chrysostomos I of Athens|Chrysostomos I of Athens]] | |- | [[Συγγραφέας:Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος|Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος]] | Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος (1938-1941) | [[:commons:Category:Chrysanthos of Athens|Chrysanthos of Athens]] | |- | [[Συγγραφέας:Χρύσανθος εκ Μαδύτου|Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος του Δυρραχίου]] | Έλληνας λόγιος και μουσικός διδάσκαλος | [[:commons:Category:Chrysanthos of Madytos|Chrysanthos of Madytos]] | Chrysanthus of Bursa |- | [[Συγγραφέας:Ασίνιος Κουαδράτος|Ασίνιος Κουαδράτος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ασκληπιάδης ο Σάμιος|Ασκληπιάδης ο Σάμιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αυτομέδων επιγραμματοποιός|Αυτομέδων επιγραμματοποιός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Αχιλλέας Παράσχος|Αχιλλέας Παράσχος]] | Έλληνας ποιητής | [[:commons:Category:Achilleas Paraschos|Achilleas Paraschos]] | |- | [[Συγγραφέας:Βέρθα Ρουσοπούλου|Βέρθα Ρουσοπούλου]] | Ελληνίδα συγγραφέας, μεταφράστρια, φεμινίστρια και εκπαιδευτικός | | |- | [[Συγγραφέας:Βίκτωρ Ουγκώ|Βίκτωρ Ουγκώ]] | Γάλλος μυθιστοριογράφος, ποιητής και δραματουργός (1802–1885) | [[:commons:Category:Victor Hugo|Victor Hugo]] | Victor Hugo |- | [[Συγγραφέας:Βίκτωρ Πάνιν|Βίκτωρ Πάνιν]] | | [[:commons:Category:Victor Nikitich Panin|Victor Nikitich Panin]] | |- | [[Συγγραφέας:Βίλχελμ Μύλλερ|Βίλχελμ Μύλερ]] | Γερμανός ποιητής (1794-1827) | [[:commons:Category:Wilhelm Müller|Wilhelm Müller]] | Wilhelm Müller |- | [[Συγγραφέας:Βίων|Βίων ο Σμυρναίος]] | | [[:commons:Category:Bion of Smyrna|Bion of Smyrna]] | |- | [[Συγγραφέας:Βακχυλίδης|Βακχυλίδης]] | | [[:commons:Category:Bacchylides|Bacchylides]] | Bacchylides |- | [[Συγγραφέας:Βαρλαάμ|Βαρλαάμ Καλαβρός]] | | [[:commons:Category:Barlaam of Seminara|Barlaam of Seminara]] | |- | [[Συγγραφέας:Βασίλειος Κολοκοτρώνης|Βασίλειος Κ. Κολοκοτρώνης]] | Έλληνας διπλωμάτης, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός μελετητής | | |- | [[Συγγραφέας:Βασίλης Μιχαηλίδης|Βασίλης Μιχαηλίδης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Βιάνωρ επιγραμματοποιός|Βιάνωρ επιγραμματοποιός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Βιργίλιος|Βιργίλιος]] | αρχαίος Ρωμαίος ποιητής | [[:commons:Category:Virgil|Virgil]] | Virgil |- | [[Συγγραφέας:Βιργινία Ευαγγελίδου|Βιργινία Ευαγγελίδου]] | Ελληνίδα ποιήτρια | [[:commons:Category:Virginia Evangelidou|Virginia Evangelidou]] | |- | [[Συγγραφέας:Βιτσέντζος Κορνάρος|Βιτσέντζος Κορνάρος]] | Έλληνας ποιητής ενετικής υπηκοότητας | [[:commons:Category:Vitsentzos Kornaros|Vitsentzos Kornaros]] | |- | [[Συγγραφέας:Βλάσιος Σκορδέλης|Βλάσιος Σκορδέλης]] | Έλληνας πεζογράφος και εκπαιδευτικός | | |- | [[Συγγραφέας:Βλαντιμίρ Λένιν|Βλαντίμιρ Ίλιτς Λένιν]] | Ηγέτης της Σοβιετικής Ενωσης Πρωτεργάτης της Οκτωβριανής Επανάστασης | [[:commons:Category:Vladimir Lenin|Vladimir Lenin]] | Vladimir Lenin |- | [[Συγγραφέας:Βλαντίμιρ Πούτιν|Βλαντίμιρ Πούτιν]] | Ρώσος πολιτικός, Προέδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας | [[:commons:Category:Vladimir Putin|Vladimir Putin]] | |- | [[Συγγραφέας:Γαληνός|Γαληνός]] | | [[:commons:Category:Galenus of Pergamum|Galenus of Pergamum]] | Galen |- | [[Συγγραφέας:Γεράσιμος Μαρκοράς|Γεράσιμος Μαρκοράς]] | Έλληνας συγγραφέας και ποιητής | [[:commons:Category:Gerasimos Markoras|Gerasimos Markoras]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Άβλιχος|Γεώργιος Άβλιχος]] | Έλληνας ζωγράφος | [[:commons:Category:Georgios Avlichos|Georgios Avlichos]] | Georgios Avlichos |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Α΄ της Ελλάδας|Γεώργιος Α΄ της Ελλάδας]] | Βασιλιάς των Ελλήνων (1863–1913) | [[:commons:Category:George I of Greece|George I of Greece]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Αινιάν|Γεώργιος Αινιάν]] | Έλληνας πολιτικός | [[:commons:Category:Georgios Ainian|Georgios Ainian]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Ακροπολίτης|Γεώργιος Ακροπολίτης]] | Έλληνας ιστορικός και διπλωμάτης (1217-1282) | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Αναστασόπουλος|Γεώργιος Αναστασόπουλος]] | Έλληνας νομικός και πολιτικός | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Β΄ της Ελλάδας|Γεώργιος Β΄ της Ελλάδας]] | Βασιλιάς των Ελλήνων (1922-1947 ) | [[:commons:Category:George II of Greece|George II of Greece]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Βεντήρης|Γεώργιος Βεντήρης]] | Έλληνας δημοσιογράφος, ιστορικός | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Βιζυηνός|Γεώργιος Βιζυηνός]] | Έλληνας λογοτέχνης | [[:commons:Category:Georgios Vizyinos|Georgios Vizyinos]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Βρισιμιτζάκης|Γεώργιος Βρισιμιτζάκης]] | Έλληνας ποιητής και δοκιμιογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Δροσίνης|Γεώργιος Δροσίνης]] | Έλληνας λογοτέχνης, και δημοσιογράφος | [[:commons:Category:Georgios Drossinis|Georgios Drossinis]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Εξαρχόπουλος|Γεώργιος Εξαρχόπουλος]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Ζαλοκώστας|Γεώργιος Ζαλοκώστας]] | Έλληνας ποιητής | [[:commons:Category:Georgios Zalokostas|Georgios Zalokostas]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Καλλισπέρης|Γεώργιος Καλλισπέρης]] | Έλληνας νομικός | [[:commons:Category:Georgios Kallisperis|Georgios Kallisperis]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Καλοσγούρος|Γεώργιος Καλοσγούρος]] | Έλληνας μετασολωμικός ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Μαρτινέλης|Γεώργιος Μαρτινέλης]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Παπαδόπουλος|Γεώργιος Παπαδόπουλος]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Παπανδρέου|Γεώργιος Παπανδρέου]] | Έλληνας πολιτικός - πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας (1888–1968) | [[:commons:Category:Georgios Papandreou|Georgios Papandreou]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Παπουλιάς|Γεώργιος Παπουλιάς]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Παράσχος|Γεώργιος Παράσχος]] | Έλληνας ποιητής του 19ου αιώνα | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Πισίδης|Γεώργιος Πισίδης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Σουρής|Γεώργιος Σουρής]] | Έλληνας σατιρικός ποιητής | [[:commons:Category:Georgios Souris|Georgios Souris]] | Georgios Souris |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Στρατήγης|Γεώργιος Στρατήγης]] | | [[:commons:Category:Georgios Stratigis|Georgios Stratigis]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Σωτηριάδης|Γεώργιος Σωτηριάδης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Τερτσέτης|Γεώργιος Τερτσέτης]] | Αγωνιστής του 1821, ιστορικός, πολιτικός, συγγραφέας, ποιητής, φιλόσοφος, απομνημονευματογράφος και νομικός | [[:commons:Category:Georgios Tertsetis|Georgios Tertsetis]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Τσοκόπουλος|Γεώργιος Τσοκόπουλος]] | Έλληνας δημοσιογράφος και λογοτέχνης | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Τσολάκογλου|Γεώργιος Τσολάκογλου]] | Έλληνας στρατιωτικός και κατοχικός πρωθυπουργός | [[:commons:Category:Georgios Tsolakoglou|Georgios Tsolakoglou]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Υπερίδης|Γεώργιος Υπερίδης]] | Έλληνας συγγραφέας και ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Φιλάρετος|Γεώργιος Φιλάρετος]] | Έλληνας πολιτικός και νομικός | [[:commons:Category:Georgios Filaretos|Georgios Filaretos]] | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Χοιροβοσκός|Γεώργιος Χοιροβοσκός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Γεώργιος Χορτάτσης|Γεώργιος Χορτάτσης]] | Έλληνας θεατρικός συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Γιάνης Βηλαράς|Γιάνης Βηλαράς]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Γιάννης Αηδονόπουλος|Γιάννης Αηδονόπουλος]] | Έλληνας ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Βλαχογιάννης|Γιάννης Βλαχογιάννης]] | Έλληνας ιστοριοδίφης και συγγραφέας | [[:commons:Category:Yannis Vlachoyannis|Yannis Vlachoyannis]] | Yannis Vlachoyannis |- | [[Συγγραφέας:Γιάννης Καμπύσης|Γιάννης Καμπύσης]] | Έλληνας λογοτέχνης | [[:commons:Category:Giannis Kampysis|Giannis Kampysis]] | |- | [[Συγγραφέας:Γιάννης Κασιμάτης|Γιάννης Κασιμάτης]] | | [[:commons:Category:Giannis Kasimatis|Giannis Kasimatis]] | Giannis Kasimatis |- | [[Συγγραφέας:Γιάννης Ψυχάρης|Γιάννης Ψυχάρης]] | Έλληνας λογοτέχνης και γλωσσολόγος | [[:commons:Category:Giannis Psycharis|Giannis Psycharis]] | Giannis Psycharis |- | [[Συγγραφέας:Γιοβάν Τσαούς|Γιοβάν Τσαούς]] | Έλληνας ρεμπέτης μουσικός (1893–1942) | | |- | [[Συγγραφέας:Γιουτζίν Ντεμπς|Γιουτζίν Ντεμπς]] | Αμερικανός πολιτικός, συνδικαλιστής, σοσιαλιστής | [[:commons:Category:Eugene V. Debs|Eugene V. Debs]] | Eugene V. Debs |- | [[Συγγραφέας:Γιωσέφ Ελιγιά|Γιωσέφ Ελιγιά]] | Ελληνοεβραίος ποιητής, μελετητής και μεταφραστής | | |- | [[Συγγραφέας:Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε|Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε]] | Γερμανός ποιητής, μυθιστοριογράφος, δραματουργός, θεωρητικός της τέχνης και φυσιοδίφης (1749–1832) | [[:commons:Category:Johann Wolfgang von Goethe|Johann Wolfgang von Goethe]] | Johann Wolfgang von Goethe |- | [[Συγγραφέας:Γιώργος Βαλταδώρος|Γιώργος Βαλταδώρος]] | Έλληνας ζωγράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Γιώργος Κιτρόπουλος|Γιώργος Κιτρόπουλος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Γιώργος Σαραντάρης|Γιώργος Σαραντάρης]] | Έλληνας ποιητής, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος της Γενιάς του 1930 | [[:commons:Category:Giorgos Sarantaris|Giorgos Sarantaris]] | |- | [[Συγγραφέας:Γκότφριντ Μπύργκερ|Γκότφριντ Άουγκουστ Μπύργκερ]] | Γερμανός ποιητής (1747-1794) | [[:commons:Category:Gottfried August Bürger|Gottfried August Bürger]] | Gottfried August Bürger |- | [[Συγγραφέας:Γλαύκος ο Νικοπολίτης|Γλαύκος ο Νικοπολίτης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Γλύκων|Γλύκων]] | ποιητής της Παλατινής Ανθολογίας | [[:commons:Category:Glycon|Glycon]] | |- | [[Συγγραφέας:Γοργίας|Γοργίας]] | αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και ρήτορας | [[:commons:Category:Gorgias|Gorgias]] | |- | [[Συγγραφέας:Ουίλλιαμ Σμιθ|Γουίλιαμ Σμιθ]] | Άγγλος φιλόλογος και λεξικογράφος | [[:commons:Category:William Smith (lexicographer)|William Smith (lexicographer)]] | William Smith (lexicographer) |- | [[Συγγραφέας:Γουσταύος Λαφφόν|Γουσταύος Λαφφόν]] | Γάλλος ποιητής και συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Γρηγόριος Βερναρδάκης|Γρηγόριος Βερναρδάκης]] | Έλληνας φιλόλογος και πανεπιστημιακός | | |- | [[Συγγραφέας:Γρηγόριος Ναζιανζηνός|Γρηγόριος Ναζιανζηνός]] | Χριστιανός άγιος, επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και θεολόγος | [[:commons:Category:Gregory of Nazianzus|Gregory of Nazianzus]] | Gregory of Nazianzus |- | [[Συγγραφέας:Γρηγόριος Ξενόπουλος|Γρηγόριος Ξενόπουλος]] | Έλληνας λογοτέχνης | [[:commons:Category:Gregorios Xenopoulos|Gregorios Xenopoulos]] | |- | [[Συγγραφέας:Δίων Κάσσιος|Δίων Κάσσιος]] | | [[:commons:Category:Cassius Dio|Cassius Dio]] | Cassius Dio |- | [[Συγγραφέας:Δαμάσκιος|Δαμάσκιος]] | αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος | | |- | [[Συγγραφέας:Δείναρχος|Δείναρχος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Δημάδης|Δημάδης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτρης Γληνός|Δημήτρης Γληνός]] | έλληνας εκπαιδευτικός και πολιτικός | | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτρης Λιπέρτης|Δημήτρης Λιπέρτης]] | | [[:commons:Category:Dimitris Lipertis|Dimitris Lipertis]] | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτρης Χατζόπουλος|Δημήτρης Χατζόπουλος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Αινιάν|Δημήτριος Αινιάν]] | Έλληνας αγωνιστής της επανάστασης του 1821, λόγιος, δικαστικός και πολιτικός | [[:commons:Category:Dimitrios Ainian|Dimitrios Ainian]] | Dimitrios Ainian |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Αργυριάδης|Δημήτριος Αργυριάδης]] | Έλληνας δημοσιογράφος και φιλόλογος | [[:commons:Category:Dimitrios Argiriadis|Dimitrios Argiriadis]] | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Βαρδουνιώτης|Δημήτριος Βαρδουνιώτης]] | Έλληνας ιστορικός και νομικός | [[:commons:Category:Dimitrios Vardouniotis|Dimitrios Vardouniotis]] | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Βερναρδάκης|Δημήτριος Βερναρδάκης]] | Έλληνας ιστορικός, συγγραφέας και πανεπιστημιακός | [[:commons:Category:Dimitrios Vernardakis|Dimitrios Vernardakis]] | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Βικέλας|Δημήτριος Βικέλας]] | Έλληνας λογοτέχνης, πρώτος πρόεδρος της ΔΟΕ | [[:commons:Category:Demetrius Vikelas|Demetrius Vikelas]] | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Βυζάντιος|Δημήτριος Βυζάντιος]] | Έλληνας κωμωδιογράφος και αγιογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Ευαγγελίδης|Δημήτριος Ευαγγελίδης]] | Έλληνας αρχαιολόγος και πανεπιστημιακός καθηγητής | | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Κακλαμάνος|Δημήτριος Κακλαμάνος]] | Έλληνας διπλωμάτης και συγγραφέας | [[:commons:Category:Dimitrios Kaklamanos|Dimitrios Kaklamanos]] | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Καλαποθάκης|Δημήτριος Καλαποθάκης]] | Έλληνας δημοσιογράφος | [[:commons:Category:Dimitrios Kalapothakis|Dimitrios Kalapothakis]] | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Καμπούρογλου|Δημήτριος Καμπούρογλου]] | Έλληνας συγγραφέας | [[:commons:Category:Dimitrios Kampouroglou|Dimitrios Kampouroglou]] | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Κορομηλάς|Δημήτριος Κορομηλάς]] | Έλληνας δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας | [[:commons:Category:Dimitrios Koromilas|Dimitrios Koromilas]] | Dimitrios A. Koromelas |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Κόκκος|Δημήτριος Κόκκος]] | Έλληνας συγγραφέας και ποιητής | [[:commons:Category:Dimitrios Kokkos|Dimitrios Kokkos]] | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Σαρρός|Δημήτριος Μ. Σάρρος]] | Έλληνας φιλόλογος | | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Μπενή Ψάλτης|Δημήτριος Μπενή Ψάλτης]] | Έλληνας δικαστικός και ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Πανταζής|Δημήτριος Πανταζής]] | Έλληνας αρχαιολόγος | | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος|Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Ταγκόπουλος|Δημήτριος Ταγκόπουλος]] | Έλληνας δημοσιογράφος και εκδότης του περιοδικού Νουμάς | | |- | [[Συγγραφέας:Δημήτριος Υψηλάντης|Δημήτριος Υψηλάντης]] | Στρατιωτικός και αγωνιστής της επανάστασης του 1821 | [[:commons:Category:Demetrios Ypsilantis|Demetrios Ypsilantis]] | |- | [[Συγγραφέας:Δημητρός Ζαχαριάδης|Δημητρός Ζαχαριάδης]] | Έλληνας κριτικός και συγγραφέας | [[:commons:Category:Dimitros Zachariadis|Dimitros Zachariadis]] | Dimitros Zachariadis |- | [[Συγγραφέας:Δημοσθένης|Δημοσθένης]] | | [[:commons:Category:Demosthenes|Demosthenes]] | Demosthenes |- | [[Συγγραφέας:Δημοσθένης Βαλαβάνης|Δημοσθένης Βαλαβάνης]] | Ἐλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Δημόδοκος επιγραμματοποιός|Δημόδοκος]] | γνωμικός φιλόσοφος και επιγραμματοποιός του 5ου αιώνα π.Χ. | | |- | [[Συγγραφέας:Δημόκριτος επιγραμματοποιός|Δημόκριτος επιγραμματοποιός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Διογένης Λαέρτιος|Διογένης ο Λαέρτιος]] | | [[:commons:Category:Diogenes Laërtius|Diogenes Laërtius]] | Diogenes Laërtius |- | [[Συγγραφέας:Διονύσης Π. Σιμόπουλος|Διονύσης Σιμόπουλος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Διονύσιος Ηλιακόπουλος|Διονύσιος Ηλιακόπουλος]] | Έλληνας ποιητής | [[:commons:Category:Dionysios Iliakopoulos|Dionysios Iliakopoulos]] | |- | [[Συγγραφέας:Διονύσιος Μάργαρης|Διονύσιος Μάργαρης]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς|Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς]] | | [[:commons:Category:Dionysius of Halicarnassus|Dionysius of Halicarnassus]] | Dionysius of Halicarnassus |- | [[Συγγραφέας:Διονύσιος ο Βυζάντιος|Διονύσιος ο Βυζάντιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Διονύσιος ο Θραξ|Διονύσιος ο Θραξ]] | | [[:commons:Category:Dionysius Thrax|Dionysius Thrax]] | |- | [[Συγγραφέας:Διονύσιος ο σοφιστής|Διονύσιος ο σοφιστής]] | αρχαίος Έλληνας ποιητής, επίγραμμα του οποίου σώζεται στην Ελληνική Ανθολογία | | |- | [[Συγγραφέας:Διονύσιος Σολωμός|Διονύσιος Σολωμός]] | Έλληνας ποιητής (1798–1857) | [[:commons:Category:Dionysios Solomos|Dionysios Solomos]] | Dionysios Solomos |- | [[Συγγραφέας:Διονύσιος Σουρμελής|Διονύσιος Σουρμελής]] | Έλληνας συγγραφέας | [[:commons:Category:Dionysios Sourmelis|Dionysios Sourmelis]] | Dionysios Sourmelis |- | [[Συγγραφέας:Διοσκορίδης (επιγραμματοποιός)|Διοσκορίδης]] | επιγραμματοποιός | | |- | [[Συγγραφέας:Διόδωρος Ζωνάς|Διόδωρος Ζωνάς]] | ρήτορας από τις Σάρδεις την εποχή των Μιθριδατικών πολέμων (84-64) | | |- | [[Συγγραφέας:Διόδωρος Σικελιώτης|Διόδωρος Σικελιώτης]] | αρχαίος Έλληνας ιστορικός και συγγραφέας | [[:commons:Category:Diodorus Siculus|Diodorus Siculus]] | Diodorus Siculus |- | [[Συγγραφέας:Διόδωρος ο Ταρσεύς|Διόδωρος ὁ Ἀριστοφάνειος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Δράκων ο Στρατονικεύς|Δράκων ο Στρατονικεύς]] | γραμματικός και μετρικός από την Στρατονίκεια Καρίας (περίπου 170-90 π.Χ.) | | |- | [[Συγγραφέας:Ειρήνη Λαχανά|Ειρήνη Λαχανά]] | Ελληνίδα λογοτέχνιδα | | |- | [[Συγγραφέας:Ειρηναίος Ασώπιος|Ειρηναίος Ασώπιος]] | Έλληνας συγγραφέας και φυσικός | [[:commons:Category:Eirinaios Asopios|Eirinaios Asopios]] | |- | [[Συγγραφέας:Ελευθέριος Βενιζέλος|Ελευθέριος Βενιζέλος]] | Έλληνας πολιτικός (1864–1936) | [[:commons:Category:Eleftherios Venizelos|Eleftherios Venizelos]] | |- | [[Συγγραφέας:Εμίλ Ντεσπάξ|Εμίλ Ντεσπάξ]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Εμμανουήλ Γαλάνης|Εμμανουήλ Γαλάνης]] | Έλληνας φιλόλογος | [[:commons:Category:Emmanouil Galanis|Emmanouil Galanis]] | |- | [[Συγγραφέας:Εμμανουήλ Λυκούδης|Εμμανουήλ Λυκούδης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Εμμανουήλ Ροΐδης|Εμμανουήλ Ροΐδης]] | Έλληνας συγγραφέας | [[:commons:Category:Emmanouil Roidis|Emmanouil Roidis]] | Emmanouil Roidis |- | [[Συγγραφέας:Εμμανουήλ Στρατουδάκης|Εμμανουήλ Στρατουδάκης]] | Έλληνας ποιητής και συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Εμμανουήλ Τσουδερός|Εμμανουήλ Τσουδερός]] | Πρωθυπουργός της Ελλάδας | [[:commons:Category:Emmanouil Tsouderos|Emmanouil Tsouderos]] | |- | [[Συγγραφέας:Εμπεδοκλής|Εμπεδοκλής]] | αρχαίος Έλληνας πυθαγόρειος φιλόσοφος | [[:commons:Category:Empedocles|Empedocles]] | |- | [[Συγγραφέας:Επίγονος ο Θεσσαλονικεύς|Επίγονος ο Θεσσαλονικεύς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Επίκουρος|Επίκουρος]] | Aρχαίος Έλληνας φιλόσοφος | [[:commons:Category:Epicurus|Epicurus]] | |- | [[Συγγραφέας:Επίκτητος|Επίκτητος]] | άρχαιος Έλληνας στωικός φιλόσοφος | [[:commons:Category:Epictetus|Epictetus]] | Epictetus |- | [[Συγγραφέας:Ηλίας Μηνιάτης|Επίσκοπος Κερνίτζης και Καλαβρύτων Ηλίας Μηνιάτης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Επαμεινώνδας Πολιτάκης|Επαμεινώνδας Πολιτάκης]] | Έλληνας λόγιος και ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Επιφάνιος Κύπρου|Επιφάνιος Κωνσταντίας]] | Χριστιανός ιεράρχης και άγιος | [[:commons:Category:Epiphanius of Salamis|Epiphanius of Salamis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ερατοσθένης ο σχολαστικός|Ερατοσθένης ο σχολαστικός]] | επιγραμματοποιός του 6ου αιώνα | | |- | [[Συγγραφέας:Ερμής ο Τρισμέγιστος|Ερμής ο Τρισμέγιστος]] | | [[:commons:Category:Hermes Trismegistus|Hermes Trismegistus]] | Hermes Trismegistus |- | [[Συγγραφέας:Ερρίκος Φορνέζης|Ερρίκος Φορνέζης]] | Ελβετός φιλέλληνας αξιωματικός και συγγραφέας του καταλόγου των φιλελλήνων που είχε αρχικά φτιάξει ο Ιλαρίων Τουρέ | | |- | [[Συγγραφέας:Ερύκιος ο Κυζικηνός|Ερύκιος ο Κυζικηνός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ευάγγελος Κουσουλάκος|Ευάγγελος Κουσουλάκος]] | Έλληνας δημοσιογράφος, εκδότης και ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Ευγένιος Βούλγαρης|Ευγένιος Βούλγαρης]] | Έλληνας κληρικός και λόγιος | [[:commons:Category:Eugenios Voulgaris|Eugenios Voulgaris]] | |- | [[Συγγραφέας:Ευγένιος Ζαλοκώστας|Ευγένιος Ζαλοκώστας]] | Έλληνας διπλωμάτης και λογοτέχνης | [[:commons:Category:Evgenios Zalokostas|Evgenios Zalokostas]] | |- | [[Συγγραφέας:Ευκλείδης|Ευκλείδης]] | διαπρεπής Έλληνας μαθηματικός, επινοητής της αξιωματικής γεωμετρίας | [[:commons:Category:Euclid|Euclid]] | Euclid |- | [[Συγγραφέας:Ευριπίδης|Ευριπίδης]] | αρχαίος Έλληνας θεατρικός συγγραφέας | [[:commons:Category:Euripides|Euripides]] | Euripides |- | [[Συγγραφέας:Ευσέβιος ο Καισαρείας|Ευσέβιος ο Καισαρείας]] | χριστιανός απολογητής, ιστορικός, επίσκοπος Καισαρείας της Παλαιστίνης | [[:commons:Category:Eusebius of Caesarea|Eusebius of Caesarea]] | Eusebius of Caesarea |- | [[Συγγραφέας:Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος|Ευστάθιος Θεσσαλονίκης]] | | [[:commons:Category:Eustathius of Thessalonica|Eustathius of Thessalonica]] | Eustathius of Thessalonica |- | [[Συγγραφέας:Ευτόλμιος ο σχολαστικός ο Ιλλούστριος|Ευτόλμιος ο σχολαστικός o Ιλλούστριος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Εφραίμ ο Σύρος|Εφραίμ ο Σύρος]] | | [[:commons:Category:Ephrem the Syrian|Ephrem the Syrian]] | Ephrem the Syrian |- | [[Συγγραφέας:Εύηνος ο Ασκαλωνίτης|Εύηνος ο Ασκαλωνίτης]] | Έλληνας ποιητής που έζησε μεταξύ του 50 π.Χ.-50 μ.Χ | | |- | [[Συγγραφέας:Εύηνος ο Πάριος|Εύηνος ο Πάριος]] | αρχαίος Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Εύμηλος ο Κορίνθιος|Εύμηλος ο Κορίνθιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Εύπολις|Εύπολις]] | | [[:commons:Category:Eupolis|Eupolis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ευάγριος Ποντικός|Εὐάγριος]] | | [[:commons:Category:Evagrius Ponticus|Evagrius Ponticus]] | |- | [[Συγγραφέας:Ζαν Μορεάς|Ζαν Μορεάς]] | Έλληνας συγγραφέας | [[:commons:Category:Jean Moréas|Jean Moréas]] | Jean Moréas |- | [[Συγγραφέας:Ζαν ντε Λα Φονταίν|Ζαν ντε Λα Φονταίν]] | | [[:commons:Category:Jean de La Fontaine|Jean de La Fontaine]] | Jean de La Fontaine |- | [[Συγγραφέας:Ζαν Πιερ Μπουαγιέ|Ζαν-Πιερ Μπουαγιέ]] | 2ος Πρόεδρος της Αϊτής (1776-1850) | [[:commons:Category:Jean-Pierre Boyer|Jean-Pierre Boyer]] | |- | [[Συγγραφέας:Ζαχαρίας Παπαντωνίου|Ζαχαρίας Παπαντωνίου]] | Παιδεραστής | [[:commons:Category:Zacharias Papantoniou|Zacharias Papantoniou]] | Zacharias Papantoniou |- | [[Συγγραφέας:Ζηνόβιος|Ζηνόβιος]] | Αρχαίος Έλληνας σοφιστής και παροιμιογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Ζηνόβιος γραμματικός (επιγραμματοποιός)|Ζηνόβιος]] | Αρχαίος Έλληνας γραμματικός άγνωστης εποχής | | |- | [[Συγγραφέας:Ζηνόδοτος ο Εφέσιος|Ζηνόδοτος ο Εφέσιος]] | Έλληνας φιλόλογος και ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Ζοζεφίν Κολόμπ|Ζοζεφίν Κολόμπ]] | | [[:commons:Category:Joséphine-Blanche Bouchet|Joséphine-Blanche Bouchet]] | Joséphine-Blanche Bouchet |- | [[Συγγραφέας:Ζορζ Ρόντενμπαχ|Ζορζ Ρόντενμπαχ]] | | [[:commons:Category:Georges Rodenbach|Georges Rodenbach]] | Georges Rodenbach |- | [[Συγγραφέας:Ζυλ Κλαρετί|Ζυλ Κλαρετί]] | | [[:commons:Category:Jules Claretie|Jules Claretie]] | Jules Claretie |- | [[Συγγραφέας:Ζυλ Λεμέτρ|Ζυλ Λεμέτρ]] | συγγραφέας, Γαλλία | [[:commons:Category:Jules Lemaître|Jules Lemaître]] | Jules Lemaître |- | [[Συγγραφέας:Ζυλ ντε Πολινιάκ|Ζυλ ντε Πολινιάκ]] | Γάλλος πολιτικός | [[:commons:Category:Jules, prince de Polignac|Jules, prince de Polignac]] | |- | [[Συγγραφέας:Ηγέμων|Ηγέμων]] | επιγραμματοποιός | | |- | [[Συγγραφέας:Ηγήσιππος (επιγραμματοποιός)|Ηγήσιππος]] | επιγραμματοποιός | | |- | [[Συγγραφέας:Ηδύλος|Ηδύλος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ηλίας Βουτιερίδης|Ηλίας Βουτιερίδης]] | Έλληνας ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας, ποιητής, πολεμιστής και δημοσιογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Ηλίας Τανταλίδης|Ηλίας Τανταλίδης]] | Έλληνας ποιητής και φιλόλογος | | |- | [[Συγγραφέας:Ηράκλειτος|Ηράκλειτος]] | | [[:commons:Category:Heraclitus|Heraclitus]] | Heraclitus |- | [[Συγγραφέας:Ηράκλειτος (επιγραμματοποιός)|Ηράκλειτος]] | επιγραμματοποιός | | |- | [[Συγγραφέας:Ηράκλειτος (μυθογράφος)|Ηράκλειτος]] | μυθογράφος της ελληνιστικής εποχής | | |- | [[Συγγραφέας:Ηρόδοτος|Ηρόδοτος]] | | [[:commons:Category:Herodotus|Herodotus]] | Herodotus |- | [[Συγγραφέας:Ησίοδος|Ησίοδος]] | Έλληνας ποιητής, ραψωδός, συγγραφέας και μυθογράφος | [[:commons:Category:Hesiod|Hesiod]] | Hesiod |- | [[Συγγραφέας:Ησύχιος|Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Θέογνις ο Μεγαρεύς|Θέογνις ο Μεγαρεύς]] | Αρχαίος Έλληνας ελεγειακός ποιητής | [[:commons:Category:Theognis of Megara|Theognis of Megara]] | Theognis of Megara |- | [[Συγγραφέας:Θανάσης Κατραπάνης|Θανάσης Κατραπάνης]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Θεαίτητος ο Κυρηναίος|Θεαίτητος ο Κυρηναίος]] | Έλληνας ποιητής που έζησε περί το 270 π.Χ., | | |- | [[Συγγραφέας:Θεμίστιος|Θεμίστιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Θεοδώρητος Βρεσθένης|Θεοδώρητος Βρεσθένης]] | Έλληνας ιερέας και πολιτικός | | |- | [[Συγγραφέας:Θεοδώρητος ο Κύρου|Θεοδώρητος ο Κύρου]] | | [[:commons:Category:Theodoret|Theodoret]] | |- | [[Συγγραφέας:Θεοφύλακτος Αχρίδος|Θεοφύλακτος Αχριδών]] | Αρχιεπίσκοπος Αχριδών | [[:commons:Category:Theophylact of Ohrid|Theophylact of Ohrid]] | |- | [[Συγγραφέας:Θεόδωρος Βελλιανίτης|Θεόδωρος Βελλιανίτης]] | Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός | [[:commons:Category:Theodoros Vellianitis|Theodoros Vellianitis]] | |- | [[Συγγραφέας:Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (Φαλέζ)|Θεόδωρος Γενναίου Κολοκοτρώνης (Φαλέζ)]] | Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός του 19ου αιώνα | | |- | [[Συγγραφέας:Θεόδωρος Κολοκοτρώνης|Θεόδωρος Κολοκοτρώνης]] | Αρχιστράτηγος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και πολιτικός του Ελληνικού Κράτους | [[:commons:Category:Theodoros Kolokotronis|Theodoros Kolokotronis]] | |- | [[Συγγραφέας:Θεόδωρος Μουζάλων|Θεόδωρος Μουζάλων]] | Βυζαντινός Θεολόγος | | |- | [[Συγγραφέας:Θεόδωρος Ορφανίδης|Θεόδωρος Ορφανίδης]] | Έλληνας βοτανολόγος και συγγραφέας | [[:commons:Category:Theodoros Orfanidis|Theodoros Orfanidis]] | |- | [[Συγγραφέας:Θεόδωρος Πρόδρομος|Θεόδωρος Πρόδρομος]] | | | Theodoros Prodromos |- | [[Συγγραφέας:Θεόδωρος Φλογαΐτης|Θεόδωρος Φλογαΐτης]] | Έλληνας πολιτικός και συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Θεόκριτος|Θεόκριτος]] | | [[:commons:Category:Theocritus|Theocritus]] | Theocritus |- | [[Συγγραφέας:Θεόφιλος ο Αντιοχεύς|Θεόφιλος ο Αντιοχεύς]] | | [[:commons:Category:Theophilus of Antioch|Theophilus of Antioch]] | |- | [[Συγγραφέας:Θεόφραστος|Θεόφραστος]] | | [[:commons:Category:Theophrastus|Theophrastus]] | Theophrastus |- | [[Συγγραφέας:Θουκυδίδης|Θουκυδίδης]] | Αθηναίος ιστορικός και στρατηγός με θρακική και ελληνική καταγωγή | [[:commons:Category:Thucydides|Thucydides]] | Thucydides |- | [[Συγγραφέας:Θυΐλλος|Θυΐλλος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Θυμοκλής|Θυμοκλής]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Θωμάς Θωμόπουλος|Θωμάς Θωμόπουλος]] | Έλληνας ζωγράφος και γλύπτης | [[:commons:Category:Thomas Thomopoulos|Thomas Thomopoulos]] | Thomas Thomopoulos |- | [[Συγγραφέας:Ιάκωβος Δραγάτσης|Ιάκωβος Δραγάτσης]] | Έλληνας αρχαιολόγος | [[:commons:Category:Iakovos Dragatsis|Iakovos Dragatsis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιάκωβος Πολυλάς|Ιάκωβος Πολυλάς]] | | [[:commons:Category:Jacques Polylas|Jacques Polylas]] | Iakovos Polylas |- | [[Συγγραφέας:Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός|Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός]] | Έλληνας πολιτικός και λογοτέχνης | [[:commons:Category:Iakovos Rizos Neroulos|Iakovos Rizos Neroulos]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής|Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής]] | Έλληνας λόγιος και συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Ιάκωβος Τριβώλης|Ιάκωβος Τριβώλης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ιάμβλιχος|Ιάμβλιχος]] | νεοπλατωνικός φιλόσοφος αραβικής καταγωγής | [[:commons:Category:Iamblichus|Iamblichus]] | Iamblichus |- | [[Συγγραφέας:Ιβάν Τουργκένιεφ|Ιβάν Τουργκένιεφ]] | Ρώσος συγγραφέας | [[:commons:Category:Ivan Turgenev|Ivan Turgenev]] | Ivan Turgenev |- | [[Συγγραφέας:Ιγνάτιος Αντιοχείας|Ιγνάτιος Αντιοχείας]] | | [[:commons:Category:Ignatius of Antioch|Ignatius of Antioch]] | Ignatius of Antioch |- | [[Συγγραφέας:Ιγνάτιος Μοσχάκης|Ιγνάτιος Μοσχάκης]] | Έλληνας θεολόγος και πανεπιστημιακός | [[:commons:Category:Ignatios Moschakis|Ignatios Moschakis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιεροκλής ο γραμματικός|Ιεροκλής]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ιουλιανός|Ιουλιανός]] | | [[:commons:Category:Iulianus|Iulianus]] | Flavius Claudius Iulianus |- | [[Συγγραφέας:Ιουλιανός από Υπάρχων|Ιουλιανός από Υπάρχων]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ιούλιος Πολυδεύκης|Ιούλιος Πολυδεύκης]] | Ρήτορας, σοφιστής και γραμματικός του 2ου αιώνα | [[:commons:Category:Julius Pollux|Julius Pollux]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιούλιος Τυπάλδος|Ιούλιος Τυπάλδος]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Ιπποκράτης|Ιπποκράτης]] | αρχαίος Έλληνας ιατρός | [[:commons:Category:Hippocrates|Hippocrates]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιππώναξ|Ιππώναξ]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ισαάκ Σύρος|Ισαάκ Σύρος]] | άγιος | [[:commons:Category:Isaac of Nineveh|Isaac of Nineveh]] | |- | [[Συγγραφέας:Ισαίος|Ισαίος]] | | [[:commons:Category:Isaeus|Isaeus]] | |- | [[Συγγραφέας:Ισοκράτης|Ισοκράτης]] | Αρχαίος Έλληνας ρήτορας | [[:commons:Category:Isocrates|Isocrates]] | Isocrates |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Γρυπάρης|Ιωάννης Γρυπάρης]] | Έλληνας λογοτέχνης | [[:commons:Category:Ioannis Gryparis|Ioannis Gryparis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Δαμβέργης|Ιωάννης Δαμβέργης]] | Έλληνας συγγραφέας | [[:commons:Category:Ioannis Damvergis|Ioannis Damvergis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Ζερβός|Ιωάννης Ζερβός]] | Έλληνας λογοτέχνης | | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Ζωναράς|Ιωάννης Ζωναράς]] | | [[:commons:Category:Joannes Zonaras|Joannes Zonaras]] | John Zonaras |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Καμπούρογλου|Ιωάννης Καμπούρογλου]] | Έλληνας λογοτέχνης και δημοσιογράφος | [[:commons:Category:Ioannis Kampouroglou|Ioannis Kampouroglou]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Καρασούτσας|Ιωάννης Καρασούτσας]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Κοκκώνης|Ιωάννης Κοκκώνης]] | Έλληνας αρχαιολόγος και παιδαγωγός | [[:commons:Category:Ioannis Kokkonis|Ioannis Kokkonis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Κονδυλάκης|Ιωάννης Κονδυλάκης]] | Έλληνας λογοτέχνης | | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Μακρυγιάννης|Ιωάννης Μακρυγιάννης]] | Έλληνας στρατηγός της Επανάστασης του 1821 | [[:commons:Category:Ioannis Makrygiannis|Ioannis Makrygiannis]] | Ioannis Makrygiannis |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Μεταξάς|Ιωάννης Μεταξάς]] | Έλληνας στρατιωτικός και πρωθυπουργός της Ελλάδας | [[:commons:Category:Ioannis Metaxas|Ioannis Metaxas]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Δαμασκηνός|Ιωάννης ο Δαμασκηνός]] | | [[:commons:Category:John of Damascus|John of Damascus]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Χρυσόστομος|Ιωάννης ο Χρυσόστομος]] | Πατέρας της Εκκλησίας | [[:commons:Category:John Chrysostom|John Chrysostom]] | John Chrysostom |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Περδίος|Ιωάννης Περδίος]] | Κύπριος σατιρικός ποιητής και δημοσιογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Πολέμης|Ιωάννης Πολέμης]] | Ἐλληνας ποιητής | [[:commons:Category:Ioannis Polemis|Ioannis Polemis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Ράλλης|Ιωάννης Ράλλης]] | Έλληνας πολιτικός και κατοχικός πρωθυπουργός | [[:commons:Category:Ioannis Rallis|Ioannis Rallis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Σακκελίων|Ιωάννης Σακκελίων]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Σκαλτσούνης|Ιωάννης Σκαλτσούνης]] | Έλληνας νομικός, λόγιος και πολιτικός | | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίσσης|Ιωάννης Σκυλίσσης]] | Έλληνας δημοσιογράφος, εκδότης και συγγραφέας | [[:commons:Category:Ioannis Skylissis|Ioannis Skylissis]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Σκυλίτζης|Ιωάννης Σκυλίτζης]] | Έλληνας ιστορικός | [[:commons:Category:Madrid Skylitzes|Madrid Skylitzes]] | John Skylitzes |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης της Κλίμακος|Ιωάννης της Κλίμακος]] | | [[:commons:Category:John Climacus|John Climacus]] | John Climacus |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Τσακασιάνος|Ιωάννης Τσακασιάνος]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Φουστάνος|Ιωάννης Φουστάνος]] | Έλληνας ιατρός | | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης Φραγκιάς|Ιωάννης Φραγκιάς]] | Έλληνας συγγραφέας και ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος|Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος]] | Ελβετός τραπεζίτης και φιλέλληνας | [[:commons:Category:Jean-Gabriel Eynard|Jean-Gabriel Eynard]] | |- | [[Συγγραφέας:Ιωαννίκιος Καρτάνος|Ιωαννίκιος Καρτάνος]] | Έλληνας λόγιος του 16ου αιώνα | | |- | [[Συγγραφέας:Ιωσήφ Ραφτόπουλος|Ιωσήφ Ραφτόπουλος]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Ιώσηπος|Ιώσηπος Φλάβιος]] | Εβραίος λόγιος και ιστορικός του 1ου αιώνα | [[:commons:Category:Flavius Josephus|Flavius Josephus]] | Flavius Josephus |- | [[Συγγραφέας:Κάρολος Γκερέν|Κάρολος Γκερέν]] | | [[:commons:Category:Charles Guérin|Charles Guérin]] | |- | [[Συγγραφέας:Κάρολος Φλέγελ|Κάρολος Φλέγελ]] | γερμανός φιλόλογος και περιηγητής | [[:commons:Category:Karl Flegel|Karl Flegel]] | Karl Flegel |- | [[Συγγραφέας:Κάσσιος Λογγίνος|Κάσσιος Λογγίνος]] | Νεοπλατωνικός φιλόσοφος | | |- | [[Συγγραφέας:Καίσαρας Βιτάλι|Καίσαρας Βιτάλι]] | Ιταλός γιατρός | | |- | [[Συγγραφέας:Καζιμίρ Ντελαβίν|Καζιμίρ Ντελαβίν]] | | [[:commons:Category:Casimir Delavigne|Casimir Delavigne]] | Casimir Delavigne |- | [[Συγγραφέας:Καλλίμαχος|Καλλίμαχος]] | 3ου αιώνα π.Χ. Έλληνας ποιητής, λόγιος και βιβλιοθηκονόμος της Βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας | [[:commons:Category:Callimachus|Callimachus]] | Callimachus |- | [[Συγγραφέας:Καλλίνος|Καλλίνος]] | | [[:commons:Category:Callinus|Callinus]] | Callinus |- | [[Συγγραφέας:Καλλιρρόη Παρρέν|Καλλιρρόη Παρρέν]] | Ελληνίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας | [[:commons:Category:Kalliroi Parren|Kalliroi Parren]] | |- | [[Συγγραφέας:Καλλιόπη Καμπούρογλου|Καλλιόπη Καμπούρογλου]] | η μεταφράστρια του Le monument des philellènes (Οι Φιλέλληνες. Πλήρης καταγραφή των εν Ελλάδι αγωνισθέντων φιλελλήνων) | | |- | [[Συγγραφέας:Καρλ Βίλχεμ Λούντβιχ Μίλερ|Καρλ Βίλχεμ Λούντβιχ Μίλερ]] | Γερμανός φιλόλογος και ιστορικός | [[:commons:Category:Karl Wilhelm Ludwig Müller|Karl Wilhelm Ludwig Müller]] | Karl Wilhelm Ludwig Müller |- | [[Συγγραφέας:Καρλ Μαρξ|Καρλ Μαρξ]] | Γερμανός φιλόσοφος και οικονομολόγος | [[:commons:Category:Karl Marx|Karl Marx]] | Karl Marx |- | [[Συγγραφέας:Καρλ Χοπφ|Καρλ Χοπφ]] | Γερμανός ιστορικός | | |- | [[Συγγραφέας:Καρλ Ότφριντ Μίλερ|Καρλ Ότφριντ Μύλλερ]] | γερμανός κλασικιστής | [[:commons:Category:Karl Otfried Müller|Karl Otfried Müller]] | Karl Otfried Müller |- | [[Συγγραφέας:Κασσιανή|Κασσιανή]] | βυζαντινή ποιήτρια και συνθέτρια | [[:commons:Category:Kassia|Kassia]] | |- | [[Συγγραφέας:Κεχαγιάμπεης|Κεχαγιάμπεης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Κιλλάκτωρ|Κιλλάκτωρ]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Κλέων Ρίζος Ραγκαβής|Κλέων Ρίζος Ραγκαβής]] | Έλληνας διπλωμάτης | [[:commons:Category:Kleon Rizos Rangavis|Kleon Rizos Rangavis]] | |- | [[Συγγραφέας:Κλαύδιος Αιλιανός|Κλαύδιος Αιλιανός]] | συγγραφέας και διδάσκαλος ρητορικής | [[:commons:Category:Claudius Aelianus|Claudius Aelianus]] | |- | [[Συγγραφέας:Κλεάνθης|Κλεάνθης]] | αρχαίος Έλληνας στωικός φιλόσοφος | [[:commons:Category:Cleanthes|Cleanthes]] | |- | [[Συγγραφέας:Κλεάνθης Τριαντάφυλλος|Κλεάνθης Τριαντάφυλλος]] | Έλληνας δημοσιογράφος και ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Κλεόβουλος|Κλεόβουλος]] | Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ποιητής και τύραννος - ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας | [[:commons:Category:Cleobulus|Cleobulus]] | |- | [[Συγγραφέας:Κοσμάς Ινδικοπλεύστης|Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης]] | | [[:commons:Category:Cosmas Indicopleustes|Cosmas Indicopleustes]] | Cosmas Indicopleustes |- | [[Συγγραφέας:Κρίστοφ φον Σμιτ|Κρίστοφ φον Σμιτ]] | συγγραφέας | [[:commons:Category:Christoph von Schmid|Christoph von Schmid]] | Christoph von Schmid |- | [[Συγγραφέας:Κριναγόρας|Κριναγόρας]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Β΄ της Ελλάδας|Κωνσταντίνος Β΄ της Ελλάδας]] | Βασιλιάς των Ελλήνων από το 1964 έως το 1973 (1940–2023) | [[:commons:Category:Constantine II of Greece|Constantine II of Greece]] | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Βέλλιος|Κωνσταντίνος Βέλλιος]] | ευεργέτης | [[:commons:Category:Konstantinos Vellios|Konstantinos Vellios]] | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Γ. Κωνσταντινίδης|Κωνσταντίνος Γ. Κωνσταντινίδης]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Ζ΄|Κωνσταντίνος Ζ΄]] | Βυζαντινός αυτοκράτορας | [[:commons:Category:Konstantinos VII Porphyrogennetos|Konstantinos VII Porphyrogennetos]] | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Θεοτόκης|Κωνσταντίνος Θεοτόκης]] | Έλληνας λογοτέχνης και μεταφραστής | [[:commons:Category:Konstantinos Theotokis|Konstantinos Theotokis]] | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Καβάφης|Κωνσταντίνος Καβάφης]] | Έλληνας ποιητής (1863–1933) | [[:commons:Category:Konstantinos Kavafis|Konstantinos Kavafis]] | Constantine P. Cavafy |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Μ. Κωνσταντόπουλος|Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος]] | Έλληνας αρχαιολόγος του 20ού αιώνα | | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Μεταξάς Βοσπορίτης|Κωνσταντίνος Μεταξάς Βοσπορίτης]] | Έλληνας βοτανολόγος και λόγιος | [[:commons:Category:Konstantinos Vosporitis|Konstantinos Vosporitis]] | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Μητσόπουλος|Κωνσταντίνος Μητσόπουλος]] | Έλληνας φυσικός και καθηγητής πανεπιστημίου | [[:commons:Category:Konstantinos Mitsopoulos|Konstantinos Mitsopoulos]] | Konstantinos Mitsopoulos |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος|Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος]] | Έλληνας ιστορικός και καθηγητής πανεπιστημίου | [[:commons:Category:Constantine Paparrigopoulos|Constantine Paparrigopoulos]] | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Πωπ|Κωνσταντίνος Πωπ]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Ράδος|Κωνσταντίνος Ράδος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Σάθας|Κωνσταντίνος Σάθας]] | Έλληνας ιστορικός | [[:commons:Category:Konstantinos Sathas|Konstantinos Sathas]] | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Σκόκος|Κωνσταντίνος Σκόκος]] | Έλληνας ποιητής | [[:commons:Category:Konstantinos Skokos|Konstantinos Skokos]] | Konstantinos Skokos |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Σχινάς|Κωνσταντίνος Σχινάς]] | διδάσκων πανεπιστημίου, Ελλάδα | | |- | [[Συγγραφέας:Κωνσταντίνος Χρηστομάνος|Κωνσταντίνος Χρηστομάνος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Κωστής Παλαμάς|Κωστής Παλαμάς]] | Ο εγκληματίας | [[:commons:Category:Kostis Palamas|Kostis Palamas]] | Kostis Palamas |- | [[Συγγραφέας:Κωστής Χαιρόπουλος|Κωστής Χαιρόπουλος]] | Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός | [[:commons:Category:Kostis Chairopoulos|Kostis Chairopoulos]] | |- | [[Συγγραφέας:Κωσταντίνος Χατζόπουλος|Κωσταντίνος Χατζόπουλος]] | Έλληνας λογοτέχνης | | |- | [[Συγγραφέας:Κόιντος ο Σμυρναίος|Κόιντος ο Σμυρναίος]] | Έλληνας επικός ποιητής | | Quintus Smyrnaeus |- | [[Συγγραφέας:Κόιντος Σουλπίκιος Μάξιμος|Κόιντος Σουλπίκιος Μάξιμος]] | | [[:commons:Category:Quintus Sulpicius Maximus|Quintus Sulpicius Maximus]] | |- | [[Συγγραφέας:Κόλμαρ Φράιχερ φον ντερ Γκολτς|Κόλμαρ Φράιχερ φον ντερ Γκολτς]] | | [[:commons:Category:Colmar Freiherr von der Goltz|Colmar Freiherr von der Goltz]] | |- | [[Συγγραφέας:Κόριννα|Κόριννα]] | | [[:commons:Category:Corinna (poetess)|Corinna (poetess)]] | |- | [[Συγγραφέας:Κύριλλος επιγραμματοποιός|Κύριλλος (επιγραμματοποιός)]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Κύριλλος Λούκαρις|Κύριλλος Λούκαρις]] | Πατριάρχης Αλεξανδρείας και Κωνσταντινουπόλεως | [[:commons:Category:Cyril Lucaris|Cyril Lucaris]] | |- | [[Συγγραφέας:Κύρος ο Πανοπολίτης|Κύρος ο Πανοπολίτης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Κώστας Καρυωτάκης|Κώστας Καρυωτάκης]] | Έλληνας ποιητής (1896–1928) | [[:commons:Category:Kostas Karyotakis|Kostas Karyotakis]] | |- | [[Συγγραφέας:Κώστας Κρυστάλλης|Κώστας Κρυστάλλης]] | Έλληνας λογοτέχνης | [[:commons:Category:Kostas Krystallis|Kostas Krystallis]] | |- | [[Συγγραφέας:Κώστας Ουράνης|Κώστας Ουράνης]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Κώστας Φλώρης|Κώστας Φλώρης]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Λάμπρος Αστέρης|Λάμπρος Αστέρης]] | Έλληνας δημοσιογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Λάμπρος Ενυάλης|Λάμπρος Ενυάλης]] | Έλληνας πεζογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Λάμπρος Πορφύρας|Λάμπρος Πορφύρας]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Λέανδρος Παλαμάς|Λέανδρος Παλαμάς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Λέων Μελάς|Λέων Μελάς]] | Έλληνας πολιτικός υπουργός και συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Λέων ο Διάκονος|Λέων ο Διάκονος]] | Βυζαντινός ιστορικός και χρονογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Λέων ο Φιλόσοφος|Λέων ο Φιλόσοφος]] | Βυζαντινός φιλόσοφος, μαθηματικός και λόγιος | | |- | [[Συγγραφέας:Λαόνικος Χαλκοκονδύλης|Λαόνικος Χαλκοκονδύλης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Λεκόντ ντε Λιλ|Λεκόντ ντε Λιλ]] | | [[:commons:Category:Charles Marie René Leconte de Lisle|Charles Marie René Leconte de Lisle]] | Leconte de Lisle |- | [[Συγγραφέας:Λεωνίδας ο Αλεξανδρεύς|Λεωνίδας ο Αλεξανδρεύς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Λεωνίδας ο Ταραντίνος|Λεωνίδας ο Ταραντίνος]] | | [[:commons:Category:Leonidas of Tarentum|Leonidas of Tarentum]] | Leonidas of Tarentum |- | [[Συγγραφέας:Λεόντιος Μαχαιράς|Λεόντιος Μαχαιράς]] | | [[:commons:Category:Leontios Machairas|Leontios Machairas]] | |- | [[Συγγραφέας:Λεόντιος ο σχολαστικός|Λεόντιος ο σχολαστικός]] | Βυζαντινός νομομαθής, σύγχρονος του Ιουστινιανού, αντιπροσωπευτικός ποιητής της εποχής του | | |- | [[Συγγραφέας:Λιβάνιος|Λιβάνιος]] | | [[:commons:Category:Libanius|Libanius]] | Libanius |- | [[Συγγραφέας:Λοράν Ταγιάντ|Λοράν Ταγιάντ]] | | [[:commons:Category:Laurent Tailhade|Laurent Tailhade]] | |- | [[Συγγραφέας:Λορέντζος Μαβίλης|Λορέντζος Μαβίλης]] | Έλληνας ποιητής και συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων | [[:commons:Category:Lorentzos Mavilis|Lorentzos Mavilis]] | Lorentzos Mavilis |- | [[Συγγραφέας:Λουκίλλιος|Λουκίλλιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Λουκιανός|Λουκιανός]] | | [[:commons:Category:Lucian of Samosata|Lucian of Samosata]] | Lucian of Samosata |- | [[Συγγραφέας:Λούντβιχ βαν Μπετόβεν|Λούντβιχ βαν Μπετόβεν]] | Γερμανός συνθέτης, πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας | [[:commons:Category:Ludwig van Beethoven|Ludwig van Beethoven]] | Ludwig van Beethoven |- | [[Συγγραφέας:Λούντβιχ Ούλαντ|Λούντβιχ Ούλαντ]] | Ρομαντικός ποιητής, φιλόλογος, ιστορικός λογοτεχνίας, δικηγόρος και πολιτικός (1787–1862) | [[:commons:Category:Ludwig Uhland|Ludwig Uhland]] | |- | [[Συγγραφέας:Λυκούργος|Λυκούργος]] | Αθηναίος πολιτικός και ρήτορας | | |- | [[Συγγραφέας:Λυκόφρων ο Χαλκιδεύς|Λυκόφρων ο Χαλκιδεύς]] | | [[:commons:Category:Lycophron|Lycophron]] | |- | [[Συγγραφέας:Λυσίας|Λυσίας]] | Αθηναίος ρήτορας της αρχαιότητας | [[:commons:Category:Lysias|Lysias]] | |- | [[Συγγραφέας:Λόρδος Βύρων|Λόρδος Βύρων]] | Άγγλος ποιητής | [[:commons:Category:Lord Byron|Lord Byron]] | Lord Byron |- | [[Συγγραφέας:Μάξιμος ο Ομολογητής|Μάξιμος ο Ομολογητής]] | | [[:commons:Category:Maximus Confessor|Maximus Confessor]] | |- | [[Συγγραφέας:Μάρκος Αργεντάριος|Μάρκος Αργεντάριος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Μάρκος Αυρήλιος|Μάρκος Αυρήλιος]] | Ρωμαίος αυτοκράτορας | [[:commons:Category:Marcus Aurelius|Marcus Aurelius]] | Marcus Aurelius |- | [[Συγγραφέας:Μάρκος Τσιριμώκος|Μάρκος Τσιριμώκος]] | Έλληνας ποιητής, πολιτικός και στρατιωτικός | | |- | [[Συγγραφέας:Βασίλειος Καισαρείας|Μέγας Βασίλειος]] | άγιος της Χριστιανικής Εκκλησίας, αρχιεπίσκοπος Καισαρείας | [[:commons:Category:Basil of Caesarea|Basil of Caesarea]] | Basil of Caesarea |- | [[Συγγραφέας:Μέλη της Βουλής των Ελλήνων|μέλος της Βουλής των Ελλήνων]] | Έλληνας βουλευτής | [[:commons:Category:Members of parliament of Greece|Members of parliament of Greece]] | |- | [[Συγγραφέας:Μέμνων ο Ηρακλείδης|Μέμνων ο Ηρακλείδης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Μένανδρος|Μένανδρος]] | κωμικός ποιητής | [[:commons:Category:Menander|Menander]] | Menander |- | [[Συγγραφέας:Μήτσος Παπανικολάου|Μήτσος Παπανικολάου]] | Ἐλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Μίμνερμος|Μίμνερμος]] | ελεγειακός ποιητής του 7ου αιώνα π.Χ. από την Κολοφώνα της Μικράς Ασίας | [[:commons:Category:Mimnermus|Mimnermus]] | |- | [[Συγγραφέας:Μαίκιος Κόιντος|Μαίκιος Κόιντος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος|Μακάριος ο Αιγύπτιος]] | | [[:commons:Category:Saint Macarius the Great|Saint Macarius the Great]] | |- | [[Συγγραφέας:Μακηδόνιος υπατικός|Μακηδόνιος υπατικός]] | Βυζαντινός ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Μανουήλ Χρυσάφης|Μανουήλ Χρυσάφης]] | Βυζαντινός υμνογράφος, μουσουργός και ψάλτης | | |- | [[Συγγραφέας:Μανώλης Μαγκάκης|Μανώλης Μαγκάκης]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Μαρί φον Έμπνερ - Έσενμπαχ|Μαρί φον Έμπνερ - Έσενμπαχ]] | | [[:commons:Category:Marie von Ebner-Eschenbach|Marie von Ebner-Eschenbach]] | |- | [[Συγγραφέας:Μαρία Πολυδούρη|Μαρία Πολυδούρη]] | Ελληνίδα ποιήτρια | [[:commons:Category:Maria Polydouri|Maria Polydouri]] | |- | [[Συγγραφέας:Μαρίνος ο Νεαπολίτης|Μαρίνος ο Νεαπολίτης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Μαρίνος Παπαδόπουλος Βρετός|Μαρίνος Παπαδόπουλος Βρετός]] | | | Marinos Papadopoulos Vretos |- | [[Συγγραφέας:Μαριέτα Μπέτσου|Μαριέτα Μπέτσου]] | Ελληνίδα ποιήτρια | | |- | [[Συγγραφέας:Ματυρέν Ρενιέ|Ματυρέν Ρενιέ]] | Γάλλος συγγραφέας | [[:commons:Category:Mathurin Régnier|Mathurin Régnier]] | |- | [[Συγγραφέας:Μελέαγρος|Μελέαγρος]] | αρχαίος Έλληνας κυνικός φιλόσοφος, ποιητής και επιγραμματοποιός | | |- | [[Συγγραφέας:Μενεκράτης|Μενεκράτης]] | σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia | | |- | [[Συγγραφέας:Μενεκράτης ο Σάμιος|Μενεκράτης ο Σάμιος]] | Αρχαίος Έλληνας ποιητής από την Σάμο | | |- | [[Συγγραφέας:Μενεκράτης ο Σμυρναίος|Μενεκράτης ο Σμυρναίος]] | Ποιητής - επιγραμματοποιός της ελληνιστικής εποχής | | |- | [[Συγγραφέας:Μεσομήδης|Μεσομήδης]] | | [[:commons:Category:Mesomedes|Mesomedes]] | Mesomedes |- | [[Συγγραφέας:Μεχμέτ Ακίφ Ερσόι|Μεχμέτ Ακίφ Ερσόι]] | | [[:commons:Category:Mehmet Âkif Ersoy|Mehmet Âkif Ersoy]] | Mehmet Âkif Ersoy |- | [[Συγγραφέας:Μικέλης Άβλιχος|Μικέλης Άβλιχος]] | | [[:commons:Category:Mikelis Avlihos|Mikelis Avlihos]] | Mikelis Avlihos |- | [[Συγγραφέας:Μιλτιάδης Μαλακάσης|Μιλτιάδης Μαλακάσης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Μιλτιάδης Σεϊζάνης|Μιλτιάδης Σεϊζάνης]] | 1850-1930 | | |- | [[Συγγραφέας:Μιχάλης Καλημεράκης|Μιχάλης Καλημεράκης]] | | [[:commons:Category:Mihalis Kalimerakis|Mihalis Kalimerakis]] | Mihalis Kalimerakis |- | [[Συγγραφέας:Μιχαήλ Ανδρεόπουλος|Μιχαήλ Ανδρεόπουλος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Μιχαήλ Αργυρόπουλος|Μιχαήλ Αργυρόπουλος]] | Έλληνας δικηγόρος, πολιτικός και ποιητής | [[:commons:Category:Michael Argyropoulos|Michael Argyropoulos]] | |- | [[Συγγραφέας:Μιχαήλ Γιαννουκάκης|Μιχαήλ Γιαννουκάκης]] | Έλληνας θεατρικός συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Μιχαήλ Μητσάκης|Μιχαήλ Μητσάκης]] | Έλληνας δημοσιογράφος και συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Μιχαήλ Χαρτοφύλαξ|Μιχαήλ Χαρτοφύλαξ]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Μιχαήλ Ψελλός|Μιχαήλ Ψελλός]] | Βυζαντινός λόγιος, ιστορικός, φιλόσοφος, πολιτικός και διπλωμάτης | [[:commons:Category:Michael Psellos|Michael Psellos]] | Michael Psellos |- | [[Συγγραφέας:Μιχαήλιος|Μιχαήλιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Μιχαήλ Αποστόλιος|Μιχαήλος Αποστόλης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Μολιέρος|Μολιέρος]] | Γάλλος θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός (1622–1673) | [[:commons:Category:Molière|Molière]] | Molière |- | [[Συγγραφέας:Μουσίκιος|Μουσίκιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Μουσαίος ο Γραμματικός|Μουσαίος ο Αθηναίος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Μπαράκ Ομπάμα|Μπαράκ Ομπάμα]] | 44ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής | [[:commons:Category:Barack Obama|Barack Obama]] | Barack Obama |- | [[Συγγραφέας:Μπεργαδής|Μπεργαδής]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Μυρίνος|Μυρίνος]] | ποιητής, που έζησε τον 1ο π.Χ. ή τον 1ο μ.Χ. αιώνα και περιλαμβανόταν Στέφανο του Φιλίππου | | |- | [[Συγγραφέας:Μόσχος|Μόσχος ο Συρακούσιος]] | Αρχαίος Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Μύρων Νικολαΐδης|Μύρων Νικολαΐδης]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Νίκαρχος|Νίκαρχος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Νίκος Δ. Καράμπελας|Νίκος Δ. Καράμπελας]] | οικονομολόγος, αναλυτής, συγγραφέας | [[:commons:Category:Nikos D Karabelas|Nikos D Karabelas]] | |- | [[Συγγραφέας:Στέφανος Πάργας|Νίκος Ζελίτας]] | Έλληνας λόγιος και εκδότης | [[:commons:Category:Stefanos Pargas|Stefanos Pargas]] | Stefanos Pargas |- | [[Συγγραφέας:Νίκος Καμπάς|Νίκος Καμπάς]] | Έλληνας λογοτέχνης | | |- | [[Συγγραφέας:Νίκος Καρβούνης|Νίκος Καρβούνης]] | Έλληνας συγγραφέας και δημοσιογράφος | [[:commons:Category:Nikos Karvounis|Nikos Karvounis]] | |- | [[Συγγραφέας:Νίκος Κοτσελόπουλος|Νίκος Κοτσελόπουλος]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Νίκος Κουκούλας|Νίκος Κουκούλας]] | Έλληνας μεταφραστής | [[:commons:Category:Nikos Koukoulas|Nikos Koukoulas]] | Nikos Koukoulas |- | [[Συγγραφέας:Νίκος Σαραντάκος|Νίκος Σαραντάκος]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Νίκος Χαντζάρας|Νίκος Χαντζάρας]] | 1884-1949 | | |- | [[Συγγραφέας:Ναπολέων Λαπαθιώτης|Ναπολέων Λαπαθιώτης]] | Έλληνας ποιητής | [[:commons:Category:Napoleon Lapathiotis|Napoleon Lapathiotis]] | |- | [[Συγγραφέας:Νεοκλής Καζάζης|Νεοκλής Καζάζης]] | Έλληνας νομικός, πανεπιστημιακός και συγγραφέας | [[:commons:Category:Neoklis Kazazis|Neoklis Kazazis]] | |- | [[Συγγραφέας:Νεοκλεύς Αιγιαλείδης|Νεοκλεύς Αιγιαλείδης]] | Έλληνας νομικός και λογοτέχνης | | |- | [[Συγγραφέας:Νεόφυτος ο έγκλειστος|Νεόφυτος Κύπρου]] | Ορθόδοξος Κύπριος άγιος και συγγραφέας | [[:commons:Category:Neophytos of Cyprus|Neophytos of Cyprus]] | |- | [[Συγγραφέας:Νικήτας Χωνιάτης|Νικήτας Χωνιάτης]] | | | Niketas Choniates |- | [[Συγγραφέας:Νικίας επιγραμματοποιός|Νικίας επιγραμματοποιός]] | ιατρός, λόγιος και ποιητής, επιγραμματοποιός του 3ου αιώνα π.Χ | | |- | [[Συγγραφέας:Νικηφόρος Γρηγοράς|Νικηφόρος Γρηγοράς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Νίκολας Λενάου|Νικολάους Λέναου]] | Αυστριακός ποιητής (1802-1850) | [[:commons:Category:Nikolaus Lenau|Nikolaus Lenau]] | Nikolaus Lenau |- | [[Συγγραφέας:Νικόλαος Δραγούμης|Νικόλαος Δραγούμης]] | Έλληνας εκδότης, συγγραφέας και πολιτικός | [[:commons:Category:Nikolaos Dragoumis|Nikolaos Dragoumis]] | |- | [[Συγγραφέας:Νικόλαος Επισκοπόπουλος|Νικόλαος Επισκοπόπουλος]] | Έλληνας συγγραφέας | [[:commons:Category:Nikolaos Episkopopoulos|Nikolaos Episkopopoulos]] | |- | [[Συγγραφέας:Νικόλαος Λάσκαρης|Νικόλαος Λάσκαρης]] | Έλληνας θεατρικός συγγραφέας | [[:commons:Category:Nikolaos Laskaris|Nikolaos Laskaris]] | |- | [[Συγγραφέας:Νικόλαος Παπαλεξανδρής|Νικόλαος Παπαλεξανδρής]] | Έλληνας νομικός και λόγιος | | |- | [[Συγγραφέας:Νικόλαος Πολίτης|Νικόλαος Πολίτης]] | Έλληνας λαογράφος και πανεπιστημιακός | | |- | [[Συγγραφέας:Νικόλαος Σαρίπολος|Νικόλαος Σαρίπολος]] | Έλληνας νομικός | | |- | [[Συγγραφέας:Νικόλαος Σπανδωνής|Νικόλαος Σπανδωνής]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Νικόλαος Τσιγαράς|Νικόλαος Τσιγαράς]] | Έλληνας ιατρός | | |- | [[Συγγραφέας:Νοεμί Ρενάν|Νοεμί Ρενάν]] | Σύζυγος του Γιάννη Ψυχάρη | [[:commons:Category:Noémi Renan|Noémi Renan]] | |- | [[Συγγραφέας:Νοσσίς|Νοσσίς]] | | [[:commons:Category:Nossis|Nossis]] | |- | [[Συγγραφέας:Δάντης|Ντάντε Αλιγκέρι]] | Ιταλός ποιητής, συγγραφέας και φιλόσοφος | [[:commons:Category:Dante Alighieri|Dante Alighieri]] | Dante Alighieri |- | [[Συγγραφέας:Νόννος ο Πανοπολίτης|Νόννος ο Πανοπολίτης]] | | [[:commons:Category:Nonnus|Nonnus]] | Nonnus of Panopolis |- | [[Συγγραφέας:Ξενοφάνης|Ξενοφάνης]] | αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και ποιητής | [[:commons:Category:Xenophanes|Xenophanes]] | |- | [[Συγγραφέας:Ξενοφών|Ξενοφών]] | Αθηναίος ιστορικός και φιλόσοφος | [[:commons:Category:Xenophon|Xenophon]] | Xenophon |- | [[Συγγραφέας:Οδυσσέας Ανδρούτσος|Οδυσσέας Ανδρούτσος]] | οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 | [[:commons:Category:Odysseas Androutsos|Odysseas Androutsos]] | |- | [[Συγγραφέας:Οδυσσέας Ιάλεμος|Οδυσσέας Ιάλεμος]] | Έλληνας δημοσιογράφος και συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Ολίντο Γκουερίνι|Ολίντο Γκουερίνι]] | | [[:commons:Category:Olindo Guerrini|Olindo Guerrini]] | Olindo Guerrini |- | [[Συγγραφέας:Όσσιαν|Οσσιανός]] | Υποθετικός συγγραφέας λαϊκής σκωτικής ποίησης | [[:commons:Category:Ossian|Ossian]] | |- | [[Συγγραφέας:Ουίλλιαμ Μίλλερ|Ουίλιαμ Μίλερ]] | Βρετανός μεσαιωνολόγος και δημοσιογράφος | [[:commons:Category:William Miller (historian)|William Miller (historian)]] | |- | [[Συγγραφέας:Ουίλλιαμ Σαίξπηρ|Ουίλλιαμ Σαίξπηρ]] | Άγγλος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας | [[:commons:Category:William Shakespeare|William Shakespeare]] | William Shakespeare |- | [[Συγγραφέας:Ουίνστον Τσώρτσιλ|Ουίνστον Τσώρτσιλ]] | Βρετανός πολιτικός, αξιωματικός του στρατού και συγγραφέας | [[:commons:Category:Winston Churchill|Winston Churchill]] | Winston Churchill |- | [[Συγγραφέας:Ούγος Φώσκολος|Ούγκο Φόσκολο]] | Ιταλός ποιητής | [[:commons:Category:Ugo Foscolo|Ugo Foscolo]] | Ugo Foscolo |- | [[Συγγραφέας:Πάπας Κλήμης Α΄|Πάπας Κλήμης Α΄]] | 4ος Επίσκοπος Ρώμης και Πάπας | [[:commons:Category:Clemens I|Clemens I]] | Clemens I |- | [[Συγγραφέας:Πέρσης ο Θηβαίος|Πέρσης ο Θηβαίος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Πέρσι Σέλλεϋ|Πέρσι Σέλλεϋ]] | Άγγλος ποιητής | [[:commons:Category:Percy Bysshe Shelley|Percy Bysshe Shelley]] | Percy Bysshe Shelley |- | [[Συγγραφέας:Πέτρος Αλήτης|Πέτρος Αλήτης]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Πέτρος Βλαστός|Πέτρος Βλαστός]] | Έλληνας λόγιος, ποιητής, λογοτέχνης και κριτικός | [[:commons:Category:Petros Vlastos|Petros Vlastos]] | Petros Vlastos |- | [[Συγγραφέας:Πέτρος Ζητουνιάτης|Πέτρος Ζητουνιάτης]] | Έλληνας δημοσιογράφος και λογοτέχνης | | |- | [[Συγγραφέας:Πέτρος Κανελλίδης|Πέτρος Κανελλίδης]] | Έλληνας δημοσιογράφος | [[:commons:Category:Petros Kanellidis|Petros Kanellidis]] | |- | [[Συγγραφέας:Πιέτρο Μεταστάζιο|Πέτρος Μεταστάσιος]] | Ιταλός ποιητής και λιμπρετίστας του 18ου αιώνα | [[:commons:Category:Pietro Metastasio|Pietro Metastasio]] | Pietro Metastasio |- | [[Συγγραφέας:Πίνδαρος|Πίνδαρος]] | αρχαίος Έλληνας λυρικός ποιητής | [[:commons:Category:Pindar|Pindar]] | Pindar |- | [[Συγγραφέας:Παλαίφατος|Παλαίφατος]] | γραμματικός | [[:commons:Category:Palaephatus|Palaephatus]] | Palaephatus |- | [[Συγγραφέας:Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄|Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄]] | Έλληνας ιεράρχης | [[:commons:Category:Palaion Patron Germanos|Palaion Patron Germanos]] | |- | [[Συγγραφέας:Παλλάδιος Ελενουπόλεως|Παλλάδιος]] | επίσκοπος στη Γαλατία | [[:commons:Category:Palladius of Galatia|Palladius of Galatia]] | Palladius of Galatia |- | [[Συγγραφέας:Παλλαδάς|Παλλαδάς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Παναγιώτης Αξιώτης|Παναγιώτης Αξιώτης]] | Έλληνας συγγραφέας | [[:commons:Category:Panagiotis Axiotis|Panagiotis Axiotis]] | |- | [[Συγγραφέας:Παναγιώτης Γιατράκος|Παναγιώτης Γιατράκος]] | Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 | [[:commons:Category:Panagiotis Giatrakos|Panagiotis Giatrakos]] | |- | [[Συγγραφέας:Παναγιώτης Οικονόμος|Παναγιώτης Οικονόμος]] | Έλληνας παιδαγωγός | | |- | [[Συγγραφέας:Παναγιώτης Παπαναούμ|Παναγιώτης Παπαναούμ]] | Έλληνας συγγραφέας και διπλωμάτης | [[:commons:Category:Panagiotis Papanaoum|Panagiotis Papanaoum]] | |- | [[Συγγραφέας:Παναγιώτης Σούτσος|Παναγιώτης Σούτσος]] | φαναριώτης πεζογράφος και ποιητής | [[:commons:Category:Panagiotis Soutsos|Panagiotis Soutsos]] | |- | [[Συγγραφέας:Παναγιώτης Συνοδινός|Παναγιώτης Συνοδινός]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Παναγιώτης Τούντας|Παναγιώτης Τούντας]] | Έλληνας συνθέτης | | |- | [[Συγγραφέας:Παναγιώτης Φέρμπος|Παναγιώτης Φέρμπος]] | Έλληνας φιλόλογος και λογοτέχνης | | |- | [[Συγγραφέας:Παρθένιος ο Νικαεύς|Παρθένιος]] | Αρχαίος Έλληνας ποιητής της ελληνιστικής εποχής | [[:commons:Category:Parthenius of Nicaea|Parthenius of Nicaea]] | |- | [[Συγγραφέας:Παρμενίδης|Παρμενίδης]] | αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος | [[:commons:Category:Parmenides of Elea|Parmenides of Elea]] | Parmenides of Elea |- | [[Συγγραφέας:Παρμενίων (επιγραμματοποιός)|Παρμενίων]] | Μακεδόνας επιγραμματοποιός που έζησε την εποχή του Αυγούστου | | |- | [[Συγγραφέας:Πατριάρχης Γρηγόριος Ε´|Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄]] | Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1797-1798, 1806-1808 και 1818-1821) Εθνομάρτυρας και Ορθόδοξος Άγιος | [[:commons:Category:Gregory V of Constantinople|Gregory V of Constantinople]] | |- | [[Συγγραφέας:Παυσανίας|Παυσανίας]] | αρχαίος Έλληνας περιηγητής και γεωγράφος | [[:commons:Category:Pausanias (geographer)|Pausanias (geographer)]] | Pausanias (geographer) |- | [[Συγγραφέας:Παύλος Αργυριάδης|Παύλος Αργυριάδης]] | Έλληνας αναρχικός, δημοσιογράφος και δικηγόρος, ενεργός στο Παρίσι τον 19ο αιώνα | [[:commons:Category:Pavlos Argiriadis|Pavlos Argiriadis]] | |- | [[Συγγραφέας:Παύλος Γρατσιάτος|Παύλος Γρατσιάτος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Παύλος Νιρβάνας|Παύλος Νιρβάνας]] | Έλληνας λογοτέχνης | [[:commons:Category:Pavlos Nirvanas|Pavlos Nirvanas]] | |- | [[Συγγραφέας:Παύλος ο Σιλεντιάριος|Παύλος ο Σιλεντιάριος]] | βυζαντινός ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Περικλής Γιαννόπουλος|Περικλής Γιαννόπουλος]] | Έλληνας ποιητής, μεταφραστής και δοκιμιογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Φραγκίσκος Πετράρχης|Πετράρχης]] | | [[:commons:Category:Francesco Petrarca|Francesco Petrarca]] | Francesco Petrarca |- | [[Συγγραφέας:Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης|Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης]] | Έλληνας, Μανιάτης πρόκριτος, επαναστάτης και πολιτικός | [[:commons:Category:Petros Mavromichalis|Petros Mavromichalis]] | |- | [[Συγγραφέας:Πηνελόπη Δέλτα|Πηνελόπη Δέλτα]] | Ελληνίδα συγγραφέας | [[:commons:Category:Penelope Delta|Penelope Delta]] | |- | [[Συγγραφέας:Πιερ-Ζαν ντε Μπερανζέ|Πιερ-Ζαν ντε Μπερανζέ]] | | [[:commons:Category:Pierre-Jean de Béranger|Pierre-Jean de Béranger]] | Pierre-Jean de Béranger |- | [[Συγγραφέας:Πέτρος Κροπότκιν|Πιοτρ Κροπότκιν]] | ρώσος αναρχικός συγγραφέας | [[:commons:Category:Peter Kropotkin|Peter Kropotkin]] | Peter Kropotkin |- | [[Συγγραφέας:Πλάτων|Πλάτων]] | αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος | [[:commons:Category:Plato|Plato]] | Plato |- | [[Συγγραφέας:Πλάτων Δρακούλης|Πλάτων Δρακούλης]] | Έλληνας σοσιαλιστής | [[:commons:Category:Platon Drakoulis|Platon Drakoulis]] | |- | [[Συγγραφέας:Πλάτων ο κωμικός|Πλάτων ο κωμικός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Πλούταρχος|Πλούταρχος]] | αρχαίος Έλληνας ιστορικός, βιογράφος και δοκιμιογράφος | [[:commons:Category:Plutarch|Plutarch]] | Plutarch |- | [[Συγγραφέας:Πλωτίνος|Πλωτίνος]] | | [[:commons:Category:Plotinus|Plotinus]] | Plotinus |- | [[Συγγραφέας:Πολέμων|Πολέμων]] | σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia | | |- | [[Συγγραφέας:Πολέμων Α΄ ο Ποντικός|Πολέμων Α΄ του Πόντου]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Πολέμων ο Αθηναίος|Πολέμων ο Αθηναίος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Πολύβιος|Πολύβιος]] | αρχαίος Έλληνας ιστορικός | [[:commons:Category:Polybius|Polybius]] | Polybius |- | [[Συγγραφέας:Πολύβιος Δημητρακόπουλος|Πολύβιος Δημητρακόπουλος]] | Έλληνας θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος | [[:commons:Category:Polyvios Dimitrakopoulos|Polyvios Dimitrakopoulos]] | |- | [[Συγγραφέας:Πορφύριος|Πορφύριος]] | | [[:commons:Category:Porphyry (philosopher)|Porphyry (philosopher)]] | Porphyry |- | [[Συγγραφέας:Ποσείδιππος επιγραμματοποιός|Ποσείδιππος επιγραμματοποιός]] | | [[:commons:Category:Posidippus of Pella|Posidippus of Pella]] | |- | [[Συγγραφέας:Προκόπιος|Προκόπιος]] | | [[:commons:Category:Procopius|Procopius]] | Procopius |- | [[Συγγραφέας:Πρόκλος|Πρόκλος]] | νεοπλατωνικός φιλόσοφος | [[:commons:Category:Proclus|Proclus]] | Proclus |- | [[Συγγραφέας:Πτολεμαίος Ε' Επιφανής|Πτολεμαίος Ε΄ Επιφανής]] | | [[:commons:Category:Ptolemy V|Ptolemy V]] | |- | [[Συγγραφέας:Πτολεμαίος επιγραμματοποιός|Πτολεμαίος επιγραμματοποιός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Πολ Βερλαίν|Πωλ Βερλαίν]] | Γάλλος συγγραφέας και ποιητής του 19ου αιώνα | [[:commons:Category:Paul Verlaine|Paul Verlaine]] | Paul Verlaine |- | [[Συγγραφέας:Πωλ-Ζαν Τουλέ|Πωλ-Ζαν Τουλέ]] | Γάλλος συγγραφέας και ποιητής | [[:commons:Category:Paul-Jean Toulet|Paul-Jean Toulet]] | |- | [[Συγγραφέας:Ρήγας Φεραίος|Ρήγας Βελεστινλής]] | Έλληνας συγγραφέας, πολιτικός στοχαστής και επαναστάτης | [[:commons:Category:Rigas Velestinlis|Rigas Velestinlis]] | Rigas Velestinlis |- | [[Συγγραφέας:Ραϊνόλδος Δημητριάδης|Ραϊνόλδος Δημητριάδης]] | γεωπόνος και συγγραφέας γερμανικής καταγωγής | | |- | [[Συγγραφέας:Ρητόριος|Ρητόριος]] | αστρολόγος | | |- | [[Συγγραφέας:Ριανός|Ριανός]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ροβέρτος Κάμπος|Ροβέρτος Κάμπος]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Ρουφίνος (ποιητής)|Ρουφίνος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ρουφίνος ο Δομέστικος|Ρουφίνος ο Δομέστικος]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Ρόμπερτ Μπράουνινγκ|Ρόμπερτ Μπράουνινγκ]] | Άγγλος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας (1812–1889) | [[:commons:Category:Robert Browning|Robert Browning]] | Robert Browning |- | [[Συγγραφέας:Ρόμπερτ Ρόμπερτς|Ρόμπερτ Ρόμπερτς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ρώμος Φιλύρας|Ρώμος Φιλύρας]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Σάμιουελ Κόλεριτζ|Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ]] | Άγγλος ποιητής, κριτικός και φιλόσοφος | [[:commons:Category:Samuel Taylor Coleridge|Samuel Taylor Coleridge]] | Samuel Taylor Coleridge |- | [[Συγγραφέας:Σάτυρος επιγραμματοποιός|Σάτυρος επιγραμματοποιός]] | επιγραμματοποιός του 1ου π.Χ. αιώνα | | |- | [[Συγγραφέας:Σίμος Μενάρδος|Σίμος Μενάρδος]] | Ἐλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Σααντί Σιραζί|Σααντί Σιραζί]] | Πέρσης ποιητής | [[:commons:Category:Sa'di|Sa'di]] | Saadi |- | [[Συγγραφέας:Σαλούστιος|Σαλούτιος (νεοπλατωνικός)]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Σαπφώ|Σαπφώ]] | Αρχαία Ελληνίδα λυρική ποιήτρια από την Λέσβο | [[:commons:Category:Sappho|Sappho]] | Sappho |- | [[Συγγραφέας:Σαπφώ Λεοντιάς|Σαπφώ Λεοντιάς]] | Ελληνίδα παιδαγωγός | | |- | [[Συγγραφέας:Κάρολος Μπωντλαίρ|Σαρλ Μπωντλαίρ]] | Γάλλος ποιητής | [[:commons:Category:Charles Baudelaire|Charles Baudelaire]] | Charles Baudelaire |- | [[Συγγραφέας:Σημωνίδης ο Αμοργίνος|Σημωνίδης ο Αμοργίνος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Σιμίας ο Ρόδιος|Σιμίας ο Ρόδιος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Σιμωνίδης ο Κείος|Σιμωνίδης ο Κείος]] | αρχαίος Έλληνας μουσικός και ποιητής | [[:commons:Category:Simonides|Simonides]] | |- | [[Συγγραφέας:Σκύλαξ ο Καρυανδεύς|Σκύλαξ ο Καρυανδεύς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Σοφοκλής|Σοφοκλής]] | | [[:commons:Category:Sophocles|Sophocles]] | Sophocles |- | [[Συγγραφέας:Σοφοκλής Καρύδης|Σοφοκλής Καρύδης]] | Έλληνας δημιοσιογράφος και ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Σοφοκλής Οικονόμος|Σοφοκλής Οικονόμος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Σπυρίδων Βασιλειάδης|Σπυρίδων Βασιλειάδης]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Σπυρίδων Λάμπρος|Σπυρίδων Λάμπρος]] | Έλληνας ιστορικός, καθηγητής πανεπιστημίου και Πρωθυπουργός | [[:commons:Category:Spyridon Lambros|Spyridon Lambros]] | Spyridon Lambros |- | [[Συγγραφέας:Σπυρίδων Μάναρης|Σπυρίδων Μάναρης]] | Έλληνας μαθηματικός | | |- | [[Συγγραφέας:Σπυρίδων Μηλιαράκης|Σπυρίδων Μηλιαράκης]] | Έλληνας βοτανολόγος και συγγραφέας | [[:commons:Category:Spyridon Miliarakis|Spyridon Miliarakis]] | |- | [[Συγγραφέας:Σπυρίδων Σακελλαρόπουλος|Σπυρίδων Σακελλαρόπουλος]] | Έλληνας καθηγητής πανεπιστημίου | | |- | [[Συγγραφέας:Σπυρίδων Τρικούπης|Σπυρίδων Τρικούπης]] | Πρωθυπουργός της Ελλάδας | [[:commons:Category:Spyridon Trikoupis|Spyridon Trikoupis]] | |- | [[Συγγραφέας:Σπυρομήλιος|Σπυρομήλιος]] | στρατιωτικός, αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 και πολιτικός | [[:commons:Category:Spyromilios|Spyromilios]] | |- | [[Συγγραφέας:Σπύρος Νικοκάβουρας|Σπύρος Νικοκάβουρας]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Στάθης Καραβίας|Στάθης Καραβίας]] | Έλληνας ποιητής | [[:commons:Category:Stathis Karavias|Stathis Karavias]] | Stathis Karavias |- | [[Συγγραφέας:Στέφανος Γρανίτσας|Στέφανος Γρανίτσας]] | Έλληνας συγγραφέας | [[:commons:Category:Stefanos Granitsas|Stefanos Granitsas]] | |- | [[Συγγραφέας:Στέφανος Δάφνης|Στέφανος Δάφνης]] | Έλληνας συγγραφέας και δημοσιογράφος | [[:commons:Category:Stefanos Dafnis|Stefanos Dafnis]] | |- | [[Συγγραφέας:Στέφανος Μαρτζώκης|Στέφανος Μαρτζώκης]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Στέφανος Ξένος|Στέφανος Ξένος]] | Έλληνας δημοσιογράφος, συγγραφέας και επιχειρηματίας | | |- | [[Συγγραφέας:Στέφανος Ξανθουδίδης|Στέφανος Ξανθουδίδης]] | | [[:commons:Category:Stephanos Xanthoudidis|Stephanos Xanthoudidis]] | |- | [[Συγγραφέας:Στέφανος Σαχλίκης|Στέφανος Σαχλίκης]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Στέφανος Στεφάνου|Στέφανος Στεφάνου]] | Έλληνας δημοσιογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Σταμάτης Σταματίου|Σταμάτης Σταματίου]] | Έλληνας δημοσιογράφος, συγγραφέας και πολιτικός | [[:commons:Category:Stamatis Stamatiou|Stamatis Stamatiou]] | |- | [[Συγγραφέας:Σταμάτιος Βάλβης|Σταμάτιος Βάλβης]] | Έλληνας φιλόλογος | | |- | [[Συγγραφέας:Στατύλλιος Φλάκκος|Στατύλλιος Φλάκκος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Στησίχορος|Στησίχορος]] | αρχαίος λυρικός ποιητής | [[:commons:Category:Stesichorus|Stesichorus]] | |- | [[Συγγραφέας:Στράβων|Στράβων]] | Έλληνας γεωγράφος, φιλόσοφος και ιστορικός | [[:commons:Category:Strabo|Strabo]] | Strabo |- | [[Συγγραφέας:Στράτων ο εκ Σάρδεων|Στράτων]] | Έλληνας ποιητής από τις Σάρδεις | | |- | [[Συγγραφέας:Μωρίς Κρουαζέ]] | | [[:commons:Category:Maurice Croiset|Maurice Croiset]] | |- | [[Συγγραφέας:Συμεών ο Νέος Θεολόγος|Συμεών ο Νέος Θεολόγος]] | | [[:commons:Category:Symeon the New Theologian|Symeon the New Theologian]] | |- | [[Συγγραφέας:Σωκράτης ο Σχολαστικός|Σωκράτης ο Σχολαστικός]] | | [[:commons:Category:Socrates Scholasticus|Socrates Scholasticus]] | |- | [[Συγγραφέας:Σωτήρης Σκίπης|Σωτήρης Σκίπης]] | Ἐλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Τέλλος Άγρας|Τέλλος Άγρας]] | Έλληνας λογοτέχνης | [[:commons:Category:Tellos Agras|Tellos Agras]] | |- | [[Συγγραφέας:Τέοντορ Χέρμαν φον Χέλντραϊχ|Τέοντορ Χέρμαν φον Χέλντραϊχ]] | Γερμανός βοτανολόγος | [[:commons:Category:Theodor Heinrich von Heldreich|Theodor Heinrich von Heldreich]] | |- | [[Συγγραφέας:Τέρπανδρος|Τέρπανδρος]] | | | Terpander |- | [[Συγγραφέας:Τζιάκομο Λεοπάρντι|Τζάκομο Λεοπάρντι]] | | [[:commons:Category:Giacomo Leopardi|Giacomo Leopardi]] | Giacomo Leopardi |- | [[Συγγραφέας:Τζελαλεντίν Ρουμί|Τζελαλεντίν Ρουμί]] | ποιητής και μυστικιστής των Σούφι | [[:commons:Category:Rumi|Rumi]] | Rumi |- | [[Συγγραφέας:Τζον Κητς|Τζον Κητς]] | | [[:commons:Category:John Keats|John Keats]] | John Keats |- | [[Συγγραφέας:Τζον Μίλτον|Τζον Μίλτον]] | Άγγλος ποιητής | [[:commons:Category:John Milton|John Milton]] | John Milton |- | [[Συγγραφέας:Τζον Κένεντι|Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι]] | 35ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής | [[:commons:Category:John F. Kennedy|John F. Kennedy]] | John F. Kennedy |- | [[Συγγραφέας:Τζόζεφ Άντισον|Τζόζεφ Άντισον]] | Άγγλος δοκιμιογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και πολιτικός | [[:commons:Category:Joseph Addison|Joseph Addison]] | |- | [[Συγγραφέας:Τζώρτζης Μολφέτας|Τζώρτζης Μολφέτας]] | Ἐλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Τιμοκρέων|Τιμοκρέων]] | Αρχαίος Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Τιμολέων Αμπελάς|Τιμολέων Αμπελάς]] | Έλληνας ποιητής πεζογράφος και δικαστικός | [[:commons:Category:Timoleon Ampelas|Timoleon Ampelas]] | |- | [[Συγγραφέας:Τορκουάτο Τάσσο|Τορκουάτο Τάσσο]] | | [[:commons:Category:Torquato Tasso|Torquato Tasso]] | Torquato Tasso |- | [[Συγγραφέας:Τριστάν Κορμπιέρ|Τριστάν Κορμπιέρ]] | | [[:commons:Category:Tristan Corbière|Tristan Corbière]] | |- | [[Συγγραφέας:Τρυφιόδωρος|Τρυφιόδωρος]] | Ελληνιστής Αιγύπτιος συγγραφέας | [[:commons:Category:Tryphiodorus|Tryphiodorus]] | |- | [[Συγγραφέας:Τρύφων Ευαγγελίδης|Τρύφων Ευαγγελίδης]] | Έλληνας ιστορικός και φιλόλογος | | |- | [[Συγγραφέας:Τυρταίος|Τυρταίος]] | αρχαίος Έλληνας ελεγειακός ποιητής | [[:commons:Category:Tyrtaeus|Tyrtaeus]] | Tyrtaeus |- | [[Συγγραφέας:Τύμνης|Τύμνης]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Υβρίας|Υβρίας]] | Αρχαίος Έλληνας ποιητής από την Κρήτη | | |- | [[Συγγραφέας:Υπερείδης|Υπερείδης]] | | [[:commons:Category:Hypereides|Hypereides]] | |- | [[Συγγραφέας:Φίλιππος ο Θεσσαλονικεύς|Φίλιππος ο Θεσσαλονικεύς]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Φίλων ο Αλεξανδρεύς|Φίλων ο Αλεξανδρεύς]] | | [[:commons:Category:Philo of Alexandria|Philo of Alexandria]] | |- | [[Συγγραφέας:Φιλητάς ο Κώος|Φιλητάς ο Κώος]] | | [[:commons:Category:Philitas of Cos|Philitas of Cos]] | |- | [[Συγγραφέας:Φιλητάς ο Σάμιος|Φιλητάς ο Σάμιος]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Φιλοποίμην Παρασκευαΐδης|Φιλοποίμην Παρασκευαΐδης]] | Έλληνας συγγραφέας και δημοσιογράφος | | |- | [[Συγγραφέας:Φιλόδημος ο επικούρειος|Φιλόδημος ο Επικούρειος]] | αρχαίος Έλληνας επικούρειος φιλόσοφος, επιγραμματοποιός και ποιητής | [[:commons:Category:Philodemus|Philodemus]] | |- | [[Συγγραφέας:Φιλόστρατος ο Λήμνιος|Φιλόστρατος ο Λήμνιος]] | Έλληνας σοφιστής | | |- | [[Συγγραφέας:Φιλόστρατος του Νερβιανού|Φιλόστρατος του Νερβιανού]] | Έλληνας σοφιστής | [[:commons:Category:Philostratus of Lemnos|Philostratus of Lemnos]] | |- | [[Συγγραφέας:Αρριανός|Φλάβιος Αρριανός]] | | [[:commons:Category:Flavius Arrianus|Flavius Arrianus]] | Flavius Arrianus |- | [[Συγγραφέας:Φλάβιος Φιλόστρατος|Φλάβιος Φιλόστρατος]] | Έλληνας σοφιστής | | Philostratus |- | [[Συγγραφέας:Φλωρεντία Φουντουκλή|Φλωρεντία Φουντουκλή]] | Ελληνίδα ποιήτρια | | |- | [[Συγγραφέας:Φρίντριχ Ένγκελς|Φρίντριχ Ένγκελς]] | | [[:commons:Category:Friedrich Engels|Friedrich Engels]] | Friedrich Engels |- | [[Συγγραφέας:Φρίντριχ Σίλερ|Φρίντριχ Σίλερ]] | Γερμανός θεατρικός συγγραφέας και ποιητής | [[:commons:Category:Friedrich Schiller|Friedrich Schiller]] | Friedrich Schiller |- | [[Συγγραφέας:Φραγκίσκος Κολομπής|Φραγκίσκος Κολομπής]] | Έλληνας ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Φραγκίσκος Πυλαρινός|Φραγκίσκος Πυλαρινός]] | φιλόσοφος, καθηγητής πανεπιστημίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών | | |- | [[Συγγραφέας:Φραγκίσκος Φίλελφος|Φραγκίσκος Φίλελφος]] | | [[:commons:Category:Francesco Filelfo|Francesco Filelfo]] | Francesco Filelfo |- | [[Συγγραφέας:Φράνσις Βιελέ Γκριφέν|Φρανσίς Βιελέ-Γκριφέν]] | Γάλλος συμβολιστής ποιητής | [[:commons:Category:Francis Vielé-Griffin|Francis Vielé-Griffin]] | Francis Vielé-Griffin |- | [[Συγγραφέας:Φρανσουά Βιγιόν|Φρανσουά Βιγιόν]] | | [[:commons:Category:François Villon|François Villon]] | François Villon |- | [[Συγγραφέας:Φρανσουά Κοπέ|Φρανσουά Κοπέ]] | | [[:commons:Category:François Coppée|François Coppée]] | François Coppée |- | [[Συγγραφέας:Φρειδερίκος Καρρέρ|Φρειδερίκος Κ. Καρρέρ]] | Έλληνας συγγραφέας και πολιτικός | | |- | [[Συγγραφέας:Φρίντριχ Νίτσε|Φρειδερίκος Νίτσε]] | Γερμανός φιλόσοφος | [[:commons:Category:Friedrich Nietzsche|Friedrich Nietzsche]] | Friedrich Nietzsche |- | [[Συγγραφέας:Φρεντερίκ Μιστράλ|Φρεντερίκ Μιστράλ]] | Γάλλος συγγραφέας | [[:commons:Category:Frédéric Mistral|Frédéric Mistral]] | Frédéric Mistral |- | [[Συγγραφέας:Φωκυλίδης|Φωκυλίδης]] | | | Phocylides |- | [[Συγγραφέας:Φώτιος Χρυσανθόπουλος|Φώτιος Χρυσανθόπουλος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Χάινριχ Χάινε|Χάινριχ Χάινε]] | | [[:commons:Category:Heinrich Heine|Heinrich Heine]] | Heinrich Heine |- | [[Συγγραφέας:Χαιρήμων (ποιητής)|Χαιρήμων]] | αρχαίος Άθηναίος τραγικός ποιητής που άκμασε περίπου το 380 π.Χ. | | |- | [[Συγγραφέας:Χανς Κρίστιαν Άντερσεν|Χανς Κρίστιαν Άντερσεν]] | Δανός λογοτέχνης και συγγραφέας παραμυθιών | [[:commons:Category:Hans Christian Andersen|Hans Christian Andersen]] | Hans Christian Andersen |- | [[Συγγραφέας:Χαράλαμπος Άννινος|Χαράλαμπος Άννινος]] | Έλληνας δημοσιογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας | [[:commons:Category:Haralampos Anninos|Haralampos Anninos]] | Charalampos Anninos |- | [[Συγγραφέας:Χατζή Σεχρέτης|Χατζή Σεχρέτης]] | ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Χούγκο Μπαλ|Χούγκο Μπαλ]] | | [[:commons:Category:Hugo Ball|Hugo Ball]] | Hugo Ball |- | [[Συγγραφέας:Χρήστος Βαρλέντης|Χρήστος Βαρλέντης]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Χρήστος Παρμενίδης|Χρήστος Παρμενίδης]] | Έλληνας συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Χρήστος Χρηστοβασίλης|Χρίστος Χρηστοβασίλης]] | Έλληνας συγγραφέας και πολιτικός | | |- | [[Συγγραφέας:Χριστόδουλος Μ. Τζαπούρας|Χριστόδουλος Μ. Τζαπούρας]] | Κύπριος λαϊκός ποιητάρης | | |- | [[Συγγραφέας:Χριστόδωρος|Χριστόδωρος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Χριστόφορος Μυτιληναίος|Χριστόφορος Μυτιληναίος]] | βυζαντινός αξιωματούχος και ποιητής | | |- | [[Συγγραφέας:Χριστόφορος Σαμαρτσίδης|Χριστόφορος Σαμαρτσίδης]] | Έλληνας συγγραφέας και εκπαιδευτικός | | |- | [[Συγγραφέας:Ψευδο-Απολλόδωρος|Ψευδο-Απολλόδωρος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ψευδο-Δωσίθεος|Ψευδο-Δωσίθεος]] | | | |- | [[Συγγραφέας:Ψευδο-Ηρόδοτος|Ψευδο-Ηρόδοτος]] | συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Ψευδο-Φίλων ο Βυζάντιος|Ψευδο-Φίλων ο Βυζάντιος]] | Βυζαντινός συγγραφέας | | |- | [[Συγγραφέας:Όθων της Ελλάδος|Όθων της Ελλάδας]] | Βασιλιάς της Ελλάδος (1832–1862) | [[:commons:Category:Otto of Greece|Otto of Greece]] | |- | [[Συγγραφέας:Όμηρος|Όμηρος]] | συγγραφέας των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας | [[:commons:Category:Homer|Homer]] | Homer |- | [[Συγγραφέας:Όσκαρ Ουάιλντ|Όσκαρ Ουάιλντ]] | Ιρλανδός λογοτέχνης και λόγιος | [[:commons:Category:Oscar Wilde|Oscar Wilde]] | Oscar Wilde |} {{Wikidata list end}} qxitclfql5xo4jbnj2pvnga09mwyzje Διήγησις παιδιόφραστος των τετραπόδων ζώων 0 47791 167249 155930 2026-08-16T10:55:38Z Nikos1nikos1 15046 167249 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Διήγησις παιδιόφραστος τῶν τετραπόδων ζώων | υπότιτλος = | παράκαμψη_συγγραφέα = άγνωστος | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = Επιμέλεια Wilhelm Wagner, ''[[Μεταγραφή:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu|Carmina graeca medii aevi]]'', Teubner, Λειψία 1874, σ. 141—178 }} <pages index="Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu" from=163 to=200/> [[Κατηγορία:Μεσαιωνικά κείμενα]] [[Κατηγορία:Ανώνυμα κείμενα]] hnl76dizakv8oz2b3ntyo7xtbllgx6a Πουλολόγος 0 48964 167253 157357 2026-08-16T10:56:48Z Nikos1nikos1 15046 167253 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Πουλολόγος | υπότιτλος = | παράκαμψη_συγγραφέα = άγνωστος | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = Επιμέλεια Wilhelm Wagner, ''[[Μεταγραφή:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu|Carmina graeca medii aevi]]'', Teubner, Λειψία 1874, σ. 179—198 }} <pages index="Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu" from=201 to=220/> [[Κατηγορία:Μεσαιωνικά κείμενα]] [[Κατηγορία:Ανώνυμα κείμενα]] a49icqxyo081aqc28b5ejhl2ws1a7v5 Γαδάρου, λύκου κι αλουπούς διήγησις ωραία 0 48989 167248 157459 2026-08-16T10:55:15Z Nikos1nikos1 15046 167248 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Γαδάρου, λύκου κι ἀλουποῦς διήγησις ὡραία | υπότιτλος = | παράκαμψη_συγγραφέα = άγνωστος | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = Επιμέλεια Wilhelm Wagner, ''[[Μεταγραφή:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu|Carmina graeca medii aevi]]'', Teubner, Λειψία 1874, σ. 124—140 }} <pages index="Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu" from=146 to=162/> [[Κατηγορία:Μεσαιωνικά κείμενα]] [[Κατηγορία:Ανώνυμα κείμενα]] t9gdl2pw4svn4ke6w8503fhwe2nt3op Συναξάριον του τιμημένου γαδάρου 0 49210 167252 158145 2026-08-16T10:56:35Z Nikos1nikos1 15046 167252 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Συναξάριον τοῦ τιμημένου γαδάρου | υπότιτλος = | παράκαμψη_συγγραφέα = άγνωστος | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = Επιμέλεια Wilhelm Wagner, ''[[Μεταγραφή:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu|Carmina graeca medii aevi]]'', Teubner, Λειψία 1874, σ. 112—123 }} <pages index="Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu" from=134 to=145/> [[Κατηγορία:Μεσαιωνικά κείμενα]] [[Κατηγορία:Ανώνυμα κείμενα]] qxafu4iqywakmli9s1sffpcg1n2bwlo Περί γέροντος να μην πάρη κορίτσι 0 49244 167250 158220 2026-08-16T10:55:56Z Nikos1nikos1 15046 167250 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Περὶ γέροντος νὰ μὴν πάρῃ κορίτσι | υπότιτλος = | παράκαμψη_συγγραφέα = άγνωστος | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = Επιμέλεια Wilhelm Wagner, ''[[Μεταγραφή:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu|Carmina graeca medii aevi]]'', Teubner, Λειψία 1874, σ. 106—111 }} <pages index="Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu" from=128 to=133/> [[Κατηγορία:Μεσαιωνικά κείμενα]] [[Κατηγορία:Ανώνυμα κείμενα]] 5ouecvuvk753z9c3f874cb81tbajpr9 Διήγησις Απολλωνίου 0 50735 167254 161938 2026-08-16T10:57:05Z Nikos1nikos1 15046 167254 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Διήγησις πολυπαθοῦς Ἀπολλωνίου τοῦ Τύρου | υπότιτλος = | παράκαμψη_συγγραφέα = άγνωστος | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = Επιμέλεια Wilhelm Wagner, ''[[Μεταγραφή:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu|Carmina graeca medii aevi]]'', Teubner, Λειψία 1874, σ. 248—276 }} <pages index="Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu" from=270 to=298/> [[Κατηγορία:Μεσαιωνικά κείμενα]] [[Κατηγορία:Ανώνυμα κείμενα]] 8f8r8fdngbysfam880wnw1e5tgtybxv Στην Αγι-Αναστασά 0 52845 167237 2026-08-15T15:13:16Z Nikos1nikos1 15046 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα | τίτλος = Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά | υπότιτλος = | συγγραφέας = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = 1892 }} Πέντε ἄνδρες εἶχον κατ... 167237 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Στὴν Ἁγι-Ἀναστασά | υπότιτλος = | συγγραφέας = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = 1892 }} Πέντε ἄνδρες εἶχον κατέλθει εἰς τὸ Πρυΐ, μίαν Κυριακὴν τοῦ Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1875, καὶ ἐκ τῶν πέντε τούτων οἱ τρεῖς ἦσαν ἀρχαιολόγοι μὲ δίοπτρα. Ἀλλ᾽ ἐκ τῶν τριῶν, ὁ πρῶτος ἀπεφαίνετο ὅτι τὸ σωζόμενον ἐκεῖ ἐρείπιον ἦτο ναὸς εἰδωλολατρικός, ὁ δεύτερος ἰσχυρίζετο ὅτι ἦτο χριστιανικὴ ἐκκλησία, ἂν δὲν ἦτο βαλανεῖον ρωμαϊκόν, καὶ ὁ τρίτος ἐπέμενεν ὅτι ἦτο, τὸ πολύ, ἀρχοντικὸν μέγαρον, ἤτοι πύργος βενετικός, ἐπικαλούμενος ὑπὲρ τῆς γνώμης του καὶ τὸ ὄνομα Πρυΐ, ὅπερ ἔλεγε σχηματισθὲν ἐκ τοῦ Πυργί, κατὰ μετάθεσιν γραμμάτων. Τοῦ τελευταίου τὴν γνώμην ἠσπάζετο ἀπροκαλύπτως, μετέχων τῆς ἐκδρομῆς, καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος τοῦ χωρίου, ὅστις εἶχεν ἀνεγνωρισμένην εἰδικότητα εἰς τὴν ἐτυμολογίαν. «Τὸ ἄιντε εἶναι ἀπ᾽ τὸ ἄγε δή, τὸ ἀρή, κλητικὸν ἐπιφώνημα τῶν γυναικῶν τοῦ τόπου, εἶναι ἀπ᾽ τὸ ἀρίστη, τὸ βρὲ εἶναι ἀπ᾽ τὸ μῶρε - (μωρὲ - μ᾽ρὲ - μβρὲ - μπρὲ) βρέ». Κ᾽ ἐξετόξευε κεραυνοὺς ἀγανακτήσεως κατ᾽ ἐκείνων οἵτινες ζητοῦσι τουρκικὴν παραγωγὴν διὰ τὰς λέξεις, ἐνῷ εἶναι τόσον εὔκολον, ἔλεγε, ν᾽ ἀνευρίσκωμεν παντοῦ ρίζαν ἑλληνικήν. Ἰδοὺ πῶς συνέβη τὸ πρᾶγμα. Ὁ δήμαρχος τῆς πολίχνης, τὸ δεύτερον πρὸ ἔτους ἐκλεχθείς, εἶχε φιλοτιμηθῆ νὰ καλέσῃ εἰς ἑστίασιν, ἐπάνω, εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν, τοὺς τρεῖς ἀρχαιολόγους, μετ᾽ αὐτῶν δὲ καί τινας ἄλλους φίλους του. Ἡ συνοδία εἶχεν ἀνέλθει ἐπὶ ὀναρίων, ἀπὸ τῆς αὐγῆς, τὸν μέγαν ἀνήφορον, εἰς ἑκατοντάδων τινῶν μέτρων ὕψος, ὅστις ἐφαίνετο εἰς τοὺς ἀγαθοὺς νησιώτας τόσον ὑψηλός, ὅσον καὶ ὁ Κίσσαβος. Ἔφθασαν εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλίαν ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου, καὶ ἀφοῦ ἐδροσίσθησαν ὑπὸ τὴν ἐξαίσιον φυλλάδα τῶν μεγαλοπρεπῶν πλατάνων, κ᾽ ἔπιον ὕδωρ ἐκ τῆς ἀμφιλαφοῦς κρήνης, τῆς προχεούσης εἰς ὅλην τὴν μαγευτικὴν κοιλάδα τὰ διαυγῆ της νάματα, οἱ μὲν ἄλλοι ἐστρώθησαν ὑπὸ τὰς πλατάνους, καὶ παρηκολούθουν μὲ βλέμμα θωπευτικὸν τὸ ὁλονὲν ροδίζον ἀρνὶ εἰς τὴν σούβλαν, περιμένοντες ὅσον οὔπω ν᾽ ἀπολαύσωσιν ὡς «προφταστήρα» τὸ ὀρεκτικὸν κοκορέτσι, οἱ δὲ πέντε ἐκ τῆς συνοδίας ἐπέβησαν ἐκ νέου εἰς τὰ ὀνάριά των καὶ διευθύνθησαν εἰς τὸ Πρυΐ. Ἀνέβησαν εἰς τὸ ψήλωμα τοῦ βουνοῦ, ἐκεῖθεν ἐκατηφόρισαν δεξιά, διέτρεξαν τὴν θέσιν τὴν καλουμένην «τ᾽ Μανώλ᾽ ἡ σουφριά», καὶ μετὰ πορείαν μιᾶς ὥρας ἔφθασαν εἰς τὸ Πρυΐ. Ἐστράφησαν δυτικώτερον πρὸς τὰ ἀριστερά, ὁδεύοντες εἰς σύσκιον δρομίσκον ὑπὸ ἀδελφωμένας δρῦς καὶ πτελέας, καὶ τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ παλαιὸν ἐρείπιον. Ὁ συνοδίτης τῶν τριῶν ἀρχαιολόγων καὶ τοῦ δημοδιδασκάλου, ὁ πέμπτος, νεανίας εἰκοσαέτης, εἶχε κατὰ τὸ φαινόμενον, τὸ ἀξιώτερον ὑποζύγιον ὑπὲρ πάντας τοὺς λοιπούς, ὑψηλὸν ὄνον, εὔρωστον, πλατυκόκκαλον, καὶ ὑποκοκκινίζοντα τὸ τεφρὸν τρίχωμα. Καὶ ὅμως, ἀντὶ νὰ τρέχῃ πρῶτος, ἤρχετο τελευταῖος πάντων τῶν συνοδοιπόρων. Ὁ ὄνος ἐφαίνετο ἀναίσθητος εἰς ὅλους τοὺς κτύπους ὅσους τοῦ ἔδιδεν εἰς τὰ νῶτα ὁ ἀναβάτης, μὲ τὴν ράβδον του πρῶτον, εἶτα μὲ αὐτὸ τὸ σχοινίον τοῦ καπιστρίου. Ἐφαίνετο ὅτι δὲν εἶχε φάγει καλὰ τὸ χόρτον του ἢ τὸ ἄχυρόν του, ἢ ὅτι ἦτο ἀποφασισμένος νὰ πεισμώσῃ ἐκ παντὸς τρόπου τὸν ἀναβάτην. Ὅσον οὗτος ἐκτύπα, τόσον ὀκνότερος ἐγίνετο ἐκεῖνος. Ἐνίοτε ἐδοκίμαζε νὰ τὸν ἐρεθίσῃ ὑπὸ τὴν κοιλίαν διὰ τῶν ὑποδημάτων του. Ὅλα εἰς μάτην. Καὶ ἦτο θαῦμα πῶς κατώρθωσε νὰ μὴ χάνῃ ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοὺς πολλὰ βήματα προπορευομένους αὐτοῦ τέσσαρας ἄνδρας, ὧν οἱ δύο εἶχον ἀκολουθοῦντας καὶ τοὺς ἀγωγιάτας των. Οὗτοι δ᾽ ἔβλεπον ἀδιάφοροι τὴν βάσανον τοῦ τελευταίου ἀναβάτου, ὅστις ἄλλως δὲν κατεδέχετο νὰ κράξῃ αὐτοὺς εἰς βοήθειαν. Τέλος ἔφθασε καὶ οὗτος εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἦτο τὸ σωζόμενον ἐρείπιον. Μετὰ τὴν γενομένην ἐπίσκεψιν καὶ τὰς εἰκασίας, ἃς ἐξέφεραν οἱ τρεῖς σοφοὶ περὶ τοῦ τί νὰ ἦτο καὶ κατὰ ποίαν ἐποχὴν νὰ εἶχε κτισθῆ τὸ ἐρείπιον, οἰκτείραντες καὶ τοὺς ἁρμοδίους διατί νὰ μὴ διατάξωσι ν᾽ ἀνασκαφῇ ὁ χῶρος ἐκεῖνος, ἡ μικρὰ συνοδία ἐξεκίνησεν, ἐπιστρέφουσα πρὸς συνάντησιν τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ἐξοχικῆς ἐκδρομῆς. Ἀλλ᾽ οἱ τρεῖς ἀρχαιολόγοι καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος εἶχαν φθάσει πρὸ πολλοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, καὶ εἶχαν φάγει τὸ κοκορέτσι, καὶ εἶχαν πίει ἀνὰ δύο μαστίχας, καὶ ἤδη μετέβησαν εἰς τὸ σπληνάντερον (ἦτο ἑνδεκάτη ὥρα πρὸ τῆς μεσημβρίας), ὁ δὲ πέμπτος συνοδίτης, μείνας πολὺ ὀπίσω δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη. Παρῆλθε δὲ μία ὥρα, καὶ εἶχαν στείλει τοὺς δύο ἀγωγιάτας ὀπίσω, πρὸς ἀναζήτησίν του, ὅταν αἴφνης τὸν βλέπουσι θριαμβευτικῶς ἐλαύνοντα ἐπὶ τοῦ ὄνου του, ὅστις ἔτρεχεν ὡς ἀτμάμαξα τὴν φορὰν ταύτην, καὶ ἐρχόμενον ὄχι ἐκ δυσμῶν, ἀπ᾽ ἐκεῖ ὁποὺ τὸν ἐπερίμεναν ὅλοι νὰ ἐμφανισθῇ, ἀλλ᾽ ἐξ ἀνατολῶν, ἀπὸ τὸ ἀντίθετον μέρος, ὡς νὰ ἤρχετο δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πολίχνην. Οὐδὲν ἀπιθανώτερον τῆς ἁπλῆς ἀληθείας. Ὅλη ἡ συνοδία τότε δὲν ἤθελε νὰ πεισθῇ ὅτι ὁ νέος ἐκεῖνος δὲν τὸ ἔκαμεν ἐπίτηδες, διὰ νὰ τοὺς ἐκπλήξῃ. Καὶ ὅμως ἰδοὺ τί εἶχε συμβῆ. Ὁ εὔρωστος ὄνος, ἐννοήσας, φαίνεται, τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἀναβάτου, τὸ εἶχε παρακάμει τὴν φορὰν ταύτην, ἀφοῦ μάλιστα ἦτο καὶ ἀνήφορος εἰς τὴν ἐπιστροφήν. Δὲν ἤθελεν ἀπολύτως νὰ βαδίσῃ. Ἐπήγαινε μὲ βραδύτητα χελώνης. Οἱ τέσσαρες λόγιοι εἶχαν προπορευθῆ τόσον, ὥστε ὁ πέμπτος συνοδίτης τοὺς ἔχασε, καὶ δὲν τοὺς ἔβλεπε πλέον οὔτε τοὺς ἤκουε. Πολὺ δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐννοήσῃ ὅτι εἶχε χάσει τὸν δρόμον, καὶ εἶχε στραφῆ, αὐτὸς ἢ ὁ ὄνος του, ἀνατολικώτερον, πρὸς βαθὺ ρεῦμα, ὑγρόν, σύνδενδρον, σκιερόν, ἀναμέσον δύο ὑψηλῶν κορυφῶν. Ἐκεῖ ἀνεγνώρισε τὸ μέρος. Ἦτο τὸ «Κρύο Πηγάδι». Βαρυνθεὶς νὰ κτυπᾷ ἀνωφελῶς τὸν ὄνον, μὲ τοὺς μηροὺς αἱμωδιῶντας, ἐπέζευσε, καὶ κρατῶν τὸ καπίστρι μὲ τὴν ἀριστεράν, τὸ ραβδίον μὲ τὴν δεξιάν, ἐδοκίμασεν ἂν θὰ ἠνάγκαζε τὸν ὄνον νὰ βαδίσῃ ἐλαύνων ὄπισθεν. Ἐκεῖ, μὲ τὸ λεπτὸν ραβδίον του, ρεμβός, χωρὶς νὰ τὸ σκεφθῇ, ἐκέντησε τὸ ζῷον ὑπὸ τὸ σάγμα ὄπισθεν, εἰς τὰ νεφρά. Τότε διὰ μιᾶς ὁ ὄνος ἔλαβε τοιοῦτον ἀπίστευτον δρόμον, ὥστε ὁ νέος ἐξαφνίσθη, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ τοῦ φύγῃ τὸ καπίστρι ἀπὸ τὴν χεῖρα. Τότε λοιπὸν ηὗρε «τὸν σφυγμὸν» τοῦ ὀναρίου. Ἐπέβη ἐκ νέου, καὶ «ποῦ σὲ σφάζ᾽, ποῦ σ᾽ πονεῖ;» ἤρχισε νὰ κεντᾷ, ἀλύπητα· τὸ ὀνάριον ἔτρεχεν ὡς βαποράκι. Ἀναγνωρίσας δὲ τὸν δρόμον, ὁ ἀναβάτης ἐστράφη δεξιά, καὶ ἐντὸς ὀλίγων λεπτῶν, ἀπὸ τοῦ ἀνατολικοῦ μέρους, ἔφθασε καλπάζων εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν· ἔφθασε δὲ ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν καθ᾽ ἣν ὁ Δημήτρης ὁ Μιχογιάννης περιτέχνως λίαν ἐλιάνιζε τὸ ψητό, κ᾽ ἐστρώνετο ὑπὸ τὰ πελώρια δένδρα ἡ ἀπὸ φτέρες καὶ φυλλάδες πλατάνου εὐώδης τράπεζα. Ἀλλ᾽ ὁ Δημήτρης ὁ Μιχογιάννης δὲν ἤξευρε μόνον νὰ ψήνῃ εἰς τὴν σούβλαν καὶ νὰ λιανίζῃ τὸ σφαχτό· ἤξευρε νὰ διηγῆται καὶ χρονικά τινα ἐκ τοῦ βίου τῶν ποιμένων καὶ τῶν αἰπόλων κατὰ τὸ Πρυΐ, ὅπου ἐγγὺς εἶχεν ἀνατραφῆ καὶ αὐτός. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὑψηλός, τεσσαρακοντούτης, ἄτριχος τὸ πρόσωπον, ἀρχίζων ἤδη νὰ ρυτιδοῦται, ὅμοιος μὲ γριάν, εἶχε συλλάβει τὸ ἔτος ἐκεῖνο (ἤτοι πρὸ δύο σχεδὸν μηνῶν), διὰ τὸ Πάσχα, τολμηρὸν σχέδιον. Οἱ ποιμένες τῶν Καλυβιῶν, ὁλόκληρον συνοικίαν ἀποτελοῦντες, ἐκκλησιάζοντο εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, οἱ αἰπόλοι τῶν Καμπιῶν, τῆς Μυγδαλιᾶς καὶ τοῦ Κουρούπη, ἐλειτουργοῦντο εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον. Οἱ ἄμοιροι βοσκοὶ τῆς Κεχρεᾶς, τ᾽ Ἁι-Κωνσταντίνου, τ᾽ Ἁι-Θανασιοῦ, τῶν Μποστανιῶν καὶ ἄλλων μερῶν, ἦσαν σκόρπιοι «σὰν τοῦ λαγοῦ τὰ τέκνα». Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὅστις ἐπεκαλεῖτο καὶ «Γιάννης ἡ Γριά»1, ἐζήλευε πολὺ τὸν δεύτερον ἐξάδελφόν του, Γιάννην τὸν Λαδίκαν, ὅστις ἔκαμνε τὸν ἐπίτροπον εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, καὶ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια ὅπου ἐτελοῦντο πανηγύρεις, ἁρπάζων ἀπὸ τὰ μανουάλια τὰ συνημμένα εἰς ὀγκώδεις δέσμας ἡμίκαυστα κηρία, πατῶν αὐτὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ, κάτω εἰς τὰς πλάκας τοῦ ἐδάφους τοῦ ναοῦ, προφασιζόμενος ὅτι ἦτο φόβος μὴ λαμπαδιάσουν, ἂν τὰ ἄφηνε ν᾽ ἀποκαῶσι. Ὁ ἴδιος προέτεινε κ᾽ ἔκτακτον δίσκον, περιερχόμενος τὰς τάξεις τῶν πανηγυριστῶν, συλλέγων ἐράνους «γιὰ νὰ φτιαστοῦν οἱ ἐκκλησιές». «Ἦταν τάχα, Θεὸς νὰ μᾶς σχωρέσῃ, καὶ παστρικὰ τὰ χέρια του;» Ὅλα ταῦτα ἐκίνουν τὴν ἀντιζηλίαν τοῦ Γιάννη τοῦ Κούτρη. Ἀπὸ τὴν καθαρὰν ἑβδομάδα τοῦ εἶχεν ἔλθει ἡ ἰδέα, καὶ καθ᾽ ὅλην τὴν τεσσαρακοστὴν τὴν ἐπῴαζεν. Ἐμελέτα ν᾽ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα τοῦ Ἁγ. Χαραλάμπους τὸν Γιώργη τὸν Τρυγολόγο, μὲ τὴν φαμίλιαν του, τοὺς Μιχαλογιανναίους, πατέρα καὶ υἱόν, καὶ τοὺς Μαυροδημαίους, τέσσαρας ἀδελφοὺς μὲ τὰς γυναῖκας, καὶ τὰ τέκνα των, ὅπως τοὺς σύρῃ πρὸς τὸ Πρυΐ, εἰς τὸ κατάμερον τὸ ἰδικόν του, κ᾽ ἐκεῖ μετὰ τῶν ὑπαρχόντων τριῶν ἢ τεσσάρων ἄλλων αἰπόλων, νὰ καλέσωσιν ἱερέα, ὅπως ἑορτάσωσι κατ᾽ ἰδίαν τὸ Πάσχα. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ὅσον δυνατὸς καὶ ἂν ἦτο εἰς τὴν ἐτυμολογίαν ὁ διδάσκαλος, περὶ οὗ ἐμνήσθημεν ἐν ἀρχῇ, ἓν πρᾶγμα παραδόξως ἐλησμόνει, ὅτι τὸ ἐρείπιον ἐκαλεῖτο ὑπὸ τοῦ λαοῦ Ἁγία Ἀναστασιά. Ἀνατολικὸν ἦτο τὸ σωζόμενον τμῆμα τοῦ τοίχου, καμπύλον πρὸς τὰ ἔξω, καὶ φυσικὰ τὸ ἐξελάμβανέ τις ὡς χιβάδα τοῦ ἱεροῦ βήματος βυζαντινοῦ ναοῦ. Μόνον ὅτι ἦτο ἐκ λίθων μεγάλων, ὅγκων μαρμάρου ὀρθογωνίου σχήματος, λευκῶν, ὁμαλῶς εἰργασμένων, καὶ κατὰ τὰ ἄλλα ὡμοίαζε μὲ τὰ λείψανα τῶν πελασγικῶν τειχῶν. Τὸ τειχίον τοῦτο, ὑψηλὸν ὡς ἀνάστημα ἀνδρός, ἵστατο ὄρθιον ἀκόμη. Ἄλλα λείψανα τοῦ κτιρίου δὲν ἐφαίνοντο, καὶ δυσκόλως ἠδύνατό τις νὰ εἰκάσῃ τὸ σχῆμα, τὸ μέγεθος καὶ τὸν προορισμὸν τῆς οἰκοδομῆς. Ἐν τοσούτῳ ἐκαλεῖτο Ἁγία Ἀναστασιά. Ἔσωθεν τοῦ μικροῦ τείχους δὲν ἐφαίνετο θυσιαστήριον. Δὲν ὑπῆρχεν ἴχνος ἐπιχρίσματος ἢ τοιχογραφίας ἢ ἄλλο γνώρισμα. Ἀλλ᾽ ἐντεῦθεν, ἴσως, πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα αἰώνων, ν᾽ ἀνεπέμπετο εἰς τὸν θρόνον τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ ὁ καπνὸς τοῦ θυμιάματος, καὶ ἴσως νὰ προσεφέρετο ἐπὶ βωμοῦ μὴ σωζομένου, ἡ λογικὴ καὶ ἄχραντος θυσία, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ, ὅστις ἱερεὺς ὢν τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου «ἐξήνεγκεν ἄρτους καὶ οἶνον», ὡς λέγει ἡ Γραφή. Ἁγία Ἀναστασιὰ ἐκαλεῖτο. Ἴσως τὸ πάλαι νὰ ἦτο ναὸς τῆς Κόρης τῆς ἐξ ᾍδου ἢ τῆς Ἑκάτης τῆς φαρμακίδος, καὶ οἱ χριστιανοί, οἱ φυσικοὶ κληρονόμοι τῆς θανούσης εἰδωλολατρίας, τὸν ἐβάπτισαν μετονομάσαντες ναὸν τῆς Φαρμακολυτρίας, κατ᾽ ἀντίφρασιν, ἢ τῆς Ρωμαίας, ἁπλῶς κατὰ σχέσιν ἐτυμολογικήν. Καὶ ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ὃν εἶχε παρακαλέσει ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης νὰ ὑπάγῃ νὰ τοὺς λειτουργήσῃ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἠγνόει εἰς ποτέραν τῶν δύο ὁμωνύμων ἦτο καθιερωμένος τὸ πάλαι ὁ ναός. Διότι ὑπάρχουσι δύο Ἅγιαι Ἀναστασίαι, ἡ Ρωμαία καὶ ἡ Φαρμακολύτρια. Ἀλλὰ μὴ βλέπων θυσιαστήριον οὔτε κανδήλας οὔτε εἰκόνας, καὶ μὴ γνωρίζων ὑπαίθριον λειτουργίαν (τόλμημα τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ ἐφαίνετο ὡς ἁπλῆ εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν ἐπάνοδος), ἐζήτησε δι᾽ ἀφελοῦς σοφίσματος νὰ πείσῃ τοὺς ἀξέστους αἰπόλους, ὅτι τὸ καλύτερον θὰ ἦτο νὰ ὑπάγουν νὰ λειτουργήσωσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν, μικρὸν ἀπέχουσαν. «Κ᾽ ἡ Ἁγία Ἄννα, εἶπεν, εἶναι μισὴ Ἁγία Ἀναστασιά». Ἀλλ᾽ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, πονηρὸς σπανός, τοῦ ἀπήντησεν ὅτι αὐτοὶ «δὲν ἤθελαν νὰ κάμουν μισὴ Ἀνάσταση, ἀλλ᾽ Ἀνάσταση σωστή». Οἱ αἰπόλοι ἐφρόνουν ὅτι ἡ Ἁγία Ἀναστασιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ Ἀνάστασις. Καὶ βεβαίως δὲν ἠδύναντο νὰ εἶναι εὐμαθέστεροι τοῦ γέροντος ἐκείνου ἱερέως, ὅστις, ἐρωτηθεὶς πρὸ χρόνων ἂν ἡ Ἁγία Κυριακὴ ἢ ἡ Μεταμόρφωσις εἶναι μεγαλυτέρα, ἀπήντησεν ἀδιστάκτως ὅτι «ἡ Ἁγία Κυριακὴ εἶναι μεγαλύτερη, διότι ἑορτάζεται καθ᾽ ἑβδομάδα, ἐνῷ ἡ Μεταμόρφωσις μόνον μιὰ φορὰ τὸν χρόνον εἶναι». Καὶ μήπως πλεῖστοι, ἀκόμη καὶ σήμερον, δὲν νομίζουν ὅτι ὁ περίκλυτος ναὸς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας εἶναι εἰς τιμὴν τῆς μεγαλομάρτυρος Ἁγίας τῆς ΙΖ´ Σεπτεμβρίου; {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ὁ Γιάννης ἡ Γριὰ δὲν ἤθελε μόνον νὰ ἑορτάσῃ μὲ τοὺς συννομεῖς του χωριστὰ τὴν Ἀνάστασιν, εἰς τὸ κατάμερόν του, ἀλλ᾽ ἐπεθύμει καὶ νὰ τελεσθῇ ἡ Ἀνάστασις αὕτη ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, ἀλλ᾽ ὡρισμένως εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά. Ἀφοῦ τὸ πάλαι ἦτο ἐκκλησία, ἀφοῦ ὁ χῶρος ἦτο καθιερωμένος εἰς λατρείαν Χριστοῦ, διατί τάχα νὰ μὴ λειτουργῆται; Μάτην ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐξώδευεν ὅλην τὴν ὀλίγην μάθησίν του καὶ τὴν ἔμφυτον λογικήν του διὰ νὰ τὸν πείσῃ ὅτι ἐζήτει παράλογα. Ὁ αἰπόλος ἔμεινεν ἀμετάπειστος. ― Πῶς θὰ λειτουργήσω, βλοημένε, σὲ ξεσκέπαστο μέρος; τοῦ ἔλεγεν ὁ ἱερεύς. Εἶδες ποτέ σου λειτουργία ἀποκάτ᾽ ἀπ᾽ τ᾽ ἀστέρια; ― Καὶ μήγαρις ἡ Ἀνάσταση δὲν ψάλλεται παντοῦ στὸ ξεσκέπαστο; ἀντέλεγεν ὁ βοσκός. Ἔχουν, ἂς ποῦμε, ἐκκλησιὲς καλοχτισμένες, μὲ πλάκες καὶ μὲ κεραμίδια, καὶ βγαίνουν, κατάλαβες, ἀπ᾽ τὴν ἐκκλησιὰ ὄξου γιὰ νὰ κάμουν Ἀνάσταση· κ᾽ ἡμεῖς ποὺ δὲν ἔχουμ᾽ ἐκκλησιά, ἂς ποῦμε, δὲν μποροῦμε, κατάλαβες, νὰ κάμουμ᾽ Ἀνάσταση σ᾽ ἕνα ξέσκεπο μέρος, ποὺ ἦταν μιὰ φορὰ κ᾽ ἕναν καιρό, κατὰ πῶς λένε, ἐκκλησιά; Ὁ ἱερεὺς τὸν ἐκοίταξεν ἐν ἀμηχανίᾳ πρὸς στιγμήν, εἶτα τὸ βλέμμα του ἐφωτίσθη, ὡς νὰ τοῦ ἦλθεν ἰδέα, καὶ εἶπε: ― Κάμνουν Ἀνάσταση ὄξου ἀπ᾽ τὶς ἐκκλησιές, ναί· μὰ λειτουργία;… Πῶς θὰ λειτουργήσουμε; ― Ἀπάνου στὰ μάρμαρα, ποὺ ἦταν μιὰ τ᾽ ἁι-δῆμα, ἂς ποῦμε. ― Μὰ δὲν εἶναι Ἁγία Τράπεζα ἐγκαινιασμένη. ― Τὸν παλαιὸ καιρό, ποὺ τὴν εἶχαν κτίσει, κατάλαβες, δὲν ἦταν συνγκαινιασμένη; ― Τὸ Πηδάλιο λέει ὅταν βεβηλωθῇ μία ἐκκλησία, νὰ μὴ λειτουργιέται, ἂν δὲν ξανακτισθῇ κ᾽ ἐγκαινιασθῇ πάλι. Ἐπὶ τέλους ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἴσως θὰ τὸν ἔπειθε νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν, ἥτις δὲν ἀπεῖχε πολύ, καὶ ἦτο κι αὐτή, κατὰ δεύτερον λόγον, γειτόνισσά του, ὅπως ἐκαυχᾶτο ὁ αἰπόλος λέγων ὅτι τὴν Ἁγία Ἀναστασιὰ «τὴν εἶχε γειτόνισσα». Ἀλλ᾽ ὁ ἀγαθὸς ἱερεὺς δὲν ἔπειθεν ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν του ὅτι ἠδύνατο ἀκατακρίτως νὰ λειτουργήσῃ καὶ εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν. Ὁ ναΐσκος εἶχε τὴν στέγην του, τὸ θυσιαστήριον εἰσέχον ἔγκτιστον εἰς τὸν τοῖχον, καὶ ἡ Πρόθεσις, ἐκαλύπτοντο ἀπὸ δύο σπιθαμὰς χώματος καὶ λίθων, πεσόντων ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς χιβάδος, τὸ εἰκονοστάσιον ἦτο ὀρθὸν ἀκόμη, ἀλλ᾽ αἱ θυρίδες του ἔχασκον ἔρημοι εἰκόνων, καὶ τὰ δύο παράθυρα τοῦ βορείου καὶ τοῦ νοτίου τοίχου ἔφεγγον καὶ αὐτὰ ἄφρακτα, καὶ ὁ ἄνεμος ἐβόιζεν εἰσπνέων δι᾿ αὐτῶν καὶ ἐκπνέων. Ὡμοίαζε μὲ γραῖαν νωδήν, μὲ τὰς κόγχας κενὰς ὀμμάτων, μὲ τὰ ὦτα βομβοῦντα ἀπὸ ἤχους φαιδρῶν φωνῶν παιδίων, χλευαζόντων σκληρῶς τὴν ἀδυναμίαν της. Δὲν ὑπῆρχεν οὔτε κανδήλιον εὐσεβῶς ἀναφθὲν ἐκ ταξίματος εὐλαβοῦς προσκυνητρίας οὔτε μανουάλιον διαχέον παρήγορον φῶς εἰς τὰς ἠμαυρωμένας μορφὰς τῶν ἠκρωτηριασμένων εἰς τοὺς τοίχους ὀλίγων ἁγίων. Τὸ παρεκκλήσιον ἦτο ἀφιερωμένον ποτὲ εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, κ᾽ ἐκαλεῖτο συνήθως Παναγίτσα, ὑπ᾽ ἄλλων δὲ Ἁγία Ἄννα. Ἀλλ᾽ ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐδίσταζεν ἄν, καὶ μὲ ἀλλαχόθεν δανειζομένας εἰκόνας, καὶ μὲ ἀναρτώμενα προχείρως κανδήλια, ἐπετρέπετο νὰ τελέσῃ λειτουργίαν ἐκεῖ. Τέλος ὁ ἱερεὺς εὗρε μέσον τινὰ ὅρον, καὶ τὸν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Γιάννην τὸν Κούτρην. ― Ἂς εἶναι, μποροῦμε νὰ κάμωμε Ἀνάσταση στὴν Ἁγία Ἀναστασιά, εἶπε, καὶ ἀμέσως παίρνετε ὅλοι τὰ πράγματά σας, καὶ τὶς λαμπάδες σας ἀναμμένες, καὶ πηγαίνομεν κάτου στὴν Παναγία 〈τὴν〉 Δομάν, καὶ σᾶς λειτουργῶ ἐκεῖ. ― Στὴν Παναγιὰ τὴν Δομά;… μὰ εἶναι μακριά. ―Ὣς πόσο;… Σὲ μισὴ ὥρα φθάνουμε. ― Εἶναι, νά ᾽χω τ᾽ν εὐκή σ᾽, παπά, παραπάν᾽ ἀπὸ μιὰ ὥρα. ― Δὲν θὰ εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ τρία τέταρτα. Ὅλ᾽ ἡ νύχτα δική μας εἶναι. Ἔχουμε καιρὸ νὰ φθάσουμε. Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ὑπεχώρησε, μὴ ἔχων ἄλλως νὰ πράξῃ. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν εἰς τὸ ὕπαιθρον, φορέσας μαῦρον ἐπιτραχήλι, καὶ ἤρχισε ν᾽ ἀναγινώσκῃ τὴν παννυχίδα καὶ τὸ Κύματι θαλάσσης, ὅλα διαβαστά. Εἶτα ἀνάψας ἐντὸς τοῦ θυμιατοῦ μοσχολίβανον, ἐθυμίασε τοὺς παρεστῶτας ὅλους, καὶ ποιήσας ἀπόλυσιν, ἔβγαλε τὸ μαῦρον ἐπιτραχήλι, ἐφόρεσεν ἄλλο ἰόχρουν μεταξωτὸν καὶ λευκὸν φαιλόνιον (ὅλα αὐτὰ τὰ ἐξήγαγεν ἀπὸ τὸ δισάκκιον τὸ περικλεῖον τὰ ἱερά του), καὶ ἀνάψας λαμπάδα, στραφεὶς πρὸς τὸν λαόν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ μελῳδικῶς τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς, μεθ᾽ ὃ ἔψαλε, Τὴν Ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ. Καὶ ἀφοῦ ἤναψαν τὰς λαμπάδας ὅλοι, ἀναγνοὺς τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ δοξάσας τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ἤρχισε μεγάλῃ καὶ βροντώδει τῇ φωνῇ νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ἀντιψάλλοντος καὶ τοῦ υἱοῦ του, παιδίου δωδεκαετοῦς, ὅστις τὸν εἶχε συνοδεύσει ὡς συλλειτουργὸς εἰς τὴν ἐκδρομήν. Ὡραία δὲ καὶ γλυκεῖα ἦτο ἡ σκηνή, ἐντὸς τοῦ ἐρειπίου ἐκείνου, τοῦ μεγαλομαρμάρου καὶ ἐπιβλητικοῦ εἰς τὴν ὄψιν, ἀγλαϊζομένου ἀπὸ τὸ τρέμον, ὑπὸ τὴν πνοὴν τῆς αὔρας τῆς νυκτερινῆς, φῶς πεντήκοντα λαμπάδων, σκηνὴ φωτεινὴ καὶ σκιερά, διαυγὴς καὶ μυστηριώδης, ἐν μέσῳ γιγαντιαίων δρυῶν ὑψουσῶν ὑπερηφάνους τοὺς εἰς διαδήματα κορυφουμένους κραταιοὺς κλῶνας, μὲ τὰ φρίσσοντα φύλλα μαρμαίροντα ὡς χρυσαῖ φολίδες, ὑπὸ τὴν λαμπηδόνα τῶν πυρσῶν, μὲ σκιὰς καὶ σκοτεινὰ κενὰ ἐν μέσῳ τῶν κλάδων, ὅπου ἐφαντάζετό τις ἐλλοχεύοντα ἀόρατα πνεύματα, ὑπάρξαντα πάλαι ποτέ, Δρυάδες εὔσωμοι καὶ Ὀρεστιάδες ραδιναί, ἐλευθέρως ἀνάσσουσαι ἀνὰ τοὺς πυκνοὺς δρυμῶνας, καὶ σήμερον μεταμορφωθεῖσαι εἰς νυκτερινὰ τελώνια, καὶ μὴ τολμῶσαι νὰ προβάλωσιν εἰς τὸ φῶς τῶν ἀναστασίμων λαμπάδων· ἀναθαρρήσασαι πρὸς καιρὸν ἐκ τῆς φυγαδεύσεως τοῦ χριστιανικοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοῦ καλλιμαρμάρου ἱδρύματος, καὶ τώρα μετὰ θάμβους βλέπουσαι τὴν ἀναζωπύρησιν τῶν πασχαλίων πυρσῶν καὶ ὀσφραινόμεναι τὴν ὀσμὴν τοῦ χριστιανικοῦ μοσχολιβάνου εἰς τὰ βάθη τοῦ δρυμῶνος. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἐνῷ ὁ ἱερεὺς ἔλεγεν ὁμαλῇ τῇ φωνῇ τὰ εἰρηνικά, καὶ ηὔχετο ὑπὲρ τῆς εὐσταθείας τῶν ἐκκλησιῶν, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς, κτλ., ὄπισθεν τοῦ πρώτου πελωρίου κορμοῦ τῆς χιλιετοῦς δρυός, ὃν τρεῖς ἄνδρες συνάπτοντες τὰς ὀργυιάς, μόλις ἠδύναντο ν᾽ ἀγκαλιάσωσιν, ἠκούετο βραχὺς διάλογος, οἷος ὁ ἑξῆς, μεταξὺ τριῶν ἢ τεσσάρων αἰπόλων, ὧν ὁ πρῶτος, 〈ὁ〉 Γιάννης ὁ Κούτρης, ἔλυεν ἀπαντῶν τὰς ἀπορίας τῶν ἄλλων: ― Ντουγρού, ντουγρού; ― Ταμάιμα. ― Μονοκοπανιά; ― Τὰ ἴσα, ζέρ. ― Σ᾽μ Παναϊὰ τ᾽ Ντομάν; ― Ντούρμα, παπὰς ἔτσ᾽ εἶπε. ― Τοὺ ρέμα-ρέμα; ― Δὲ-θὲ-πᾶμι; ― Θὲ-πᾶμι, ζέρ! Ἀλλ᾽ ὁ διάλογος οὗτος διεκόπη ὑπὸ τῆς φωνῆς τοῦ ἱερέως, ὅστις ἐν τῷ μεταξὺ ἀπεδύθη τὰ ἄμφια, κ᾽ ἔκραξεν εἰς τὸ ποίμνιόν του. «Εἶστ᾽ ἕτοιμοι; Πᾶμε!» Δύο τῶν αἰπόλων ἔσπευσαν νὰ φορτώσωσι τὰ ἱερά, ὡς καὶ τὰ καλάθια τῶν ποιμενίδων τὰ περικλείοντα ἑορτάσιμά τινα ἐφόδια, εἰς πέντε ἢ ἓξ ὀνάρια, ὁ ἱερεὺς ἐπέβη εἰς τὸ ἕβδομον, καὶ οἱ ἄλλοι πεζοί, οἱ μὲν κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των ἀναμμένας, μὲ τὴν ἀριστεράν, προσπαθοῦντες, μὲ τὴν δεξιάν, νὰ σκεπάσωσι τὴν λαμπὴν ἀπὸ τῆς πνοῆς τῆς ἀπογείου αὔρας, οἱ δὲ ἀνάψαντες μικρὰ φαναράκια, χρήσιμα εἰς τοὺς αἰπόλους διὰ τοὺς νυκτερινοὺς ἐπαυλισμοὺς καὶ τοὺς ἀμολγοὺς τῶν αἰγῶν των, ἐξεκίνησαν κατερχόμενοι πρὸς βορρᾶν, εἶτα ἐστράφησαν ἀνατολικώτερον, βαίνοντες διὰ κακοτοπιᾶς ἐφ᾽ ἧς δὲν θ᾽ ἀντεῖχον ἄλλοι πόδες παρὰ τοὺς ἰδικούς των, ἐλαφρὰ πατοῦντες μὲ τὰ τσαρούχια τὰ περιβάλλοντα τοὺς εὐκινήτους πόδας των, βιάζοντες τὰ γαϊδουράκια νὰ τρέχωσι, σύροντες μᾶλλον αὐτὰ εἰς τὸν δρόμον, τοποθετούμενοι ἐξ ἀριστερῶν ὡς ἔμψυχα δίκρανα, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φορτωμένων ὑποζυγίων εἰς τὰ κρημνωδέστερα μέρη. Δύο ἢ τρεῖς αὐτῶν, μὲ τὰς κάπας των, ἤρχοντο τελευταῖοι, μετὰ συριγμῶν καὶ ἀκατανοήτων μονοσυλλάβων, ἄγοντες τὰ αἰπόλιά των, μὲ τὰ μικρὰ ἐρίφια διὰ χαριεστάτων σκιρτημάτων τρέχοντα παρὰ τὰς μητέρας των, βελάζοντα ἐρωτηματικῶς, εἰς ἃ αἱ αἶγες ἀπήντων ἀορίστως, μὴ ἔχουσαι πῶς νὰ ἐξηγήσωσι τὴν ἀσυνήθη νυκτοπορίαν. Ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, καὶ ὁ δίσκος της, ὑπέρυθρος ὀλίγον, 〈πότε〉 ἐφαίνετο ὄπισθεν τῶν κορυφῶν ὑψηλῶν δένδρων, πότε ἐκρύπτετο, κατὰ τοὺς ἑλιγμοὺς τῆς πορείας, ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ. Καὶ οἱ θάμνοι ἐσείοντο πανταχοῦ ὅθεν διέβαινεν ἡ πομπή, καὶ τὰ ἔντομα ἐξεγείροντο παράωρα ἐκ τοῦ ὕπνου των, καί τινα μυιγάρια ἐξορμῶντα ἐπέτων φαιδρῶς περὶ τὰς ἀνημμένας λαμπάδας, ὑποβοΐζοντα, καίοντα τὰς μικκύλας πτέρυγάς των ἢ καταστρέφοντα μετὰ τελευταίου βόμβου τὴν ἐφήμερον ὕπαρξίν των εἰς τὴν πρόσψαυσιν τῆς φλογός. Καὶ τὰ νυκτοπούλια ἔφευγον φοβισμένα ἀπὸ σχοῖνον εἰς κόμαρον, ἀπὸ αἱμασιὰν εἰς δένδρον, προσθέτοντα τὸν ἐλαφρὸν θροῦν τῶν πτερύγων των εἰς τὸ ἁβρὸν ἐναρμόνιον φύσημα τῆς αὔρας τῆς ὀρθρίας. Καὶ ἡ ἀγραμπελιὰ ἡ χιονανθής, ἡ λευκάζουσα καὶ μυροβολοῦσα εἰς τοὺς φράκτας, λευχείμων μυροφόρος ἑορτάζουσα τὴν Ἀνάστασιν, καὶ ὁ κισσὸς καὶ τὸ ἁγιόκλημα, πλόκαμοι τῆς Ἀνοίξεως ἐξαπλούσης τὴν μυροβόλον κόμην της ἀνὰ τοὺς ἀγρούς, διέχυνον ζωηροτέραν ἐν τῇ νυκτὶ τὴν εὐωδίαν των εἰς τὸν ἀέρα. Καὶ ἡ ἀργυρᾶ ἀμμόκονις τῶν ἄστρων ὠλιγόστευεν ἐπάνω, καθ᾽ ὅσον ὑψοῦτο ἡ σελήνη, καὶ ἡ ἀηδὼν ἠκούετο μινυρίζουσα βαθιὰ εἰς τὸν μυχὸν τοῦ δάσους, καὶ ὁ γκιώνης μὴ δυνάμενος νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὴν λιγυρὰν ἀδελφήν του, ἔπαυσε πρὸς καιρὸν τὸ θρηνῶδες ᾆσμά του. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Εἶχαν κατέλθει ἤδη πολὺ βαθιά, κάτω εἰς τὸ ρεῦμα, καὶ ἀντικρύ των ἔβλεπον μακρὰν τὸ πέλαγος, κυανῆν ὀθόνην, ἀμυδρῶς ἐπαργυρουμένην ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τῆς σελήνης. Ἠκούσθη δὲ μετ᾽ ὀλίγον βαθὺς παφλασμὸς ὡς χειμάρρου καταφερομένου μετὰ δούπου ἀπὸ τῶν βράχων, κρότος συνεχής, ἰσχυρός, μονότονος. Ἦτο τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομάν, ἀπὸ τῶν ὑδάτων τοῦ ὁποίου εἴκοσι νερόμυλοι ὑδρεύοντο τὸ πάλαι καὶ πολλαὶ ἑκατοντάδες στρέμματα κήπων μὲ κλιμακωτὰς αἱμασιὰς ἐπιαίνοντο ἀπὸ τὸ δροσερὸν νᾶμά του. Ἐκεῖ ἀντικρύ, προέκυπτεν ἐπ᾽ ἄκρας τῆς θαλάσσης τὸ παλαιὸν φρούριον, τὸ ὁποῖον ἦτό ποτε κατοικία ἀνθρώπων, πρὶν γίνῃ γλαυκῶν φωλεὰ καὶ λάρων ὁρμητήριον. Εἰς τὸ ἀκένωτον ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Δομὰν ὠφείλετο ἡ εὐδοκίμησις πάσης φυτείας καὶ πάσης βλαστήσεως κατὰ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους χρόνους. Ἦτο ἤδη ὣς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ὅταν ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς καὶ οἱ αἰπόλοι του ἔφθασαν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομάν. Τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον ἦτο κτισμένον ὑπὸ συστάδα πελωρίων δένδρων, περιβαλλόμενον γραφικῶς ὑπ᾽ αὐτῶν, σκεπαζόμενον φιλοστόργως ἀπὸ τοὺς κλῶνάς των. Ὁ ναΐσκος ἦτο πενιχρός, ἀλλὰ διετηρεῖτο καὶ ἦτο λειτουργήσιμος. Ἦτο δὲ ἓν τῶν ὀλίγων ναϊδίων, ὅσα ἐσώζοντο ὄρθια ἀπὸ τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς. Γείτονες αὐτοῦ, χαμηλότερα πρὸς τὴν θάλασσαν, ἦσαν τὸ πάλαι, ἐντὸς τῆς κοιλάδος τῆς συνεχομένης μεταξὺ δύο ἀκτῶν, πάμπολλοι ναΐσκοι ἕως τέσσαρες δωδεκάδες. Οἱ πλεῖστοι ἦσαν σήμερον ἐρείπια. Ἡ Παναγία τοῦ Δομάν, ἁπλῆ ἀναπαράστασις τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τοῦ Βυζαντίου καὶ περιβαλλομένη ὡς μὲ στέφανον ἀπὸ τὸν ἀειθαλῆ κόσμον τῶν πελωρίων δένδρων της, ἵστατο ἀκόμη ὀρθή, κ᾽ ἐφαίνετο λέγουσα πρὸς τοὺς ἀδελφούς της, ὅσοι εἶχαν γονατίσει, καταβληθέντες ἀπὸ τὸν κάματον τῆς διὰ τόσων αἰώνων πορείας: «Παρηγορηθῆτε, σᾶς ἀντιπροσωπεύω ἐγώ!» Ἡ εὐσεβὴς τάσις τοῦ λαοῦ, ζητοῦντος, διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἐξωκκλησίων ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰς κοιλάδας, νὰ παρηγορηθῇ διὰ τὴν στέρησιν τῶν τόσων τὸ πάλαι ἱερῶν καὶ βωμῶν του, λησμονοῦντος τοὺς παλαιοὺς θεούς του χάριν τῶν νέων ἁγίων του, κατίσχυσε τῆς αὐστηροτέρας καὶ δογματικωτέρας θεωρίας, καθ᾽ ἣν ἀπηγορεύοντο εἰς τοὺς χριστιανοὺς οἱ ἀγροτικοί ναοί. Ἀκριβέστεροι δέ τινες ἑρμηνεῖς τοῦ γράμματος, ἱερομόναχοι καὶ ἀσκητικοὶ ἄνδρες, ἠρνοῦντο καὶ νὰ λειτουργῶσιν εἰς ἐξωκκλήσια. Ἀλλὰ τὸ αἴσθημα εἶναι ἀνώτερον τῆς θεωρίας, καὶ ὁ λαός, δουλεύων, τυραννούμενος, πενόμενος, ἀγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατὰ κώμας καὶ χωρία, μὴ ἔχων πόρους νὰ κτίσῃ μεγάλας καὶ λαμπρὰς ἐκκλησίας, ἔκτισε πολλὰς καὶ πενιχράς. Ὁ δὲ Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος τῶν ἐπισήμων ἐπὶ γῆς διερμηνευτῶν του, «μνημονεύων τῶν ἐπὶ γῆς διατριβῶν», καθὼς εἶπεν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐνθυμούμενος τὴν πενιχρὰν προσφορὰν τῆς χήρας, ἐδέχετο καὶ τοῦ πένητος λαοῦ του τὸν εὐσεβῆ φόρον, καθὼς ἐδέχθη ἐκείνης τὰ δύο λεπτά. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ ἐφωταγωγήθη τὸ παρεκκλήσιον, καὶ αἱ ποιμενίδες ἤναψαν πάμπολλα κηρία εἰς τὰ δύο μανουάλια, καὶ ἀνάψασαι πῦρ εἰς τὸ ὑπήνεμον, ἔξω τῆς θύρας, στήσασαι μεγάλην χύτραν, παρεσκεύαζον τὴν σούπαν. Δύο ἐξ αὐτῶν νεόνυμφοι ἐφόρεσαν τὰ κόκκινα φουστάνια των, καὶ τὰ βαβουκλιά των μὲ τὰ κεντητὰ προμάνικα καὶ τὰ τ᾽λουπάνιά των τὰ λευκά. Καὶ ὁ ἱερεύς, λαβὼν καιρόν, ἐφόρεσεν ὅλην τὴν ἱερατικήν του στολήν, καὶ ὁ υἱός του, ὁ συλλειτουργός, ἔψαλλε τὸν κανόνα. Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, πραγματοποιήσας τὸ ὄνειρόν του, τοῦ νὰ παρίσταται εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὡς ἐπίτροπος, ἐπρωτοστάτει εἰς τὸ ἄναμμα καὶ σβήσιμον τῶν κηρίων, πατῶν αὐτά, ἐνίοτε μὲ τὸ τσαρούχι του, μιμούμενος τὸν ἐξάδελφόν του τὸν Γιάννην τὸν Λαδίκαν, καὶ [ὅστις] ἵστατο δεξιόθεν εἰς τὸν χορὸν ὡς προεστὼς μὲ τόσην σοβαρότητα, ὥστε βλέπων τις αὐτὸν θὰ τὸν ἐνόμιζε ψάλτην, ἐξ ἰδιοτροπίας σιωπῶντα. Τὴν στιγμὴν δ᾽ ἐκείνην εἰσελθοῦσα εἰς τὸν ναΐσκον ἡ δωδεκαέτις κόρη του, τὸ Κουμπώ, ἱσταμένη τέως ἔξω παρὰ τὸν παραστάτην, ἐπιστατοῦσα εἰς τὸ κάχλασμα τῆς χύτρας, τοῦ λέγει εἰς τὸ οὖς: ― Ἀφέντ᾽, ἔρχουντι κόσμους. ― Ποιοὶ καὶ ποιοί; εἶπεν ἐξαφνισθεὶς ὁ Κούτρης. ―Ἔρχουντι ὁ Δημητράκης τς Κώτσινας, μαζὶ μὲ τὴ γυναῖκά τ᾽ Ἀσ᾽μηνιώ, καὶ ὁ Γιάννης τς Κ᾽στάλους κι ὁ μπαρμπα-Γιώργης… ― Ποιὸς μπάρμπας Γιώργης; ―Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽. Ὡς κεραυνὸς ἔπεσε τὸ ὄνομα τοῦτο εἰς τὴν ἀκοὴν τοῦ Γιάννη τοῦ Κούτρη. ―Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽! ἐπανέλαβε μηχανικῶς, κ᾽ ἐξηκολούθησεν, ἐρωτῶν τὴν θυγατέρα του, ὡς ἐὰν ἤξευρεν αὕτη: ― Τί, δὲν κάμανε Ἀνάστασ᾽ στοὺν Ἁι-Χαράλαμπου; Διότι ἠπόρει πῶς ἐξέπεσε πρὸς τὰ ἐδῶ, ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽. Αὐτὸς ἔκαμνεν αὐτοδικαίως τὸν προεστὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, τί νὰ συνέβη τάχα, καὶ διατί δὲν ἐπῆγεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου; Μήπως τοῦ ἀφῄρεσαν τὸ προεστ᾽λίκι ἀπ᾽ ἐκεῖ; Αὐτός, ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, διατί ἴσα-ἴσα ἔβαλε τὰ δυνατά του, ἀποφασίσας νὰ κάμῃ ἐφέτος χωριστὴν Ἀνάστασιν μὲ τοὺς γείτονάς του, εἰς τὸ κατάμερον τὸ ἰδικόν του; Διὰ ν᾽ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὸ φορτικὸν θέαμα τοῦ δευτέρου ἐξαδέλφου του, τοῦ Γιάννη Λαδίκα, εἰς τὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Κ᾽στοδουλίτσας, ἢ αὐτοῦ τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, εἰς τὸν Ἁι-Χαράλαμπον, οἵτινες ἔκαμαν καὶ οἱ δύο τὸν προεστὸν καὶ τὸν ἐπίτροπον, ἑκάτερος εἰς τὸ κατάμερόν του, ἀνάπτοντες καὶ σβήνοντες τὰ κηρία, ψιθυρίζοντες ἐπιδεικτικῶς εἰς τὸ οὖς τοῦ ἱερέως παρὰ τὴν βορείαν θύραν τοῦ ἱεροῦ βήματος, περιφέροντες ἐλευθέρως δίσκον, μὲ τὴν ἐπῳδὸν «Τὸ λάδι τῆς ἐκκλησίας, χριστιανοί!» καὶ κάμνοντες «κ᾽μάντο, σὲ οὗλα τὰ πάντα», ἐντὸς κ᾽ ἐκτὸς τοῦ ναοῦ. Καὶ τώρα, ἀφοῦ κατώρθωσε νὰ ψαλῇ ἡ Ἀνάστασις εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά, εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἀφοῦ ἀπέσπασε τόσους βοσκοὺς ἀπὸ τὰ κατάμερα τὰ ἄλλα, ἀφοῦ τοὺς ἐκουβάλησε μεσάνυχτα, ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἀναστασὰ εἰς τὴν Παναγίαν Δομάν, μὲ τὰς γυναῖκάς των, μὲ τὰ παιδιά των, μὲ τὰ κοπάδια των, μὲ τὰ κατσικάκια, βελάζοντα σπαρακτικῶς περὶ τὰς αἶγας, ἔμελλε πάλιν νὰ καταδικασθῇ νὰ ὑποστῇ τὴν πρωτοκαθεδρίαν αὐτοῦ τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὡς γεροντοτέρου, ὡς ἔχοντος τάχα δικαιώματα. Ποῖα δικαιώματα; Ἂς ἔβγαζε τὲς μπολέτες του νὰ τὲς διαβάσουν! Κ᾽ οἱ δύο, τάχα, ἂς ποῦμε, γράμματα δὲν ἤξευραν, ἀλλ᾽ ἦτον ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς ἐκεῖ, νά ᾽χουμε τὴν εὐχή του, ποὺ θὰ τὲς ἐδιάβαζε… Ἡ δουλειά του ἦτον νὰ διαβάζῃ… Ἀλλ᾽ ὄχι! δὲν παρεχώρει τὰ πρωτεῖα. Θὰ ἔκαμνε πὼς δὲν τὸν εἶδε, καὶ θὰ ἐκοίταζε, ντουγρού, πρὸς τὸ ἅγιον βῆμα, χωρὶς νὰ στραφῇ ἐπὶ στιγμὴν πρὸς δυσμάς, ὡσὰν θεοφοβούμενος ποὺ ἦτον, ν᾽ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς τὴν λειτουργίαν του. Ἦτον ἐν τῷ δικαίῳ του, εὑρίσκετο εἰς τὸ κατάμερόν του… Ἀλλ᾽ ἐνταῦθα ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἐπάγωσεν, ὁ παλμὸς ἐσταμάτησε πρὸς στιγμήν. Δὲν εὑρίσκετο εἰς τὸ κατάμερόν του! Τοὐναντίον, εἶχε πατήσει τὰ σύνορα, εἶχε μεταβῆ εἰς ξένον κατάμερον… Ἄ! κι αὐτὸς ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ποὺ ἐπέμενε μὴ θέλων νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὴν Ἁγία Ἀναστασά… Ἐκεῖ, ἀδιαφιλονικήτως, ὁ Κούτρης θὰ ἦτο εἰς τὸ κατάμερόν του. Ἀλλ᾽ ἐδῶ εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Δομὰν εὑρίσκετο ἀκριβῶς, εἰς τὸ κατάμερον τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τ᾽ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽! Τί νὰ κάμῃ; Καὶ αὐτὸς «ὁ Γιώργης τ᾽ Παναϊώτ᾽», κατάλαβες, δὲν ἦτον κανεὶς τυχαῖος, ἐξήσκει ἰσχὺν καὶ γοητείαν ἐπὶ τὸ πλῆθος τῶν αἰγοβοσκῶν καὶ τῶν ποιμένων. Καὶ ἰδού, εἰσῆλθεν ἤδη εἰς τὸ παρεκκλήσιον. Ἦτο ὑψηλός, εὔσωμος, ὡραῖος ἀνήρ, μὲ εὔγραμμον τὸ πρόσωπον καὶ μὲ κανονικοὺς χαρακτῆρας. Ἦτο ὡς ἑξῆντα ἐτῶν, ἀλλὰ μόλις ἤρχιζαν, εἰς τὴν πλουσίαν μέλαιναν κόμην του, τρίχες τινὲς νὰ λευκάζωσιν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ. Εἶχε φθάσει τὴν πρώτην ἐν ἀρχῇ τοῦ αἰῶνος ἐξέγερσιν, τὴν τοῦ 1808. Εἶχεν ὁμιλήσει μὲ τὸν Σταθᾶν, εἶχε προσφέρει μὲ τὰς ἰδίας του χεῖρας κοκορέτσι εἰς τὸν Βλαχάβαν, εἶχε στρατευθῆ ὑπὸ τὸν Νικοτσάραν. Καὶ ὅλον τὸ ἦθός του, ἡ ὄψις του, οἱ τρόποι του, αἱ κινήσεις του, καὶ τώρα ἀκόμη μετὰ σαράντα ἔτη, καθ᾽ ἣν στιγμὴν εἰσήρχετο εἰς τὸν ναΐσκον ἐφαίνετο ὅτι ἦτο εἰς νεύματα καὶ χειρονομίας μετάφρασις ἢ μιμικὴ παράστασις τοῦ παλαιοῦ διστίχου: {{block center|<poem style="font-style:italic"> Στὸ Σκιάθο καὶ στὸ Σκόπελο ποτὲ κατὴς δὲν κρένει, γιατὶ εἶν᾽ λημέρι τοῦ Σταθᾶ, βίγλα τοῦ Νικοτσάρα. </poem>}} Ὁ Κούτρης, αἰσθανθεὶς αὐτὸν ὅτι εἰσήρχετο, διιδὼν τὸν διακαμόν του εἰσερχόμενον εἰς τὸν ναΐσκον, μὲ ὅλην τὴν ἀπόφασιν ἣν εἶχε νὰ μὴ στραφῇ νὰ τὸν ἴδῃ, ἔστρεψεν ἀκουσίως τὴν κεφαλήν, καὶ τὰ βλέμματά των συνηντήθησαν. Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, ἀφοῦ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας, ἦλθε κ᾽ ἐστάθη ὄπισθεν τοῦ Κούτρη, ὅστις δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ προσποιηθῇ ὅτι δὲν τὸν εἶδεν. Ἄλλως ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ δὲν τοῦ ἔδωσε καιρὸν νὰ σκεφθῇ, διότι κύψας εἰς τὸ οὖς του ἤρχισε μὲ πονηρὸν μειδίαμα νὰ τοῦ λέγῃ: ― Μ᾽ πῆρις ἀπ᾽ τοὺ κατάμερου τοὺ Γιώργη τοὺν Τρυουλόου, μ᾽ πῆρις κὶ τς Μιχουγιανναῖοι, πατέρα κὶ γυιό, μ᾽ πῆρις κὶ τς τέσσιρις Μαυρουδ᾽μαῖοι, κὶ ἀπουμείναμι λιουστοὶ στοὺν ἁι-Χαράλαμπου. Ἱ παπὰς ἱ ἁιχαραλαμπίτ᾽ς λείπ᾽, ξέρ᾽ς, εἶναι στοὺν Κουτσκιᾶ μέσα, στὰ χουριά. Ἱ παπὰς ἀπ᾽ μ Παναϊά, κάτου στὴ χώρα, δὲ θέλησε νὰ ᾽ρθῇ, γιατ᾽ εἴμαστι λίοι, κὶ δὲ μαζουνώμαστι πουλλοί, γιὰ νὰ βγάλῃ τοὺν κόπου τ᾽, ἂς ποῦμε. Ἱ παπὰς ἀπ᾽ τοὺν Ἁι-Γιάννη τς Τρεῖς Ἱεράρχοι, ἱ ἄλλους, εἶναι φημέριους, γιατὶ τοὺν παπ᾽ Ἀγγιλή, πού ᾽ταν ἀπ᾽ ὄξου, μᾶς τούνε πῆρις. Κουντέψαμι ν᾽ ἀπουμείνουμι ἀλειτρούητοι, τέτοια μέρα, γιατὶ δὲ ξέραμι σὲ ποιὰ ἐκκλησὰ θελὰ-πᾶτι ν᾽ ἀναστήσιτι. Τότις κ᾽ ἐγὼ εἶπα, ἂς σ᾽κουθῶ νὰ πάου πίσου, ζ᾽ Κιχριά, μπέλες κὶ τς βρῶ π᾽θινά, σὶ κανένα ξουκκλήσ᾽, κὶ πιρνώντας ἀπ᾽ ν Δουμάν, σὰ ξαγναντήσου τοὺ Κάστρου, θὲ καταλάβου, μαθέ, σὰ διῶ π᾽θινὰ φέξου ἀνισῶς κ᾽ εἶναι σὶ κανένα ρημουκκλήσ᾽ τ᾽ Καστριοῦ κι ἀνασταίνουνε. Μὰ δὲν τό ᾽λπιζα, ἀλήθεια, πὼς θελὰ-ρθῆτε σ᾽ Δουμάν, μὲς στοὺ κατάμερό μ! Ἐκ τῆς ἐξηγήσεως ταύτης ἐνόησεν, ὀλίγον ἀργά, ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὅτι μὲ ὅλα τὰ σχέδιά του καὶ τὰς ἐνεργείας του, ὅσον μακρύτερα ἔφευγε τὸν Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽ καὶ τὴν προεστοσύνην του, τόσον σιμότερα ἐπήγαινε καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸ κατάμερόν του. Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ φεύγῃ τις, πρέπει καὶ νὰ μὴ καταδιώκεται, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἠξεύρῃ πρὸς ποῖον μέρος νὰ κατευθυνθῇ. Δὲν εἶχεν ἢ νὰ τοῦ παραχωρήσῃ τὰ πρωτεῖα, κ᾽ ἐκεῖνος ἄλλως τοῦ τὰ ἐπῆρε, πρὶν οὗτος τοῦ τὰ παραχωρήσῃ. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Περὶ τὸ λυκαυγές, ἔληξεν ἡ λειτουργία, καὶ ὁ οὐρανὸς πορφυρίζων ἐκεῖ πρὸς ἀνατολὰς ἔσμιγε μὲ τὴν θάλασσαν κυανῆν ἁπλουμένην κάτω, ἡ δὲ σελήνη ὠχρίασε καὶ τὰ ὀλίγα ἄστρα ἀνὰ ἓν ἔσβηναν τρέμοντα εἰς τὸν αἰθέρα. Καὶ ἡ Ἠὼς ἀνέτειλε μὲ ὅλην τὴν πορφυρᾶν αἴγλην καλλωπίζουσα μὲ γλυκὺ ἐρύθημα βουνά, κοιλάδας καὶ δάση. Ἐφάνη δὲ τότε, ἀποβαλοῦσα τὴν μυστηριώδη τῆς νυκτὸς περιβολήν, ἐν ὅλῃ τῇ καλλονῇ της, ἡ μαγευτικὴ θέσις τῆς Παναγίας Δομάν. Δεξιὰ τὸ ὑψηλόν, βραχῶδες καὶ τεμνόμενον ἀπὸ εὐθαλεῖς χαράδρας βουνόν, τὸ ἀπολῆγον εἰς τὴν κρημνώδη ἀκτὴν τοῦ Κουρούπη. Ἀριστερὰ λόφοι, κοιλάδες, καὶ δάση γραφικῶς ἐναλλάσσονται εἰς τὸ βλέμμα. Ἀντικρὺ ὁ γυμνὸς καὶ ἄγριον μεγαλεῖον ἀποπνέων βράχος τοῦ Κάστρου, μὲ τὰ δύο πρὸ αὐτοῦ πετρώδη νησίδια, καὶ πέραν πέλαγος ἀχανές, φωσφορίζον εἰς τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ὑποφώσκοντος ἡλίου· καὶ εἰς τὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντος, πρὸς βορρᾶν ἡ Χαλκιδικὴ μὲ τοὺς τρεῖς λαιμούς της, ὑπὲρ οὓς ἐξέχει ὡς βαθμὶς κεραυνωθείσης τιτανείου κλίμακος πρὸς ἀνάβασιν εἰς τὸν οὐρανόν, ὁ λευκόφαιος κῶνος τοῦ Ἄθω μὲ τὴν κορυφὴν εἰς τὰ σύννεφα· πρὸς δυσμὰς τὸ Πήλιον μὲ τὰς ἀναριθμήτους κοιλάδας του καὶ μὲ τὴν θεσπεσίαν του βλάστην, καὶ πέραν αὐτοῦ ἡ κορυφὴ τοῦ Κισσάβου, ὡς κεφαλὴ ἐμπηγμένη ἐπὶ κορμοῦ ξένου. Καὶ τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας Δομὰν δὲν κατεφέρετο πλέον ὡς πρὶν μετὰ βαθέος παφλασμοῦ εἰς τὴν βραχώδη κοιλάδα, ἀλλ᾽ ἅμα τῇ ἀνατολῇ τῆς ἡμέρας τὸ νερὸν ἔρρεε μορμυρίζον, μαλακῶς κυλιόμενον ἐπάνω εἰς τὰ βρύα καὶ εἰς τὰ ἀγριοσέλινα, διότι ἐξύπνησαν τῆς ἡμέρας οἱ πολλοὶ καὶ προσφιλεῖς κρότοι. Τέλος ἐφάνη τοῦ ἡλίου ἡ πρώτη ἀκτίς, καὶ ἀνέθορεν ἀπὸ τῆς θαλάσσης μία πυρίνη παμφαὴς γραμμὴ τοῦ πανεκλάμπρου φωστῆρος. Καὶ τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἠκούσθη πρώτη μεγάλη κ᾽ ἐπιβλητικὴ φωνή, ὁ κλαγγασμὸς τοῦ ἀετοῦ, χαιρετίσαντος τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν, ἀπὸ τῆς ἀφθάστου καὶ ἀπατήτου ἐπὶ τῶν ἀπορρώγων βράχων καλιᾶς του. Καὶ δευτέρα χαιρετιστήριος φωνὴ ἠκούσθη †ὁ κακκαβισμὸς τοῦ ἱέρακος,† ὁ κρωγμὸς τοῦ ἱέρακος ἐπάνω εἰς τὸ βουνόν, εἰς μίαν ὑψηλὴν χαράδραν τοῦ ἰλιγγιώδους βουνοῦ τοῦ Κουρούπη, ἐκεῖ ἐπάνω. Καὶ τρίτη φωνὴ κλιμακηδὸν ἐχαιρέτισε τὸ παμφαὲς ἄστρον τῆς ἡμέρας, ὁ τιτυβισμὸς τῆς πέρδικος καὶ τῆς τρυγόνος εἰς τὸ μεσοϋψὲς τῆς κοιλάδος. Καὶ τελευταία ἀμέσως ἐχαιρέτισε διὰ τοῦ μινυρισμοῦ της τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ἡ γλυκεῖα χελιδών, ἡ ἐπανευροῦσα κ᾽ ἐφέτος τὴν φωλεάν της ἄθικτον εἰς τὰ ἱερὰ σκηνώματα, εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, ὡς καὶ εἰς τὰ καλύβια τῶν χωρικῶν, καὶ εἰς τὰς οἰκίας τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν τῆς πόλεως. Καὶ ἀκροτελεύτιοι δειλοὶ μινυρισμοὶ ἠκούσθησαν τῶν μικρῶν στρουθίων ἐπὶ τῶν θάμνων, ὧν τὸ ἕν, μόλις ὑποψελλίζον, ἵστατο ἀποφασιστικῶς προσκολλημένον μὲ τοὺς λεπτοὺς πόδας του ἐπὶ τοῦ κλαδίου, ἐνῷ τὸ ἄλλο, ψάλλον πρὸς αὐτὸ τὸν ἔρωτά του, ἐπέτα ὁλόγυρά του, ἵστατο πρὸς στιγμὴν ἐπὶ τοῦ κλαδίου, ὥρμα πρὸς αὐτό, τὸ ἐφίλει, τὸ παρεκάλει, κελαδοῦν, ἐκλιπαροῦν καὶ πάλιν κελαδοῦν. Τότε καὶ τὰ κατσικάκια, αἰσθανθέντα τὸ θάλπος τῆς ἡμέρας, ἤρχισαν τὰ σκιρτήματά των, εὐφραινόμενα εἰς τὴν ἐπαφὴν τοῦ χόρτου, προσπαίζοντα περὶ τὰς μητέρας των, ὑποβάλλοντα τὸ μικκύλον ρύγχος εἰς τὸν μαστόν ― καὶ δὲν ἤξευρον, ὅτι ἡ λεπὶς τοῦ σφαγέως ἔστιλβε καὶ αὐτὴ πρὸς τὸν ἀνατέλλοντα ἥλιον… {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἐκεῖ, ὑπὸ τὰ ὑψηλὰ δένδρα τῶν ὁποίων οἱ κλῶνοι, μὲ βόμβυκας καὶ μὲ θυσάνους τριχοειδῶν φύλλων κοσμούμενοι, ἐσείοντο ὑπὸ τῆς πρωινῆς αὔρας, ἄνω τοῦ ρεύματος, τοῦ κυλίοντος μετὰ ψιθύρου τὸ διαυγὲς νᾶμά του κάτω εἰς τὴν κοιλάδα, ἐκάθισαν ἡδονικῶς ὅλοι οἱ βοσκοὶ μὲ τὰς ποιμενίδας καὶ τὰς βοσκοπούλας των, στρώσαντες ἀφθόνους πτέρεις καὶ παχείας φυλλάδας, καὶ ἤρχισαν νὰ διαμελίζωσι τὰ εὐωδιάζοντα ἐπὶ τῆς σούβλας ἀρνία καὶ τὰ ἐρίφια. Ἔφαγον καὶ ηὐφράνθησαν ὅλοι καὶ ἀφοῦ ὁ 〈παπ᾽〉 Ἀγγελὴς εὐλόγησεν, ὡς ἔδει, τὴν φλάσκαν, τὴν μετεβίβασε, μεγάλην, ὑπόχλωρον ἀκόμη, δι᾽ ἐρυθρᾶς δερματίνης λωρίδος κρατουμένην, κλώζουσαν καὶ φυσῶσαν ἀκαταλήπτους ἤχους ἔνδοθεν, εἰς χεῖρας τοῦ ἐκ δεξιῶν του καθημένου προεστῶτος τῆς ὁμάδος, τοῦ Γιώργη τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὅστις ἐγερθεὶς προσηγόρευσε διὰ μακρῶν τὴν ὁμήγυριν: ― Κ᾽στὸς ἀνέστ᾽, βρὲ παιδιά! Ἀληθ᾽νὸς οὑ Κύριους! Ζῇ κὶ βασιλεύει! ― Γειά μας! καλὴ γειά! διάφουρου! καλὴ καρδιά! καλὴ γερουσύνη, ὅλοι μας! Χρόνους πολλούς! Κὶ τ᾽ χρόν νά ᾽μαστι καλά. Καλὴ χρονιά σας! Πολλὰ τὰ ἔτ᾽! Παπά μ᾽! νὰ χαίρισι τὸ πετραχήλι σ᾽! Εἶτα, στραφεὶς πρὸς τὸν Κούτρην: ― Γιάννη, πάντα καλῶς νὰ σᾶς βρίσκου. Ἴσως ἡ φράσις αὕτη ἦτο ὑπαινιγμὸς πρὸς τὰ προηγούμενα συμβάντα. Ἀλλ᾽ ὁ Κούτρης ἀπήντησε μεθ᾽ ἑτοιμότητος: ― Κὶ πάντα καλῶς νά ᾽ρχισι, μπαρμπα-Γιώργη! Ὁ παπ᾽ Ἀγγελὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ γελάσῃ, καὶ οἱ ἄλλοι τὸν ἐμιμήθησαν. Ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ μετεβίβασε τὴν φλάσκαν εἰς τὸν ἀντικρύ του καθήμενον, τὸν Κούτρην, καὶ οὗτος ἔπιε χαιρετίσας διὰ βραχέων. Μετὰ τὴν τρίτην δὲ περίοδον τῆς φλάσκας, οὐδεμίαν πλέον ᾐσθάνετο ἀντιπάθειαν πρὸς τὸν Γιώργην, ἀλλ᾽ ἠδελφώθησαν ὅλοι των. Καὶ ὁ Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, εἰς ὃν αἱ πολεμικαὶ ἀναμνήσεις ἐπανήρχοντο ἐναργέστεραι μετὰ τὸ γεῦμα, ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὴν ὁμήγυριν τὸν ἡρωικὸν θάνατον τοῦ Νικοτσάρα. «Τρία καράβια ἤτανε στὰ νερὰ τῆς Κασσάνδρας μὲ τὰ φουσᾶτα τοῦ Νικοτσάρα καὶ τοῦ Σταθᾶ. Τοῦ Σταθᾶ τὸ καράβι ἦτον ὁλόμαυρο, μαῦρες οἱ πάντες, μαῦρα τὰ ξάρτια, μαῦρα τὰ πανιά, τὸ εἶχε τάξιμο, νὰ μὴν τ᾽ ἀσπρίσῃ, πρὶν ἐμβῇ νικητὴς μέσα στὴ Σαλονίκη. Ὅλη μέρα ἦταν μπονάτσα καραντί, τὰ τρία καράβια δὲν μποροῦσαν οὔτε μπρὸς νὰ πᾶν, οὔτε πίσου νὰ γυρίσουν γιὰ ν᾽ ἀράξουνε. Ἡ ἀρμάδα ἡ τούρκικη ηὗρε τὸ ρέμα τῆς θάλασσας, καὶ τὸ ρέμα-ρέμα, δῶ τοὺς εἶχε, κεῖ τοὺς εἶχε, τοὺς ἔφτασε ἀπ᾽ τὸ πλάι. Ὣς τόσο οἱ καπεταναῖοι οἱ δυό τους ἀντρειώθησαν. Ἦταν παλληκάρια, ποὺ δὲν πιστεύω νὰ ἐστάθησαν ἄλλοι, τοὺς ἐγνώρισα ἐγὼ πολὺ καλά. Ὁ καπετὰν Σταθᾶς μοῦ ἐχάρισε ἕνα μαμὲ κεχριμπαρένιο νὰ φουμάρω τὸ τσιμπ᾽κάκι μου, γιὰ νὰ τὸν θυμῶμαι καμμιὰ φορά, κι ὁ καπετὰν Νικοτσάρας, μιὰ φορὰ ποὺ τοῦ ἔδωκα κοκορέτσι, μὲ τὰ ἴδια μου τὰ χέρια φτιασμένο, τοῦ ἄρεσε τόσο, ποὺ πολλοὺς μῆνες ὕστερα ὅπου μ᾽ εὕρισκε, μὄλεγε: “Τί ἔχουμε, ὠρὲ Γιώργη, δὲν ἔχεις τίποτε κοκορέτσι;” “Ὄρεξη νά ᾽χῃς, καπετάνε μου, τὄλεγα ἐγώ· θέλεις νὰ σοῦ φτιάσω;” Καὶ τρεῖς φορές, ἐθυσίασα τρία πρόβατα, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τοῦ φτιάσω κοκορέτσι. Ὕστερα, σὰν ἐβγήκανε νὰ πᾶνε κατὰ τὴν Κασσάνδρα, οἱ ἄλλοι σύντροφοί τους, γιατὶ ἤτανε πολλὰ καράβια, μ᾽ ἑφτὰ καπεταναίους πολεμάρχους, ἔλειπαν, εἶχαν μιλημένα νὰ πᾶν ὕστερα νὰ τοὺς βροῦνε. Καὶ τὴν ἡμέρα ποὺ τοὺς ἔφτασε ἡ ἀρμάδα μὲ τὸ τούρκικο τ᾽ ἀσκέρι ἦταν μοναχοὶ ὁ Νικοτσάρας κι ὁ Σταθᾶς. Καὶ σὰν τοὺς ἔρριξαν οἱ Τοῦρκοι τρεῖς κανονιές, ἄναψε τὸ τουφέκι, κι ἄρχισε τὸ τόπι νὰ δουλεύῃ, τὸ καράβι τοῦ Νικοτσάρα ἐπιάστηκε μὲ τὴν τούρκικη φεργάδα ξάρτια μὲ ξάρτια, σὰν δυὸ κακὲς γειτόνισσες ποὺ μαλώνουν, καὶ πιάνονται μαλλιὰ μὲ μαλλιά. Μὰ ὁ Νικοτσάρας μὲ τὸν μπαλτὰ τοῦ ἔσπασε τοὺς γάντζους κ᾽ ἔκοψε τὰ μπαστούνια τοῦ Τούρκου, κ᾽ ἐγλύτωσε τὸ καράβι του ἀπ᾽ τὰ δόντια τοῦ θεριοῦ. Μὰ τὴν τελευταία στιγμή, ἐκεῖ ποὺ νικοῦσαν οἱ δικοί μας, καὶ τὸ μπουλούκι τὸ ρωμαίικο ἐφώναξε βρίζοντας τὴν πίστη τῶν Τούρκων, ἕνα βόλι τοῦ ἦρθε τοῦ Νικοτσάρα, κ᾽ ἐχώθηκε στὴν κοιλιά του, καὶ τὸν ἐλάβωσε βαθιά. Μὰ τὸ παλληκάρι τὸ καλό, εἶναι παλληκάρι καὶ στὸ θάνατό του. “Μ᾽ ἔφαγαν τὰ σκυλιά”, εἶπε μιά, καὶ σφίγγοντας τὰ δόντια, βαστώντας μὲ τὸ χέρι τὰ σωθικά του, ποὺ ἐχυνόντανε ἀπ᾽ τὴν κοιλιά, βαστώντας μὲ τὰ δόντια τὴν ψυχή του, ποὺ τοῦ ἔφευγε ἀπ᾽ τὸ στόμα, ἐπρόφτασε κ᾽ εἶπε: “Συντρόφια! πιάστε με καὶ καθίστε με ἀπάνω ἐκεῖ στὰ σκοινιά, κι ἀκουμπῆστέ με ἀπάνω στὸ κατάρτι… γιὰ νὰ μὴν τὸ καταλάβουν τὰ σκυλιὰ πὼς μὲ σκότωσαν καὶ πάρουν θάρρος… γιὰ νὰ μὴν τὸ μάθουν κ᾽ οἱ δικοί μας καὶ δειλιάσουνε”. Καθὼς τοὺς εἶπε, τὸ κάμανε, καὶ τὸν ἀκούμπησαν μισαποθαμένον στὸ κατάρτι… κ᾽ οἱ Τοῦρκοι βλέποντας ἀπ᾽ ἀντίκρυ, ἐτρόμαζαν κ᾽ ἐλέγανε: “Τσάρας ρεΐζ! Τσάρας ρεΐζ!” Ὁ καπετάνιος ὁ Τσάρας! ὁ καπετάνιος ὁ Τσάρας! Κ᾽ οἱ δικοί μας, ἀπ᾽ τ᾽ ἄλλα τὰ καράβια, δὲν τὸ πῆραν μυρουδιὰ κ᾽ ἐστάθησαν ἀνδρειωμένοι, κ᾽ ἔδιωξαν τὴν τούρκικη ἀρμάδα. Κι ὅταν ἡ ἀρμάδα ἔγινε ἄφαντη, τότε τὸ ἔμαθαν, κ᾽ ἐγύρισαν πίσου στὸ νησί μας, γιὰ νὰ θάψουν τὸ Νικοτσάρα, ποὺ πέθανε κρατώντας μὲ τὰ χέρια τ᾽ ἄντερά του γιὰ νὰ μὴ χυθοῦν, μὲ τὰ δόντια τὴν ψυχή του γιὰ νὰ μὴ φύγῃ. Κ᾽ ἦρθαν καὶ τὸν ἔθαψαν, κάτου στὸ Λεχούνι κοντὰ στὴν ἄμμο, στὸ γιαλό, καὶ τότες τοῦ βγάλανε καὶ τραγούδι: {{block center|<poem style="font-style:italic"> … Κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ φοβέριζε καὶ ὅλοι τὸν ἐτρέμαν, ἐπῆγαν καὶ τὸν θάψανε στοῦ Λεχουνιοῦ τὸ ρέμα.» </poem>}} Τοιαῦτα τινά, ἀλλὰ μὲ πολλὰς τροπὰς φωνηέντων καὶ συγκοπὰς συλλαβῶν διηγήθη, ὡς εἶχεν ἐξ ἀκοῆς, ὁ μπαρμπα-Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽ καὶ μετὰ βαθέος στεναγμοῦ κατέστρεψε τὸν λόγον. Καὶ οἱ αἰπόλοι τὸν ἤκουον μετὰ θαυμασμοῦ, καὶ ὁ παπ᾽ Ἀγγελής, ἀκούων μετὰ συντόνου προσοχῆς, ᾐσθάνθη δάκρυ ὑγραῖνον τὴν παρειάν του. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἀλλ᾽ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης, ὡς διὰ νὰ παρηγορήσῃ τὸν μπαρμπα-Γιώργην, καθ᾽ οὗ δὲν ἐμνησικάκει πλέον, διότι τοῦ ἐπῆρε τὰ πρωτεῖα, ἠγέρθη καὶ λύσας τὸ ὀνάριόν του, τὸ ὁποῖον ἔβοσκεν ἡσύχως εἰς τὸ λιβάδιον, ἤρχισε νὰ κάμνῃ κάτι παιγνίδια ἰδικά του. Συγχρόνως δὲ ὁ υἱός του ὁ Θοδωρής, δεκαπεντούτης, ὡς διὰ νὰ συνοδεύσῃ μὲ μουσικὴν τοὺς ἀγῶνας τοῦ πατρός του, ἔλαβε τὸ σουραύλι του, καὶ ἤρχισε νὰ συρίζῃ ἁπλοῦν καὶ μονότονον ἦχον. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης εἶχεν ἀναβῆ ἐπὶ τοῦ ὄνου ὑποβαλὼν σάγισμα ἀντὶ σέλλας καὶ βαίνων ἀργά, δῆθεν μετὰ σοβαρότητος, ἐπέβαλλεν εἰς τὸ ζῷον νὰ κάμνῃ κάτι βηματισμούς, κατὰ μίμησιν καὶ παρῳδίαν τῶν πολεμικῶν ἵππων. Καὶ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης πότε ἵστατο γονατιστὸς ἐπὶ τοῦ σαγίσματος, πότε ὑπτιάζετο ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ ζῴου, πότε ἐκρατεῖτο ἐκ τῆς χαίτης μὲ τὸν ἕνα πόδα ἐπάνω, μὲ τὸν ἄλλον κάτω εἰς τὴν γῆν, πότε ἐχάνετο ὑπὸ τὴν κοιλίαν τοῦ ζῴου, πότε ἔπιπτε ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι γονάτων μεταξὺ τῶν τεσσάρων ποδῶν τοῦ ὄνου, κ᾽ ἐνῷ ἔλεγες ὅτι τώρα ἔπεσε, καὶ ὅτι ὁ ὄνος θὰ τὸν πατήσῃ, αἴφνης, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ, εὑρίσκετο πάλιν ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ ζῴου. Τοιούτους τινὰς μιμικοὺς ἀγῶνας ἤξευρε νὰ ἐκτελῇ ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης. Τίποτε περισσότερον δὲν ἐχρειάζετο διὰ νὰ καγχάζῃ ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐν εὐθυμίᾳ ἡ ὁμήγυρις ὅλη. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Τέλος ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἀφῆκε τὸν ὄνον του ἥσυχον, καὶ ὁ μπαρμπα-Γιώργης τ᾽ Παναγιώτ᾽, ὡς διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν μιμικόν, ἐξέφερε πρὸς αὐτὸν ἰδίως ἀποτεινόμενος, πρὸς ἐπισφράγισιν τοῦ συμποσίου, τὴν τελευταίαν τῆς ἡμέρας πρόποσίν του, ἥτις ἤχησεν ὑπόκωφος, ὡς νὰ ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν πάτον τῆς φλάσκας, 〈ἥτις ἤρχισε〉 πλέον νὰ κλώζῃ καὶ νὰ φυσᾷ. ― Κὶ τ᾽ χρόν᾽ μὶ τοὺ καλὸ νὰ σᾶς βρῶ! Ὁ Γιάννης ὁ Κούτρης ἀπήντησε: ― Καλῶς νὰ ᾽ρθῇς, μπαρμπα-Γιώργη μ᾽! (1892) [[Κατηγορία:Διηγήματα]] 5rpgvjsik04jgl2hwo2oimduy83mhm5 Η Βλαχοπούλα 0 52846 167239 2026-08-15T16:00:53Z Nikos1nikos1 15046 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα | τίτλος = Ἡ Βλαχοπούλα | υπότιτλος = | συγγραφέας = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = 1892 }} ― Θὰ πανδρευθῆτε, παιδιά, ἢ... 167239 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Ἡ Βλαχοπούλα | υπότιτλος = | συγγραφέας = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = 1892 }} ― Θὰ πανδρευθῆτε, παιδιά, ἢ νὰ πανδρευτῶ; Τοιαύτην τινὰ νουθεσίαν μετ᾽ ἀπειλῆς ἀπηύθυνεν ἐπανειλημμένως εἰς τοὺς δύο υἱούς του ὁ γερο-Σαράντος, πάρεδρος τοῦ ὡραίου καὶ μαγευτικοῦ χωρίου, γέρων ἑξηνταπέντε ἐτῶν, μὲ κόκκινα μάγουλα καὶ μὲ σιδηρᾶν ὑγείαν. Καὶ ἦτο ἱκανός, ἂν δὲν τὸν ἤκουαν, νὰ τὸ κάμῃ. Εἰς τὰς χωρικὰς οἰκίας, βλέπεις, ἡ γυνὴ δὲν χρησιμεύει μόνον ὡς γυνή, ὡς οἰκοκυρὰ καὶ ὡς μήτηρ, ἀλλ᾽ ὁ προορισμός της εὐρύνεται ὅσον εἶναι εὐρὺς ὁ ὁρίζων τοῦ δροσεροῦ χωρίου, κειμένου εἰς τὸ κέντρον γοητευτικοῦ ὀροπεδίου ἀνάμεσα εἰς τέσσαρας ἐξεχούσας ράχεις, ὅπου εὐωδιάζει ὁ θύμος, ἡ φασκομηλιὰ καὶ τὸ ὕσσωπον, καὶ ὅπου τὰ πεῦκα, ὡς χειροκρατούμενα παιδία, σείονται ὅλα ὁμοῦ μὲ μίαν ὁμοιόμορφον κίνησιν ἀπὸ τὴν αὐτὴν ριπὴν τοῦ βορρᾶ, τοῦ καταφερομένου ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς ἐπιβλητικῆς Πεντέλης. Ἐκεῖ ἡ γυνὴ τρέχει κατόπιν τοῦ ἀνδρὸς εἰς τὸ χωράφι, τὸν βοηθεῖ εἰς ὅλας τὰς ἐργασίας, μὲ τὴν ἀριστερὰν κρατοῦσα εἰς τὴν ἀγκάλην τὸ τελευταῖόν της τρίμηνον νεογνόν, μὲ τὴν δεξιὰν συλλέγουσα χόρτα διὰ τὴν προβατίναν ἢ λάχανα διὰ τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνον, καὶ πολλάκις ἀποκοιμίζουσα τὸ βρέφος ἐπὶ τῆς χλόης, ὑπὸ τὴν ἀμυγδαλέαν ἀνθοῦσαν ἢ ὑπὸ τὴν μηλέαν φυλλορροοῦσαν, ἀσχολεῖται αὐτὴ νὰ βοτανίζῃ, νὰ σκαλίζῃ ἢ καὶ νὰ σκάπτῃ ἐνίοτε. Χωρικὴ δὲ οἰκία χωρὶς γυναῖκα θὰ ἦτο ὡς ἐρημία χωρὶς ὄασιν. Ἤκουαν τὴν νουθεσίαν τοῦ γέροντος ὁ Στάμος καὶ ὁ Ζῆσος, οἱ δύο ἀδελφοί, καὶ δὲν ἐπίστευον ὅτι ἦτο ἱκανὸς νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἀπειλήν του, καὶ ἀνέβαλλον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν περὶ γάμου σκέψιν. Ἀλλ᾽ ὁ Ζῆσος, ὁ νεώτερος, ἐκλήθη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατόν, ὁ δὲ Στάμος, μένων εἰς τὸ χωρίον καὶ γεωργῶν, ὑπέσχετο εἰς τὸν πατέρα του ὅτι, ἅμα ἀφεθῇ ὁ Ζῆσος καὶ ἐπιστρέψῃ, τότε αὐτὸς θὰ ὑπανδρευθῇ. Ἀλλ᾽ ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ Ζήσου ἡ μοναξία τῆς οἰκίας ἐφαίνετο μεγαλυτέρα καὶ ἡ ἀνάγκη βοηθοῦ ἦτο μᾶλλον ἐπαισθητή. Κατὰ δὲ τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα, ὅτε λαβὼν ἄδειαν ἀπουσίας ὁ Ζῆσος, ἦλθε νὰ τοὺς ἰδῇ, παραδόξως ὁ γέρων εἶχε παύσει νὰ ὁμιλῇ περὶ γάμου εἰς τὸν Στάμον. Ὁ Στάμος εἰκοσιτετραέτης, ἦτο ὑψηλός, εὐτραφής, ἀφρόξανθος τὴν τρίχα, ἥσυχος, ἀπονήρευτος, μὲ ἀόριστον βλέμμα καὶ μὲ ἄχρουν τοῦ προσώπου τὴν ἔκφρασιν. Ὁ Ζῆσος εἰκοσιδιέτης, ἦτο ὀλίγον τι βραχύτερος τὸ ἀνάστημα, λιγνός, μὲ καστανὴν κόμην, πονηρὸς τὸ βλέμμα, γοργὸς κ᾽ εὐκίνητος. Τὴν ἑσπέραν τῆς Μεγάλης Πέμπτης, τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ Ζήσου ἐλθόντος ἐπ᾽ ἀδείᾳ, εἶχον καθίσει περὶ τὴν τράπεζάν των, σταυροπόδι κ᾽ οἱ τρεῖς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς καλύβης, τοῦ ἀμαυροῦ καὶ μὴ ἐπιχρισθέντος πλέον μὲ ἀσβέστην ἀπὸ τοῦ θανάτου τῆς γρια-Σαράνταινας (ἦτον καλὴ νοικοκυρὰ καὶ προκομμένη πολύ, ἡ μακαρίτισσα, Θεὸς σχωρέσ᾽ την!) καὶ συνωμίλουν περὶ τῶν ἀγρῶν των, περὶ τῶν τελευταίων βροχῶν, προμηνυουσῶν εὐφορίαν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Αἴφνης εἰσέρχεται ἡ γραῖα Σιδερή, χωρικὴ χήρα, μὲ δύο υἱοὺς ἐγγάμους, οἵτινες τὴν εἶχαν ἀφήσει εἰς τὴν τύχην της, καὶ μὲ κόρην ἄγαμον, καὶ καλησπερίζει τοὺς τρεῖς ἄνδρας. Ὁ γέρων πάρεδρος τῆς ἔδειξε σκαμνίον νὰ καθίσῃ, καὶ ἡ γραῖα, ἑξηκοντοῦτις, εὔρωστος, μὲ κολπούμενα στήθη, διατηροῦσα ἴχνη καλλονῆς, ἤρχισε, θαρρετή, νὰ ὁμιλῇ ἑλληνοαλβανιστὶ πρὸς τὸν μπαρμπα-Σαράντην. Ἡ Φλώρα της, ἔχει μείνει ὀρφανὴ εἰς ἡλικίαν ὀκτὼ ἐτῶν, καὶ ὁ μεγάλος ὁ γυιός της, διὰ νὰ τὴν ξεφορτωθῇ, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν μητέρα του, τὴν ἔδωκεν ὡς ψυχοπαίδαν, τάχα, πράγματι ὡς δούλαν εἰς ἕνα σπίτι, μέσα εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐκεῖ ἐπολιτίσθη καὶ ἄλλαξε τὴν φορεσιά της (ντήοϊ φορεσὲς) κ᾽ ἐξέχασε νὰ ὁμιλῇ ἀλμπιρίστι κ᾽ ἔμαθε νὰ ὁμιλῇ σκληρίστι. Εἰς τὰ χέρια ἐκείνης τῆς οἰκογενείας, ἐμεγάλωσε, κ᾽ ἔγινε δεκαεπτὰ χρονῶν, καὶ τότε ἀπέθανεν ἡ κυρά της. Σὰν ἀπέθανεν ἡ κυρά της, καὶ εἶχε μεγαλώσει κι αὐτή, δὲν ἠμποροῦσε «νὰ κάμῃ χωριὸ» μὲ τὸν ἀφέντη της, γιατὶ δὲν ἦτον, ἂν καὶ μὲ κατάλαβες, ἀπὸ ᾽κεῖνες ποὺ ξέρεις (ἀγιὸ σ᾽ ἴστεν νκάτο τσεντή) κ᾽ ἔτσι ἕνα πρωί, σηκώνεται καὶ παίρνει τὰ ρουχαλάκια της, καὶ φεύγει. Τῆς εἶπαν νὰ πάῃ σ᾽ ἕνα ἄλλο σπίτι τίμιο, νὰ ὑπηρετῇ, μὰ αὐτὴ δὲν ἔστρεξε, κ᾽ ἔβαλε τὰ πράματά της μέσα εἰς τὸ πρῶτο κάρο, ποὺ ἔφευγε γιὰ τὰ Μεσόγεια, ἐμβῆκε κι αὐτὴ μέσα, κ᾽ ἐπῆγε στὸ Χαλάνδρι, ποὺ ἦτον πανδρεμένος ὁ μικρότερος ἀδελφός της, ὁ ἄλλος, ὄχι ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἔβαλε ψυχοπαίδα στ᾽ Ἀθηναίικο σπίτι. Γιατὶ πρῶτα, ὅσο ἦτον ἀνύπανδρος ὁ δεύτερος ὁ γυιός της, τὰ εἶχαν κ᾽ οἱ δύο ἀμοίραστα, τὰ †πατροδικά† τους, κ᾽ ἐμάλωναν κάθε μέρα, ὣς ποὺ τό ᾽ριξαν ἔξω, καὶ δὲν τὰ ἐκοίταζαν καλά, κ᾽ ἔτσι τ᾽ ἀμπέλια ἀπόμειναν κλάρες, κ᾽ ἐχέρσωσαν, καὶ δὲν ἔκαναν πλιὰ οὔτε γιὰ «μισὸν καιρὸ» τὸ κρασὶ τῆς χρονιᾶς τους. Καὶ τὰ ποτιστικὰ πάλι τὰ μοίρασαν κ᾽ εἶχαν συμφωνία γιὰ τὸ νερό, «ἥλιο-μπήλιο» ὁ ἕνας, «ἥλιο-μπήλιο» ὁ ἄλλος. Κι ὕστερα, σὰν ὑπανδρεύθη ὁ δεύτερος ὁ γυιός της στὸ Χαλάνδρι, ἐτράβηξε χέρι, καὶ τὰ μοίρασαν ὅλα κ᾽ ἔτσι ηὗρε κι αὐτὴ τὴν ἡσυχία της, ὁποὺ δὲν ἐπρόκανε πρῶτα νὰ τοὺς μονοιάζῃ, ποὺ μάλωναν κάθε λίγο. Τώρα, σὰν ἐπῆγε ἡ Φλώρα στὸ Χαλάνδρι, ἔμεινε στὸ σπίτι τοῦ ἀδερφοῦ της δυὸ-τρεῖς ᾽βδομάδες, ὣς ποὺ τὰ χάλασαν μὲ τὴ νύφη της ―νύφη κι ἀνδραδέλφη δὲν κάνουν, βλέπεις, σ᾽ ἕνα σπίτι― κ᾽ ἔτσι ἡ Φλώρα ἐσηκώθη, κ᾽ ἐπῆρε τὰ ρουχάκια της, καὶ τὰ ἐφόρτωσε σ᾽ ἕνα κάρο, κι ἀνέβηκε κι αὐτὴ ἀπάνου στὸ κάρο, κι ἦρθε στὸ χωριό, στὴ μητέρα της. Εἶναι τρεῖς ᾽βδομάδες ποὺ ἦρθε, μὰ κρύβεται μὲς στὸ σπιτάκι, καὶ κανεὶς δὲν τὴν εἶδε. Μόνον μιὰ φορὰ τὴν εἶχε καταφέρει, ἐψές, νὰ βγῇ νὰ πάρῃ λίγο τὸν ἀέρα της, καὶ τὴν ἔστειλε ν᾽ ἀλλάξῃ τὴν προβατίνα, ποὺ τὴν εἶχε δεμένη ἔξω στὸ χωράφι. «Εἶναι μιὰ κοπέλα ὣς κεῖ ἐπάνου, (νι βὰζ ἐγγλιὰτ ἲστ ἐλάρτ) καὶ δὲ θὰ τὴν ἀφήσῃ μὲ τὶς φοῦστες, ποὺ φορεῖ. Θὰ τὴν φορέσῃ “τσεμπὲρ ἒ ποδὲ ἔδε γγοῦνε ἐδὲ κεμίσι νὲ κεντὴμ ἐδὲ πεσκούλια”. Ἔχει αὐτὴ μπόλιες νὰ τῆς φορέσῃ. Εἶναι ἀπ᾽ τὰ μικρά της χρόνια δουλευτάρισσα, καὶ γλήγορα πάλι θὰ συνηθίσῃ στὰ ὄξου. Ὁ μεγάλος ὁ γυιός της ἐδέχθηκε νὰ τῆς δώσῃ τρία στρέμματα χωράφι καὶ δυὸ προβατίνες, καὶ τὸν ἄλλον τὸν μικρό, αὐτή, ἡ γριὰ Σιδερή, θὰ τὸν καταφέρῃ νὰ τῆς δώσῃ κάτι τι, τῆς Φλώρας, γιὰ νὰ τὴν πανδρέψουνε. Ὁ ἄνδρας της ὁ συχωρεμένος (τὸν θυμᾶται καλὰ ὁ κὺρ Σαράντης) δὲν ἦτον ζευγολάτης σὰν τοὺς γυιούς του, ἦτον Βλάχος, τσοπάνης στὸ βουνό, καὶ τῆς βρίσκονται ἀκόμη κάτι φλωριὰ γιὰ νὰ στολίσῃ τὴν ποδιὰ τῆς Φλώρας. Κάνει νὰ τῆς δίνῃ κι ὁ ἀφεντικός της, στὴν Ἀθήνα, ἀπάνου ἀπὸ πεντακόσιες δραχμὲς γιὰ τοὺς μισθούς της, καὶ στὸ δικαστήριο, ἂν χρειασθῇ, θὰ πᾶνε γιὰ νὰ βροῦν τὸ δίκιο τους. Πιστεύει πὼς ἡ Φλώρα της θὰ γίνῃ καλὴ νοικοκυρά, γιατὶ ἐφύλαξε τὴν τιμή της, καὶ κοντὰ στὶς δουλειὲς τοῦ χωραφιοῦ, ἔμαθε, μὲς στὴν Ἀθήνα, καὶ τὶς δουλειὲς τοῦ σπιτιοῦ καλύτερ᾽ ἀπὸ κάθε μία. Αὐτὰ εἶχε νὰ πῇ.» {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ὁ γερο-Σαράντης ἤκουσε ψυχρῶς τὴν ἐξήγησιν ταύτην τῆς γραίας Σιδερῆς, εἰς τὸ τέλος τῆς ὁποίας, ὑπενοεῖτο πρότασις περὶ γάμου. Ὁ Στάμος ἤκουε σχεδὸν ἀλλόφρων, ὡς νὰ μὴ ἐνόει τί ἤθελε νὰ εἴπῃ ἡ γραῖα χωρική. Μόνος ὁ Ζῆσος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς, κ᾽ ἔδειξέ τινα συγκίνησιν ὅταν ἤκουσε τὸ ὄνομα τῆς ἡρωίδος, ὡς καὶ τὸν ὑπαινιγμόν, ὃν ἔκαμεν ἡ γραῖα ὁμιλοῦσα περὶ τῆς φυγῆς τῆς κόρης της ἐκ τῆς ἀθηναϊκῆς οἰκίας, μετὰ τὸν θάνατον τῆς κυρίας της. Εἰς τὴν πρότασιν ἀπήντησεν ὁ γέρων πάρεδρος δι᾽ ἀοριστιῶν καὶ δι᾽ ἀναβολῶν, λέγων ὅτι δὲν ἔκαμεν ἀκόμη σκέψιν μὲ τοὺς υἱούς του περὶ γάμου (ἐνταῦθα ὁ Ζῆσος ἐστράφη κ᾽ ἐκοίταξεν ἐπιτιμητικῶς τὸν πατέρα του) ὅτι τὰ παιδιά του εἶν᾽ ἐλεύθερα νὰ νυμφευθῶσιν ἢ ὄχι καὶ ὅτι ἔχουν καιρόν. Ἡ γραῖα Σιδερὴ ἐξῆλθε μὲ μαραμμένον τὸ ἦθος. Μόλις ἐκρύβη αὕτη κάμψασα τὴν πρὸς τὰ δεξιὰ πρώτην γωνίαν, καὶ ὄπισθεν τοῦ φράκτου ἀριστερόθεν, ἐνῷ ἐνύκτωνεν ἤδη, ἐξῆλθεν ἡ γειτόνισσα ἡ Γιωργούλα. Αὕτη εἶχεν ἰδεῖ τὴν γραῖαν εἰσερχομένην εἰς τὸν οἰκίσκον τοῦ μπαρμπα-Σαράντου, καὶ ὀκλάζουσα ὄπισθεν τοῦ φράκτου, ἐπαραμόνευεν ἐκεῖ εἰς τὸ προαύλιον. Ἴσως νὰ ἠκροᾶτο, τί ἔλεγαν μέσα εἰς τὴν καλύβην. Εἰσῆλθεν ἐξυπόλυτη, μὲ τὴν μπόλιαν της ἀνεμίζουσαν, ὁρμητική, ὡς ἄελλα, καὶ εὐθὺς μετὰ τὴν καλησπέραν, ἤρχισε, χωρὶς νὰ παίρνῃ ἀνασασμόν, νὰ λέγῃ: ― Τί σᾶς εἶπ᾽ αὐτή; Μὴν ἦρθε νὰ σᾶς φορτώσῃ τὴν τσούπα της; Τὰ μάτια σου τέσσερα, Στάμο! Τὴν ξέρετε τί παστρικιὰ εἶναι ἡ κόρη της; Ἡ πομπιωμένη, ποὺ κυλιότανε τόσα χρόνια στὰ ξένα σπίτια, μὲς στὴν Ἀθήνα, καὶ ποιὸς ξέρει τί μπομπές, τί ρεζιλίκια ἔπαθε, ποὺ τὴν ἔκαναν καὶ τὴν ἔδειχναν τ᾽ ἀφεντικά της ὣς ποὺ τὴν ἔδιωξαν ἀπ᾽ τὸ σπίτι (ποιὸς ξέρει ἂν δὲν τὴν ἔπιασαν κλέφτρα;) καὶ τώρα θέλει νὰ μᾶς κάμῃ τὴν τίμια, νὰ νοικοκυρευτῇ, κιόλας! Τὸ νοῦ σου, Στάμο! Κοίταξε, μὴ σὲ καταφέρουν καὶ σοῦ τήνε φορτώσουνε! Δὲν ἔχουμε τάχα κορίτσια νὰ σοῦ δώσουμε, κ᾽ εἶναι καμμιὰ ἀνάγκη νὰ ξεπέσῃς σ᾽ αὐτή; Νὰ σὲ ἰδῶ, Στάμο! Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα εἶπε μετὰ βίας καὶ ὁρμῆς παραφόρου ἡ Γιωργούλα, ὡς νὰ ἐπήδων αἱ λέξεις συνωθούμεναι καὶ διαγκωνιζόμεναι ἀπὸ τὸ στόμα της. Ὁ γέρων πάρεδρος ἔκαμνε νεύματα ἀπελπιστικά, μὴ δυνάμενος ν᾽ ἀνακόψῃ τὸν χείμαρρον τῶν λόγων της, θέλων νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἡ γραῖα Σιδερὴ οὐδὲν τοιοῦτον ἐπρότεινε, καὶ μὴ εὑρίσκων στιγμὴν διὰ νὰ τὸ παρενείρῃ. Τέλος ὁ ροῦς τῶν λόγων ἔγινε βραδύτερος, καὶ ὁ γέρων ἐπρόφθασε νὰ εἴπῃ: ― Δὲν εἶναι τίποτε, κυρα-Γιωργούλα, ἡσύχασε. Ξέρω ἐγὼ τί θὰ κάμω. ― Ἂν ἦτον καθαρή, ἐπανέλαβε μὲ νέαν ὁρμὴν ἡ Γιωργούλα, χωρὶς νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ γερο-Σαράντου, ἔπρεπε νὰ βγαίνῃ στὸν κόσμο νὰ τήνε βλέπουνε. Γιατί κρύβεται, καὶ δὲ βγαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι, καὶ ψυχὴ δὲν τὴν εἶδε, ποὺ ἔχει ἕνα μῆνα στὸ χωριό; Ἄνθρωπος ποὺ τὸ ἔχει καθαρὸ αὐτό (τύψασα τὸ μέτωπον) δὲ φοβᾶται, δὲν κρύβεται. Ἔχει μπομπὲς καμωμένες, καὶ γιὰ δαῦτο κρύβεται καὶ δὲ βγαίνει στὸν κόσμο. Ἐπρόσθεσε πολλὰ ἄλλα ἡ Γιωργούλα καὶ εἶτα, μ᾽ ἐλαφρὸν βῆμα, τρέχουσα, ξυπόλυτη, μὲ τὴν ποδιὰν ἀνεμίζουσαν, ἐξῆλθεν εἰποῦσα: «ἔχω τὶς αὐγοκουλοῦρες φουρνισμένες, καὶ πάω νὰ ξεφουρνίσω. Νὰ μὲ συμπαθᾶτε γιὰ τὸ θάρρος!» Μετὰ τὸ δεῖπνον ἐξῆλθεν ὁ Ζῆσος καὶ μετέβη εἰς τὸ μαγαζεῖον τοῦ χωριοῦ, ὅπου ἐντάμωσε δύο ἢ τρεῖς φίλους του, κ᾽ ἐξετάσας αὐτοὺς μ᾽ ἐπιτήδειον τρόπον, ἔμαθε διατί ἡ Γιωργούλα ὡμίλει μὲ τόσον θάρρος εἰς τὸν πατέρα του, καὶ διατί ὁ γέρων ἔπαυσε νὰ κάμνῃ λόγον εἰς τὸν Στάμον περὶ γάμου. Ἡ Γιωργούλα εἶχε μίαν ἀδελφὴν χήραν, ἥτις, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ συζύγου της, ἐπισυμβάντα πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ἦλθε καὶ κατῴκησεν εἰς τὸ χωρίον τῆς γεννήσεώς της, πλησίον τῆς ἀδελφῆς της. Τὴν χήραν ταύτην ἀδελφήν, μεσόκοπην, καλοκαμωμένην, ἐπροξένευεν ἡ Γιωργούλα εἰς τὸν μπαρμπα-Σαράντον τὸν ἴδιον. Καὶ εἰς τὸν γέροντα φαίνεται ὅτι δὲν ἀπήρεσκον αἱ προτάσεις. Ἡ Γιωργούλα εὐλόγως ἐσκέπτετο, ὅτι ἐν ὅσῳ ἔμενον ἄγαμοι οἱ δύο νέοι, εὐκολώτερον θὰ ἦτο νὰ καταφέρῃ τὸν γέροντα νὰ νυμφευθῇ αὐτός. Καὶ διὰ τοῦτο ἀντέπραττεν εἰς πᾶσαν πρότασιν γινομένην διὰ τὸν Στάμον, κ᾽ ἔτρεχε νὰ «βάλῃ μαναφούκια» ὁσάκις προξενιά τις διὰ τὸν νέον ἐπαρουσιάζετο. Ὁ Στάμος, καίτοι μένων διαρκῶς εἰς τὸ χωρίον, ἐφαίνετο πλέων εἰς μακαρίαν ἄγνοιαν ὡς πρὸς πᾶν τὸ συμβαῖνον πέριξ τῆς πατρικῆς οἰκίας. Ὁ Ζῆσος ὅμως τὰ ἀνεκάλυψεν ὅλα «μονοβραδιά». {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ὁ Πάνος ὁ Δημούλης ἐκοιμᾶτο ἀκόμη ἐπὶ τῆς παχείας στρωμνῆς τῆς ἀναπαυτικῆς κλίνης, εἰς ἕνα θάλαμον τοῦ ἐξοχικοῦ μεγάρου, μετὰ ρᾳστώνης ἡδυπαθοῦς, κ᾽ ἐφαίνετο ὅτι δὲν εἶχε κοιμηθῆ ποτέ του ἐπὶ παρομοίας κλίνης. Εἶχε καταβιβάσει τὰ ἀμπαζούρια καὶ τὰ παραπετάσματα τῶν παραθύρων, καὶ εἶχε σχηματίσει τεχνητὴν νύκτα, διὰ νὰ παρατείνῃ ἐπί τινας ἀκόμη ὥρας τὴν ἐν μακαριότητι καὶ ὀνείροις ἐντρύφησιν. Ὁ ἥλιος ἦτο ἤδη δύο κοντάρια ὑψηλὰ εἰς τὸν ὁρίζοντα. Ὁ Πάνος ὁ Δημούλης τὸ ἤξευρεν, ἀλλ᾽ ἐπροσποιεῖτο εἰς τὸν ἑαυτόν του ὅτι δὲν τὸ ἠξεύρει. Εἶχεν ἀπόφασιν νὰ ψευσθῇ περὶ τούτου καὶ πρὸς τὸν ἑαυτόν του καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους, καὶ ᾐσθάνετο κρυφίαν χαράν, διότι ἡ συντροφιά του εἶχεν ἐξέλθει εἰς πρωινὴν ἐκδρομὴν πέριξ τοῦ χωρίου, χωρὶς αὐτόν. Εἷς ἐκ τῆς συντροφίας, ὁ οἰκειότερος πρὸς αὐτόν, εἶχε τολμήσει νὰ εἰσέλθῃ τὴν αὐγὴν εἰς τὸν κοιτῶνα, προσπαθῶν νὰ τὸν ἐξυπνίσῃ. Ἦτο ὁ σπουδαστὴς τῆς φιλολογίας, ὁ Παῦλος ὁ Βαλέντιος, ὅστις ἔτρεφεν ἰδιάζουσαν στοργὴν πρὸς τὴν ἀλβανικὴν γλῶσσαν, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι ὅλαι αἱ ρίζαι τῶν ἀλβανικῶν λέξεων ἀνευρίσκονται εἰς τὰς ἀρχαίας ἑλληνικὰς λέξεις. ― Γκρού, ρὲ Πάνο! τοῦ ἐφώναξεν ἀλβανίζων. Πάνο, γκρού! Καὶ εἶτα προσέθηκε: ― Δὲν ξέρεις, καημένε, ὅτι τὸ γκροὺ (σηκώσου) εἶναι τὸ ὁμηρικὸν ἔγρεο; Ὁ Πάνος εἶχε μεγάλην διάθεσιν νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὸν διάβολον, καὶ αὐτὸν καὶ τὰ ὁμηρικά του καὶ τὴν γλωσσολογίαν του. Ἀλλ᾽ ὡς ὁ μετὰ τὴν ἧτταν τραυματίας, ὁ ἔχων συμφέρον νὰ κάμνῃ τὸν ψόφιον, διὰ νὰ μὴν τὸν ἀποτελειώσωσιν οἱ ἐχθροί, εἶχε καὶ αὐτὸς συμφέρον νὰ κάμνῃ τὸν κοιμώμενον, διὰ νὰ μὴν ἀναγκασθῇ νὰ χάσῃ ὅλην τὴν γλύκαν τοῦ πρωινοῦ ὕπνου. Ἐγύρισε λοιπὸν ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρόν, ξηροτανυσθεὶς καὶ ψελλίσας ἀκατανοήτους συλλαβὰς πρὸς τὸν Παῦλον τὸν Βαλέντιον, ὅστις τὸν ἄφησεν ἥσυχον καὶ ἀπῆλθε. Κατὰ τὴν ἐκ τοῦ περιπάτου ὅμως ἐπιστροφήν, ὁ Παῦλος μετέβη κατ᾽ εὐθεῖαν εἰς τὸν θάλαμον ὅπου ἐκοιμᾶτο ὁ Δημούλης. Τότε ὁ νέος ἠγέρθη, ἐνίφθη, ἐνεδύθη, κ᾽ ἐμέμφετο τὸν ὑπηρέτην ὅτι τοῦ εἶχε κλείσει ὅλα τὰ παράθυρα, καὶ οὕτω «ἐβγῆκε ὁ ἥλιος, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβῃ». Ἐπρογευμάτισαν μὲ καφέν, μὲ βροῦβες, σπαράγγια, ἐκλεκτὰς ἐλαίας καὶ μαῦρον οἶνον, κ᾽ ἐσχεδίαζαν νὰ ἐξέλθουν ὅλοι εἰς μακρινὴν ἐκδρομήν, μὲ τὰ δίκαννά των, ἀλλ᾽ ὁ Πάνος ὁ Δημούλης, ὅστις ἐβαρύνετο καὶ τὰς ἐκδρομὰς καὶ τὰς θορυβώδεις κοινοτοπίας τῶν συντρόφων του, «ξεκλέφθηκε» κ᾽ ἐβγῆκε μόνος, χωρὶς νὰ τὸν παρατηρήσῃ κανείς. Ἐξῆλθεν ἔξω τῆς ἀρχοντικῆς ἐπαύλεως, τῆς ἀνηκούσης εἰς πλούσιον κτηματίαν, ὅπου ἐφιλοξενεῖτο χάριν τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὸν λόφον πατῶν ἐπὶ τοῦ ἄκρου ὄχθου τοῦ χωραφίου καὶ ὡς νὰ μὴ εἶχε χορτάσει τὸν ὕπνον, ἐκάθισεν ἐπὶ τῆς χλόης, κι ἐξηπλώθη ἐκεῖ εἰς τὸ προσήλιον. Τὸ κατωφερὲς χωράφιον ἦτο ἐσπαρμένον κριθήν, καὶ οἱ στάχυες (ἦτο περὶ τὰς 20 Ἀπριλίου), ὑψηλοὶ ἤδη ἕως τὸ γόνυ, ἐκυμάτιζον ὑπὸ τὴν πνοὴν τῆς αὔρας τοῦ βουνοῦ, μὲ χρυσοπρασίνους ἐναλλαγὰς γλυκυτάτων ἀποχρώσεων ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου. Τὸ ὀροπέδιον ὅλον ἡλιοφεγγὲς εὐωδίαζεν ἄνοιξιν καὶ ζωήν, τὰ δένδρα ὅλα καὶ οἱ θάμνοι ἀνθοῦντα ἐστεφάνουν λόφους καὶ κοιλάδας, τὸ χόρτον ηὔξανεν εἰς τὸν ἥλιον, τὰ ἀρνάκια περιχαρῆ ἔτρεχον χαριέντως ἀκούοντα τοὺς βελασμοὺς τῶν ἀμνάδων, καὶ μυριάδες στρουθίων ἐκελάδουν χαρμονικῶς εἰς τὰ δάση. Ὁ Πάνος ὁ Δημούλης εἶχε τὸν σχοῖνον ὡς προσκέφαλον, τὴν χλόην ὡς στρῶμα κ᾽ ἔλεγε: «Τί γλυκὰ ἠμπορεῖ νὰ κοιμηθῇ κανεὶς ἐδῶ!» Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐφάνη εἰς τὴν ἄλλην ἄκραν τοῦ ἀγροῦ μία κόρη ἀνερχομένη τὸν ὄχθον, δι᾽ οὗ καὶ αὐτὸς εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὸ ὕψος τοῦ λόφου. Ἦτο χωριατοπούλα, φοροῦσε τὴν μπόλια, τὴν ποδιὰν καὶ τὴν μανδήλαν της, μὲ τὰς πλεξίδας μακρὰς κρεμαμένας ἕως τὴν μέσην, συμπεπλεγμένας μὲ ταινίαν κοκκίνην μεταξωτήν, μὲ τὰ στέρνα εὔκολπα σχηματισμένα ὄπισθεν τῆς ἐμπροσθέλας της τῆς λευκῆς. Ἔβαινε μὲ ἐλαφρὸν ἀλλὰ καὶ δειλὸν βῆμα, ὡς κόρη ἥτις εἶχεν ἀπομάθει πρὸ πολλοῦ τὴν ἕξιν τοῦ νὰ βαδίζῃ εἰς τὰ λιβάδια, καὶ δὲν εἶχε παρατηρήσει τὸν Πάνον τὸν Δημούλην, τοῦ ὁποίου ἡ κεφαλὴ ἐπεπροσθεῖτο ὑπό τινος θάμνου, τὸ δὲ σῶμα ἦτο ἀνακεκλιμένον ἐπὶ τῆς χλόης. Ἦτο ὑψηλή, λιγνή, καὶ καθ᾽ ὅσον ἀνήρχετο τὸν λόφον, ὁ Πάνος ὁ Δημούλης ἔβλεπε τὸ πρόσωπόν της ὡς σύνολον, χωρὶς νὰ διακρίνῃ τοὺς χαρακτῆρας, λάμπον ὥς τινα αἴγλην, κ᾽ ἐμάντευεν ὅτι ἦτο ὡραία. Ἄ! ὁποία ποιητικὴ ἐμφάνισις! Ὁ Πάνος ὁ Δημούλης ᾐσθάνετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπανερχόμενα εἰς τὴν μνήμην του ὅλα τὰ ὄνειρα, ὅλας τὰς μυστηριώδεις τέρψεις, ὅλας τὰς ἀνεξηγήτους φρικιάσεις τῆς πρώτης νεότητος, τῆς ὥρας καθ᾽ ἣν ἐξεγείρεται τὸ πρῶτον ἡ καρδία, καὶ ἡ ζωὴ γίνεται ἓν μὲ τὸν ἔρωτα, καὶ ἡ ποίησις ὑποκαθιστᾷ τὴν πραγματικότητα εἰς τὸ πνεῦμα. Ἄ! περικαλλὴς μορφή! Ἄ! ὄνειρον! Ἄ! ὀπτασία! Ὤ! καλλίμορφος χωριατοπούλα. Ἡ νεᾶνις ἀνέβη ἕως τὸ ἥμισυ τοῦ ἀνωφεροῦς ὄχθου, εἶτα ἔκυψε κατὰ γῆς. Ἐκεῖ, πλησίον τῆς ἀποσκαφῆς, εἰς τὸ σύνορον τὸ χωρίζον τὸ μέγα κριθόσπαρτον χωράφιον ἀπὸ ἄλλους ἐγγὺς ἀγρούς, ἦτο δεμένη μία ἀμνὰς μὲ τὸ ἀρνίον κ᾽ ἔβοσκε. Φαίνεται ὅτι ἡ χωρικὴ νεᾶνις εἶχεν ἔλθει «διὰ ν᾽ ἀλλάξῃ τὴν προβατίνα». Ἔκυψεν, ἐξέχωσε τὸν πάλον, καὶ σύρουσα διὰ τοῦ σχοινίου τὴν ἀμνάδα, τὴν μετέφερεν ὀλίγον ἀπωτέρω, ὄπισθεν τῶν θάμνων, κ᾽ ἐκεῖ ἐκ νέου ἔκυψεν, ἐνέπηξε, κτυπῶσα διὰ λίθου, τὸν πάλον εἰς τὴν γῆν, κ᾽ ἐκεῖ τὴν ἄφησε νὰ βόσκῃ. Ἄ! ἡ προβατίνα! Ἄ! τὸ μικρὸν ἀρνάκι! Τί τρυφερόν, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο, καὶ πόσον γλυκὰ ἐβέλαζε! Τί ἦλθες, ὦ Βλαχοπούλα! Τί θέλεις ἀπὸ ἐμέ; (ἔλεγε καθ᾽ ἑαυτὸν ἐν ἐξάρσει ὁ Πάνος ὁ Δημούλης). Φύγε, ὦ Βλαχοπούλα. Μὴ μὲ κολάζῃς χωρὶς νὰ μὲ συμπονῇς! Μὴ μὲ ἐνοχλῇς, χωρὶς νὰ μὲ γνωρίζῃς! Πῶς νὰ καταπραΰνω τὴν φαντασίαν μου, σήμερον, Μέγα Σάββατον; Πῶς νὰ ὑπάγω νὰ μεταλάβω, τὴν νύκτα, εἰς τὴν Ἀνάστασιν, ὦ Βλαχοπούλα; Ἀλλ᾽ ἐγὼ διὰ τοῦτο ἦλθα εἰς τὸ χωρίον, ἀφοῦ ἐξωμολογήθην, χθές, διὰ νὰ μὴ προλάβω νὰ κάμω ἄλλα «κρίματα» ἕως οὗ ἀξιωθῶ νὰ μεταλάβω αὔριον. Καὶ τώρα, πῶς νὰ μεταλάβω, ὦ Βλαχοπούλα! Ἡ νεᾶνις, ἀφοῦ ἤλλαξε τὴν προβατίναν, ἐστάθη ὀρθία ἐπί τινας στιγμάς, ρίπτουσα βλέμματα τριγύρω εἰς τοὺς λόφους. Τί ἐσκέπτετο ἆρα; ᾘσθάνετο πόσον ἰσχυρὰ εἶναι ἡ φύσις, ἥτις δὲν ἐξαντλεῖται ἀπὸ καταβολῆς κόσμου μετὰ τόσην καὶ τόσην παραγωγην, καὶ πόσον εὐμενὴς ἡ ἄνοιξις, ἥτις δὲν ἐβαρύνθη νὰ ἐπανέρχεται κανονικῶς κατ᾽ ἔτος, μὲ τόσην μονοτονίαν καὶ μὲ τόσην καλλονήν; Ἢ ἐνόει τί θὰ εἰπῇ τὸ «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε!» καὶ εἶχεν ἀκούσει ποτὲ τὸ «οὐκ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν Κτίσαντα»; Ἦτο χριστιανή; Ἦτο εἰδωλολάτρις; Τί ἦτο; Τίποτε ἀπ᾽ ὅλα αὐτά. Ἦτο Βλαχοπούλα. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐνῷ ὁ Πάνος ὁ Δημούλης ἔκαμνε τὰς ἀκαίρους καὶ ὑπερβολικὰς ταύτας σκέψεις, καὶ ἡ νεᾶνις ἵστατο βλέπουσα ἀορίστως εἰς τὰ πέριξ, τρίτον πρόσωπον ἐνεφανίσθη εἰς τὴν σκηνήν. Ἦτο στρατιώτης τοῦ πεζικοῦ, λιγνός, καλοκαμωμένος, μὲ καστανὴν κόμην καὶ λεπτὸν μύστακα. Ἐπλησίασεν εἰς τὴν νέαν, ἥτις κατ᾽ ἀρχὰς ἠθέλησε νὰ τραπῇ εἰς φυγήν, εἶτα ἀφῆκε κραυγὴν ἐκπλήξεως ἀναγνωρίσασα αὐτόν. ― Σὺ εἶσαι, Φλώρα! ἀνέκραξεν ὁ στρατιώτης. Ἄ! ἡ Βλαχοπούλα ἔχασε διὰ μιᾶς ὅλην τὴν ποίησίν της διὰ τὸν Πάνον τὸν Δημούλην. Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ κάμῃ ἐξοχικὴν ἐκδρομήν, νὰ δεχθῇ τὴν φιλοξενίαν τοῦ πλουσίου ἰδιοκτήτου τῆς ἐπαύλεως, νὰ ἔλθῃ νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τὸ χωρίον, νὰ κοιμηθῇ σχεδὸν ὣς τὸ μεσημέρι τὸ Μέγα Σάββατον, διατί; διὰ νὰ γίνῃ μάρτυς τῶν ἐρώτων ἑνὸς στρατιώτου; Ἀλλὰ δὲν συνήντα καθ᾽ ἑκάστην εἰς τὴν λεωφόρον τοῦ Πανεπιστημίου καὶ εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος τόσους καὶ τόσους φαντάρους, ἢ καὶ σκαπανεῖς, ἢ καὶ ἐλάτας, παρακολουθοῦντας βῆμα πρὸς βῆμα τὰς τροφοὺς μὲ τὰ λευκόπεπλα βρέφη τῶν κυριῶν των, μετ᾽ ἀκκισμῶν στρεφομένας ὀπίσω καὶ ἀνταλλασσούσας φιλικὰς λέξεις, ἢ πυροσβέστας ἐντρυφῶντας εἰς ἀτελεύτητον συνδιάλεξιν μὲ τὰς μαγειρίσσας, εἰς τὸ παράθυρον τοῦ ἰσογείου, εἰς ὅλας τὰς συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν; Καὶ οἱ φαντάροι δὲν ἠρκοῦντο λοιπὸν πλέον εἰς τὲς παραμάννες καὶ εἰς τὰ δουλικὰ τῆς πρωτευούσης, ἀλλ᾽ ἐξήρχοντο καὶ εἰς τὰ χωρία θηρεύοντες χωριατοπούλας; {{αστεράκι|type=3|size=2}} Τὴν νύκτα ἐκείνην τῆς Μεγάλης Πέμπτης, ἡ Φλώρα, ἡ πτωχὴ κόρη, χωρὶς νὰ ὑποπτεύῃ τὸ διάβημα εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε προβῆ ἡ μήτηρ της πλησίον τοῦ μπαρμπα-Σαράντου, μήτε τὰ «μαναφούκια» τὰ ὁποῖα ἔσπευσε νὰ βάλῃ ἡ φουρνάρισσα ἡ Γιωργούλα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ παρέδρου, εἶχε ζαρώσει, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς μίαν γωνίαν τοῦ πτωχοῦ οἰκίσκου, μεταξὺ δέσμης καυσοξύλων καὶ τῆς γάττας, ἥτις ἐκοιμᾶτο παραπλεύρως, χωμένη εἰς τὸ πενιχρὸν σκέπασμα δι᾽ οὗ ἦτο τυλιγμένη ἡ νεᾶνις. Ἡ μάννα της ἔρρεγχεν ἐξηπλωμένη ἐκεῖθεν τῆς ἑστίας, ὅπου καὶ ἄνδρες ἀκόμη ὀλίγοι δύνανται νὰ ρέγχωσιν. Ἡ ἁπλοϊκὴ γυνὴ ἐφαντάζετο ὅτι ἡ Φλώρα της, μόλις ἐπιστρέψασα εἰς τὸ χωρίον, θὰ εὕρισκε πολλοὺς καὶ προθύμους γαμβρούς. Καὶ οὐδ᾽ ᾐσθάνθη κἂν ἀπογοήτευσιν μετὰ δύο ἢ τρία ἀνωφελῆ διαβήματα, ὅσα εἶχε κάμει πλησίον εἴς τινας οἰκογενείας, καὶ σήμερον ἀκόμη πλησίον τοῦ μπαρμπα-Σαράντου. Ἡ φήμη, προδραμοῦσα εἰς τὸ χωρίον, ἔλεγεν ὅτι ἡ Φλώρα ἐδιώχθη, ὄχι ὅτι ἔφυγεν οἰκειοθελῶς ἀπὸ τὴν ἐν Ἀθήναις οἰκίαν, καὶ καλοθελήτριαι χωρικαὶ δὲν ἔλειπαν πρόθυμοι νὰ ρίπτωσιν ἐναύσματα εἰς τὴν φλόγα τῆς δυσφημίας, μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας, μεθ᾽ ἧς ἔρριπτον ξηρὰ κλαδιὰ εἰς τὸν φοῦρνον, ὃν ἤθελον ν᾽ ἀνάψωσιν. Ἡ γραῖα ἐκοιμᾶτο καὶ ὠνειρεύετο τὴν Φλώραν της στολισμένην κι εὔμορφην νύμφην, φοροῦσαν «τσεμπέρι καὶ ποδιὰν καὶ σιγούνι καὶ ὑποκάμισον κεντητὸν καὶ πεσκούλια καὶ κολλαΐναν μὲ φλωριά». Καὶ ὁμιλοῦσα εἰς τὸν ὕπνον της ὑπεψιθύριζε: «Τσεμπὲρ ἒ ποδὲ ἐδέ γγοῦνε ἐδὲ κεμίσι νὲ κεντὴμ ἐδὲ φλουρέ!» Ἡ Φλώρα ὅμως δὲν εἶχεν ὕπνον, κ᾽ ἐσυλλογίζετο πικρῶς τὴν φτώχειαν της, τὴν κακομοιριάν της, τὴν ἀτυχίαν της. Καὶ ἡ ζωή της ὅλη ἐπανήρχετο εἰς τὴν μνήμην της πένθιμος, θλιβερά, ὡς ἐρημία ἄβατος καὶ ἄνυδρος, ὡς ἐσχατιὰ πλήρης ἐρειπίων καπνιζόντων καὶ ἀποτεφρωμένων κορμῶν. Ὀκταέτις, χάσασα τὸν πατέρα της, ἐδόθη, χάρις εἰς τὴν σκληρότητα τοῦ ἀδελφοῦ της, ὡς θεραπαινὶς εἰς ξένον οἶκον. Καὶ κατ᾽ ἀρχὰς ἐπερνοῦσε καλά, διότι ἡ κυρία της ἔτυχε νὰ εἶναι διακριτικὴ καὶ φιλάνθρωπος. Εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς ἐμεγάλωσε, κ᾽ ἐγκαρδίως ἐπόνεσε τὸ σπίτι. Ἀλλ᾽ ὅταν ἤρχισε νὰ μεγαλώνῃ, ὁ ἀφέντης της, πλούσιος ἰδιοκτήτης ἐν Ἀθήναις, πεντηκοντούτης, ὑψηλός, εὐτραφής, μελαψὸς τὸ πρόσωπον, μαῦρος τὰ χείλη, ἤρχισε νὰ τῆς ρίπτῃ ἐρωτικὰ βλέμματα καὶ ἅπαξ ἢ δὶς ἐζήτησε νὰ τὴν θωπεύσῃ. Αὕτη ἀντεστάθη ἀγρίως, τὸν ἠπείλησεν ὅτι θὰ τὸν καταγγείλῃ εἰς τὴν κυρίαν της. Ἐκεῖνος τότε περιεμαζεύθη, καὶ τῆς ὡρκίσθη ὅτι δὲν θὰ τὸ ξανακάμῃ. Καὶ ἄλλως ἡ κόρη ἐσυστέλλετο νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοιούτου πράγματος εἰς τὴν κυρίαν της. Ἀλλ᾽ ὅταν, μετά τινα χρόνον, ἡ δυστυχὴς γυνὴ ἀπέθανεν, ἡ Φλώρα, καταληφθεῖσα ὑπὸ ἀορίστου φόβου, ἡτοιμάζετο νὰ φύγῃ αὐθημερὸν ἀπὸ τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾽ ἡ ἀδελφὴ τῆς θανούσης, σύζυγος λοχαγοῦ, κατοικοῦσα παρακειμένην οἰκίαν (αἱ δύο οἰκίαι δίδυμοι, ἀπαράλλακτοι τὴν ἀρχιτεκτονικήν, ηὐλίζοντο ἀπὸ τὸν αὐτὸν περίβολον καὶ εἶχον τὴν αὐτὴν εἴσοδον ἐκ τοῦ δρόμου) τὴν ἱκέτευσεν ἐξορκίσασα αὐτὴν εἰς τὴν προσφιλῆ μνήμην τῆς νεκρᾶς, χάριν τῶν ὀρφανῶν της, τεσσάρων τὸν ἀριθμόν, ὅλων μικροτέρων τῆς δεκαετοῦς ἡλικίας, νὰ μείνῃ ἐπί τινα χρόνον. Ἡ Φλώρα πιεσθεῖσα ὑπήκουσε. Κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, ὁ λοχαγὸς εἶχε προσλάβει κατ᾽ οἶκον ὡς ὑπηρέτην στρατιώτην τινὰ τοῦ λόχου του, ὀνόματι Ζῆσον. Ὁ νέος ἐφαίνετο χωρικός, καὶ ἦτο ἀφελὴς τοὺς τρόπους. Δὲν ἐκοίταζε τὴν Φλώραν (ἥτις εἶχε γίνει ὡραιοτάτη κοπέλα πράγματι, μὲ ροδίνας παρειάς, μὲ γλυκύτατον ἦθος καὶ μὲ λιγυρὸν ἀνάστημα), καθὼς κοιτάζουσιν ἄλλοι, προπετῶς, ἀναιδῶς, ἐπιμόνως. Τὴν ἐκοίταζε κρυφά, γλυκά, ἥσυχα, καὶ ἡ κόρη ἤρχισε νὰ συγκινῆται. Ὁ νέος δὲν τῆς εἶπε ποτὲ ἀπρεπῆ λόγον, δὲν τῆς ἔκαμεν ἄσχημον κίνημα. Ὅταν δὲ τυχὸν τὰ βλέμματά των συνηντῶντο, ὁ Ζῆσος ἐταπείνου τὸ ἰδικόν του. Μιᾷ τῶν ἡμερῶν, ἕνα μῆνα μετὰ τὸν θάνατον τῆς κυρίας της, ἐνῷ ὁ χηρεύσας κτηματίας ἀνέβαινε διὰ νὰ γευματίσῃ, κατέλαβε τὸν Ζῆσον κατοπτεύοντα τὴν Φλώραν ἀπὸ τοῦ ἰδικοῦ του παραθύρου εἰς τὸ ἰδικόν της, καὶ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἡ Φλώρα ἀπήντα μειδιῶσα εἰς τὰ βλέμματά του. Τότε, ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ μαῦρα χείλη, ὅστις εἶχεν ἀφήσει νὰ κοιμηθῇ πρὸς καιρὸν τὸ πρὸς τὴν χωριατοπούλαν πάθος του, τὸ ᾐσθάνθη ἀποτόμως ἐξυπνοῦν. Εἰς τὴν καρδίαν του ὁ ἔρως ἐζευγαρώθη μὲ τὴν ζηλοτυπίαν. Ἐμελέτησε δὲ νὰ μεταχειρισθῇ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν βλεμμάτων, τὴν ὁποίαν τοῦ ἐφάνη ὅτι εἶδεν, ὡς ὅπλον κατὰ τῆς Φλώρας. Ἦτο περὶ τὸ πρῶτον λάλημα τοῦ πετεινοῦ, καὶ ἡ Φλώρα ἐκοιμᾶτο εἰς τὸ μικρόν της δωμάτιον τὸ συνεχόμενον μὲ τὸ μαγειρεῖον, ὅταν ἠκούσθη σιγανὸν βῆμα εἰς τὸν διάδρομον καὶ ἐλαφρὸς τριγμὸς εἰς τὴν θύραν τοῦ θαλάμου της, ὡς νὰ ἐδοκίμαζέ τις νὰ τὴν ἀνοίξῃ. Ἡ θύρα δὲν ἔκλειε καλῶς μὲ τὸ μάνδαλον καὶ ἡ κόρη εἶχε βάλει μίαν καρέκλαν ὡς στήριγμα ὄπισθεν καὶ ἕνα σιδηροῦν μοχλὸν ὡς ἀντηρίδα. Ὅλα ταῦτα διότι, ἔχουσα παλαιὰς ἀφορμάς, δὲν εἶχε παύσει ποτὲ νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὸν κύριόν της. Ἀλλ᾽ ἡ μία ὕαλος τοῦ πρὸς τὸν διάδρομον μικροῦ παραθύρου, τρεῖς σπιθαμὰς μόλις ἀπέχοντος τῆς θύρας, εὑρέθη τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἡμίθραυστος. Ἡ Φλώρα δὲν εἶχε μάθει ποτὲ τίς τὴν εἶχε θραύσει. Ἴσως ὁ μικρὸς τοῦ κυρίου της νὰ τὴν εἶχε σπάσει αὐθημερόν, καὶ αὐτὴ δὲν τὸ εἶχε παρατηρήσει, ἐκτὸς ἂν τὴν ἔθραυσεν ὁ ἴδιος ὁ ἀφέντης της, τίς οἶδεν; Ἡ Φλώρα δὲν ἤθελε νὰ κολασθῇ ἄδικα, καὶ ὅμως τὸ ὑπώπτευσεν. Ἡ χεὶρ τοῦ προσπαθοῦντος ἔξωθεν νὰ παραβιάσῃ τὴν θύραν, εἰσήχθη σιγὰ-σιγὰ διὰ τοῦ ρήγματος τῆς ὑάλου. Ἡ χεὶρ ἐστράφη πρὸς τὸ μέρος τῆς θύρας, εἶτα ἐσταμάτησε πάλιν, ὡς νὰ ἐφοβήθη τὸν κρότον ὃν ἐπροξένησεν. Εἶτα καὶ πάλιν ἐξηπλώθη ἐγγύτερον πρὸς τὴν θύραν. Ἡ κοιμωμένη κόρη ἀφῆκε στεναγμὸν κ᾽ ἐκινήθη ἐπὶ τῆς κλίνης, κ᾽ ἐπὶ πέντε λεπτά, ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν διὰ τῆς ὑάλου 〈εἰσηγμένην〉 χεῖρα ἐστάθη, συνέχων τὴν ἀναπνοήν του, κατοπτεύων προσεκτικῶς τὴν καθεύδουσαν. Εἶτα μικρὸν κατὰ μικρόν, ἀθορύβως, καὶ μετ᾽ ἄκρας προφυλάξεως, ὅλος ὁ πῆχυς μέχρι τοῦ ἀγκῶνος, εἶτα καὶ ὁ βραχίων, εἰσήχθη εἰς τὰ ἔσω τοῦ θαλάμου. Ἔφθασε τὴν καρέκλαν, τὴν ἔδραξε, καὶ τὴν ὤθησεν ἀψοφητὶ πρὸς τὰ ἔνδον. Ἡ καρέκλα ἀπεμακρύνθη δύο σπιθαμάς, ἀλλ᾽ ἡ θύρα δὲν ἐνέδιδε. Τότε ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν εἰσηγμένην χεῖρα εἵλκυσε τὴν θύραν πρὸς τὰ ἐντός, ἀλλ᾽ αὕτη δὲν ἤνοιγεν. Ἐφαίνετο ἔχουσα καὶ ἄλλο στήριγμα ἐκτὸς τῆς καθέκλας. Τῷ ὄντι εἶχε τὸν μοχλόν, τὸν ὁποῖον ὁ βιαστὴς τῆς θύρας δὲν ἔβλεπεν, εἰς τὸ ἀσθενὲς φῶς τῆς μὲ ὕδωρ καὶ ἔλαιον κανδήλας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ νεᾶνις εἰς τὸ δωμάτιόν της. Τέλος ὁ σιδηροῦς μοχλὸς ἔπεσε μετὰ κρότου καὶ ἡ θύρα ἤνοιξεν. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ μελανὰ χείλη ἔσπευσε νὰ εἰσέλθῃ. Ἀλλ᾽ ἐκεῖ εὑρέθη ἀντιμέτωπος τῆς Φλώρας, ἥτις ἐξυπνήσασα ἀποτόμως, ἀνετινάχθη, ἐπήδησε περίτρομος ἀπὸ τῆς κλίνης, ρήξασα κραυγήν, καὶ κύψασα ἥρπασεν ἀπὸ τοῦ δαπέδου τὸν σιδηροῦν μοχλόν… Ὁ πλούσιος ἰδιοκτήτης, χωρὶς νὰ πτοηθῇ, ἤρχισε νὰ ψιθυρίζη πρὸς τὴν νέαν «ἄσχημα λόγια». ― Σιώπα, Φλώρα, ἡσύχασε, καημένη, Φλώρα!… Ἄχ! πῶς σὲ λαχταρῶ… Φλώρα μου! Φλώρα μου! ― Φεύγ᾽ ἀπ᾽ ἐδῶ! ἔκραξεν ἀγρίως ἐκείνη. Ὁ μελαψὸς ἄνθρωπος ἠθέλησε νὰ τὴν περιβάλῃ μὲ τοὺς βραχίονας, ἀλλ᾽ ἐκείνη ἐπρότεινε τὸν μοχλόν. ― Φεύγα! Τό βλέπεις αὐτό; Θὰ σὲ χτυπήσω… θὰ φωνάξω τοὺς γειτόνους σου… θὰ κράξω τὸ λοχαγό… ― Ξέρω γιατί θὰ τὸν φωνάξῃς τὸ λοχαγό, εἶπε μετὰ λύσσης ὁ χῆρος… τά ᾽χεις φτιασμένα μὲ τὸν ὑπηρέτη του, καὶ καλοπερνᾷς, σκύλα!… Σᾶς εἶδα ἐγώ… ― Ψέματα! Ψέματα! ἔκραξεν ἐν ἀγανακτήσει ἡ Φλώρα. Εἶσαι ψεύτης, ἄτιμος!… ― Βρίσε με, Φλώρα, βρίσε με, δεῖρέ με, κάμε με ὅ,τι θέλεις… μόνον ἄφες με νὰ… Κ᾽ ἐξέτεινε τὴν χεῖρα νὰ τὴν συλλάβῃ. Ἀλλ᾽ ἡ Φλώρα, ταχεῖα ὡς ἀστραπή, ὕψωσε τὸν σιδηροῦν μοχλόν, καὶ τοῦ ἐξήρανε τὴν χεῖρα. ―Ὤχ! σκύλα… ― Φεύγα, φεύγα! θὰ φᾷς κι ἄλλη… ― Ἄχ! ἀθλία! βρώμα!… ἀλλοῦ ξέρεις νὰ κάνῃς ψυχικά… σ᾽ ἐμένα, τὸν ἀφέντη σου, ποὺ σὲ πῆρα στὸ σπίτι μου καὶ σὲ ἀνάστησα, κάνεις τὴν τίμια… Ὤχ! Ὤχ! Ἔτριβε τὸν πληγέντα ἀριστερόν του βραχίονα μὲ τὴν δεξιάν του χεῖρα. ― Φεύγα, τώρα! Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν πληγέντα βραχίονα, ἠρεύνησεν εἰς τὸ θυλάκιόν του, κ᾽ ἐξήγαγε τὸ ρεβόλβερ γεμᾶτον. Ἀλλὰ μόλις ὕψωσε τὴν παλάμην, καὶ ἡ Φλώρα, αἰσθανθεῖσα ἀμυδρῶς τὸν κίνδυνον, τοῦ κατέφερε διὰ τοῦ σιδηροῦ μοχλοῦ σφοδροτάτην πληγὴν εἰς τὸν δεξιὸν βραχίονα. Ἡ χείρ του κατέπεσεν ἀδρανής, καὶ τὸ ρεβόλβερ ἐκυλίσθη εἰς τοὺς πόδας τῆς Φλώρας. Ὁ ἄνθρωπος ἔφυγε γογγύζων, ὀλολύζων, βλασφημῶν, μὲ τοὺς δύο βραχίονας ἀπεξηραμμένους. Ἡ Φλώρα ἐμόχλευσεν ἐκ νέου τὴν θύραν, ὠχύρωσε τὸ παράθυρον μὲ τὴν τράπεζαν, μὲ τὲς καθέκλες, μὲ προσκεφάλαια καὶ ὀθόνας, καὶ καταβιβάσασα τὴν στρωμνήν της ἀπὸ τῆς κλίνης, τὰς μὲν σανίδας καὶ τὰ στρίποδα ἔβαλεν ἐπικουρίαν εἰς τὴν ὀχύρωσιν τῆς θύρας καὶ τοῦ παραθύρου, αὐτὴ δὲ κατεκλίθη κάτω εἰς τὸ πάτωμα, χωρὶς νὰ κοιμηθῇ. Ἅμα τῇ ἀνατολῇ τῆς ἡμέρας, ἡτοίμασε τὴν ἀποσκευήν της καὶ ἀνεχώρησε διὰ τὸ χωρίον, χωρὶς νὰ διηγηθῇ οὔτε εἰς τὴν σύζυγον τοῦ λοχαγοῦ τί εἶχε συμβῆ. Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ μελανὰ χείλη ἐνοσηλεύθη κρυφὰ εἰς τὴν οἰκίαν του, καὶ εἰς τὴν γυναικαδέλφην του διηγήθη ὅτι ἡ Φλώρα τοῦ ἔκλεψεν ἀσημένια κουτάλια καὶ χρήματα κ᾽ ἔφυγε. {{αστεράκι|type=3|size=2}} ― Σὺ εἶσαι, Φλώρα, ἐφώνησεν ὁ ὡραῖος στρατιώτης ἀναγνωρίσας τὴν νέαν. Καὶ πῶς ἐδῶ; ―Ἐδῶ εἶναι τὸ χωριό μου! ἀπήντησεν ἡ Φλώρα. ― Δὲ μοῦ εἶπες ποτὲ πὼς εἶσαι χωριανή μου, εἶπεν ὁ στρατιώτης. ― Κ᾽ ἐλόγου σου δὲ μοῦ εἶπες ποτὲ πὼς εἶσαι χωριανός μου. Τώρα ἀφέθηκες; ―Ἐπῆρα ἄδεια κ᾽ ἦρθα. Καὶ σὺ πῶς ἔφυγες ἀπ᾽ τὸ σπίτι τοῦ ἀφεντικοῦ σου, Φλώρα; Ἡ νεᾶνις ἠρυθρίασεν, ἀλλ᾽ ἐρύθημα ὀργῆς καὶ μίσους, ὄχι αἰσχύνης. ― Μὴν τὰ ρωτᾷς αὐτά, εἶπε. ― Πέ μου ἐμένα τὴν ἀλήθεια, Φλώρα, γιατὶ σοῦ θέλω τὸ καλό σου, εἶπεν ὁ Ζῆσος. ― Καὶ τί σ᾽ ἔχω, νὰ σοῦ τὴν πῶ; ἀπήντησε μειδιῶσα ἡ κόρη. ―Ἤθελα νὰ ξέρω τὰ ὅσα ἔπαθες, γιατὶ ἡ μάννα σου προχθὲς τὸ βράδυ μᾶς εἶπε, στὸ σπίτι μας, τὰ μισά. ― Καὶ πῶς ἦρθε ἡ μάννα μου στὸ σπίτι σας; ἠρώτησεν ἀνήσυχος ἡ νέα. ―Ἦρθε νὰ σὲ προξενέψῃ στὸν ἀδερφό μου, γιὰ γυναῖκά του, μὰ ὁ Στάμος δὲν σὲ θέλει. ― Ἂς εἶναι καλὰ τὸ γινάτι του, εἶπεν ἡ Φλώρα, ἐγὼ δὲν ἤξερα χαμπάρι. ―Ἐγὼ ὅμως σὲ θέλω, Φλώρα, εἶπεν ἀφελῶς ὁ νεαρὸς χωρικός. Καὶ ἂν δὲν σὲ θέλῃ ὁ ἀδελφός μου, τόσο καλύτερα, γιατὶ θὰ σὲ πάρω ἐγώ. Ἡ Φλώρα ὑπεμειδίασεν ἐρυθριῶσα. ― Καὶ γιὰ νὰ σὲ πάρω, εἶναι καλὰ νὰ ξέρω τὸ τί ἔτρεξε, ἐξηκολούθησεν ὁ νέος. Ὁ ἀφέντης σου ὅταν ἔφυγες, ξέρεις τί τῆς εἶπε, τῆς γυναίκας τοῦ λοχαγοῦ, τῆς κυρᾶς μου; ― Τί θὰ τῆς εἶπεν; εἶπε πικρῶς μειδιῶσα ἡ Φλώρα· χωρὶς ἄλλο θὰ εἶπε πὼς τοῦ ᾽κλεψα τίποτε. ― Αὐτό· εἶπεν ὅτι τοῦ ᾽κλεψες κάτι ἀσημένια, καὶ λεφτά. Ἡ Φλώρα ἐστέναξε καὶ ὕψωσεν ἄνω τοὺς ὀφθαλμούς. ― Δὲ μοῦ λές, εἶπε, τὸν εἶδες τὸν ἀφέντη μου διόλου, τότε κοντὰ ποὺ ἔφυγα; ―Ὄχι· ἦταν ἄρρωστος ἀπὸ πυρετό, κ᾽ ἔμεινε ἕνα μῆνα στὰ ροῦχα… ― Τί πυρετό! τὰ μπράτσα του τὰ δυὸ τὸ ξέρουνε κ᾽ ἡ βέργα ἡ σιδερένια ἡ χοντρὴ κι ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς εἶδε. Καὶ διηγήθη ἐν ὀλίγοις πῶς ὁ κύριός της ἐζήτησε νὰ τὴν βιάσῃ, καὶ πῶς αὐτὴ τὸν ἐκτύπησε διὰ τοῦ σιδηροῦ μοχλοῦ. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ὅλον σχεδὸν τὸν ἀνωτέρω διάλογον, τὸν ἤκουεν ὁ Πάνος ὁ Δημούλης, ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς χλόης εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ λόφου, καὶ ἀνέχων ἐπὶ τῶν θάμνων τὴν κεφαλήν. Ὡς ἐνόησεν ὁ ἀναγνώστης, ἡ γραῖα Σιδερὴ εἶχε φορέσει εἰς τὴν κόρην της τὲς μπόλιες καὶ τὲς ποδιὲς καὶ ὅλα ὅσα ὠνειροπόλει, πλὴν τῶν φλωρίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα διὰ τὰς νύμφας. Τὴν εἶχε καταφέρει δέ, δευτέραν ἢ τρίτην φορὰν μετὰ τὸν ἐρχομόν της, νὰ ἐξέλθῃ τοῦ οἰκίσκου καὶ νὰ ὑπάγῃ ὀλίγα βήματα ἔξω τοῦ χωρίου, διὰ ν᾽ ἀλλάξῃ τὴν προβατίναν της. Κ᾽ ἐκεῖ ποὺ ἄλλαζε τὴν προβατίναν, ἀνελπίστως συνήντησε τὸν Ζῆσον, τὸν παλαιὸν γνώριμόν της εἰς τὴν πόλιν, καὶ παλαιότερον χωριανόν της εἰς τὰ Μεσόγεια. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Τὴν ἐπαύριον ἦτο Πάσχα, μεγάλη ἡμέρα, καθ᾽ ἣν πάμπολλαι σοῦβλαι περιεστρέφοντο μὲ τὰ σφαχτὰ εἰς τὸ πῦρ, καὶ ἀμέτρητες κανάτες μὲ ἀφρίζοντα ρητινίτην ἔφεραν πολλὲς γῦρες διὰ κοινοῦ ποτηρίου, ἀπὸ στόματος εἰς στόμα, εἰς τὰς οἰκίας τῶν χωρικῶν. Καὶ περὶ τὴν ἑσπέραν, ὁ Πάνος ὁ Δημούλης, μὲ τὸν Παῦλον τὸν Βαλέντιον καὶ μὲ ὅλην τὴν συντροφιάν του, ἐπανῆλθε μελαγχολικὸς εἰς τὴν πόλιν, φθονῶν ὁλοψύχως τὸν Ζῆσον, τὸν ἐν ἀδείᾳ στρατιώτην, τὸν υἱὸν τοῦ παρέδρου Σαράντη, ὅστις ἔμελλε, μετὰ μίαν ἑβδομάδα, νὰ στεφθῇ εἰς γάμον μετὰ τῆς ὡραίας λιγυρᾶς Βλαχοπούλας, ἀποκαθιστῶν, διὰ μιᾶς πράξεως, τὴν νέαν εἰς τὴν ὑπόληψίν της, ἐξασφαλίζων τὴν ἰδίαν του εὐτυχίαν, ἀφήνων εἰς τὰ κρύα τὸν ἀναποφάσιστον Στάμον, ματαιῶν τὰς ραδιουργίας τῆς γειτόνισσας τῆς Γιωργούλας, καὶ ἀπαλλάττων τὸν γέροντα πατέρα του τῆς φροντίδος τοῦ νὰ ζητῇ εἰς τὸ γῆράς του νὰ νυμφευθῇ ὁ ἴδιος, χάριν τῶν διπλῶν ἀναγκῶν τῆς οἰκίας καὶ τοῦ ἀγροῦ. (1892) [[Κατηγορία:Διηγήματα]] 6511389k7b3t2ac62y4w9id1lbdo7r9 Ολόγυρα στη λίμνη 0 52847 167242 2026-08-15T19:11:10Z Nikos1nikos1 15046 Νέα σελίδα: {{Κεφαλίδα | τίτλος = Ὁλόγυρα στὴ λίμνη | υπότιτλος = | συγγραφέας = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = 1892 }} Ὅταν ἐπανῆλθες μετὰ ἑ... 167242 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Ὁλόγυρα στὴ λίμνη | υπότιτλος = | συγγραφέας = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = 1892 }} Ὅταν ἐπανῆλθες μετὰ ἑπτὰ ἔτη εἰς τὴν ὡραίαν τοποθεσίαν, τὴν προσφιλῆ εἰς τὰς ἀναμνήσεις σου, δὲν ἦτο Φεβρουάριος ὁ μὴν καὶ δὲν ὑπῆρχον πλέον ἴτσια νὰ μυρώνωσι τὴν ἀτμοσφαῖραν μὲ τὰς μεθυστικὰς εὐωδίας των. Ἀλλὰ δὲν ἦτο πλέον καὶ ἡ Πολύμνια ἐκεῖ, ἄλλο ἔμψυχον ἴον, ἡ μεθύσκουσα ποτὲ τὴν παιδικὴν φαντασίαν σου μὲ μόνον τῆς λευκῆς λινομετάξου ἐσθῆτός της τὸν θροῦν. Δὲν ἐσώζετο πλέον οὔτε ὁ σικυὼν τοῦ ἀγαθοῦ Παρρήση, ὁ περιβάλλων ποτὲ μὲ χλοερὸν πλαίσιον τὴν γαληνιῶσαν λίμνην, τὴν ἀντανακλῶσαν εἰς τὰ νερά της τὸ αἴθριον κυανοῦν, οὔτε κἂν ἡ καλύβα τοῦ Λούκα τοῦ Θανασούλα, ἡ βρεχομένη ἀπὸ τὸ κῦμα παρὰ τὸ στόμιον τῆς λίμνης, ὅπου οὐδεὶς ἁλιεὺς ἐτόλμα ἐντὸς βολῆς νὰ πλησιάσῃ, διότι καὶ κοιμωμένου τοῦ Λούκα, ἡ καραβίνα ἠγρύπνει παρὰ τὸ πλευρόν του, καὶ ἤκουες τότε ἔξαφνα, ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, ξηρὸν κρότον οὐδὲν καλὸν ὑποσχόμενον εἰς τὸν τολμητίαν ὅστις θὰ ἐδοκίμαζε νὰ πλησιάσῃ ποτέ. Ἂν ἠδύνατό τις νὰ πιστεύσῃ τὰ λεγόμενα, ἡ καραβίνα αὕτη ἦτο τὸ ἀληθὲς ξυπνητήρι τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῆς λίμνης, εἰδοποιοῦσα αὐτὸν μυστηριωδῶς διὰ κτύπου εἰς τὸν δεξιόν του ὦμον περὶ τῆς λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινὸς ἐκ τοῦ λιμένος διὰ νυκτός. Διότι οἱ ὅροι τοῦ συμβολαίου ἔλεγαν ὅτι ὅλα τὰ κεφαλόπουλα καὶ τὰ καβούρια, ὅσα ἐπλησίαζαν εἰς τὴν λίμνην, ἦσαν τῆς λίμνης, ἐνῷ ὅσα ἐτόλμων νὰ ἐξέλθωσιν αὐτῆς, δὲν ἦσαν τοῦ λιμένος. Ἐφηρμόζετο δ᾿ ἐνταῦθα κατὰ πλάτος τὸ ἀξίωμα τὰ ἐμὰ ἐμά, καὶ τὰ σὰ ἐμά. Ἄλλοτε κατήρχετο ἐκεῖ βόσκων τὰς ὀλίγας ἀμνάδας καὶ τὰ ἀρνία του, ὁ μπαρμπα-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Κοψιδάκης, ὅστις δὲν ἐφείδετο νὰ διηγῆται εἰς πάντας ὅσας ὀπτασίας ἔβλεπε (ἁγίους, ἀγγέλους, δαίμονας, τὴν κατάστασιν τῶν ψυχῶν, καὶ αὐτὴν τὴν τελευταίαν κρίσιν, ὅλα τὰ ἔβλεπεν ὁ μακαρίτης) καὶ ἅπαξ μάλιστα ἠλήθευσε περιφανῶς, ὅταν ἔπεισε τοὺς πολίτας καὶ «τὸν δήμαρχο μὲ ὅλη τὴ δωδεκάδα», ὅτι ἦτο ἐπάναγκες ν᾿ ἀνακαινίσωσιν ἐκ βάθρων τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Καὶ προεῖπεν αὐτοῖς ὅτι, ἅμα ἀνέσκαπτον τὰ θεμέλια, ὁ Ἅγιος θὰ ἤρχετο βοηθός. Καὶ πράγματι, ὡς ἤρχισεν ἡ σκαπάνη νὰ ξεκοιλιάζῃ μετὰ δούπου τὴν γῆν καὶ νὰ στομοῦται πλήττουσα λίθους καὶ χάλικας, προέκυψαν εἰς τὸ φῶς δίδυμοι τάφοι μετὰ κιτρίνων σκελετῶν, τίς οἶδεν ἀπὸ ποίου λοιμοῦ, κατὰ τοὺς παρελθόντας αἰῶνας ἐκεῖ θαμμένων, καὶ μεταξὺ ἀδελφωμένων κοκκάλων καὶ χώματος, εὑρέθησαν περὶ τὰ ἑκατὸν ἑνετικὰ φλωρία. Ἄλλοι ἐπίστευσαν τότε τὸ θαῦμα καὶ ἄλλοι ἐξεπλάγησαν διὰ τὴν σύμπτωσιν, ἀλλὰ τὸ ὁρατὸν ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὁ ναΐσκος εὐπρεπὴς ὁπωσοῦν ἐκτίσθη. Εἰς τὸν ναΐσκον ἐκεῖνον, ὅταν ἦτο ἀκόμη παλαιὸς καὶ στενὸς καὶ μικρούτσικος, ἐκλείεσο τὸ πάλαι, ὅταν ἤθελες νὰ ἐπικαλεσθῇς τὴν βοήθειαν τοῦ Ἁγίου διὰ τοὺς πρωίμους πόνους τῆς καρδίας σου. Καὶ δὲν ἠδύνατό τις νὰ σὲ ὀνομάσῃ βέβηλον, καθόσον δὲν ἐζήτεις ἀπὸ τὸν Ἅγιον ἐγκόσμιον εὐτυχίαν, ἀλλὰ παρηγορίαν διὰ τὰς θλίψεις σου. Καὶ σὺ ἔπλεες τότε εἰς ψευδῆ ἀσφάλειαν, πεποιθὼς ὅτι κανεὶς ἄλλος δὲν σὲ ἔβλεπεν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ τὸν Ἅγιον· ἀλλ᾿ ὁ νέος ἐκεῖνος ὅστις ἐφύλαγε τότε τὰ πρόβατα τοῦ μπαρμπα-Γιωργοῦ, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, τοῦ Κοψιδάκη, ἂν καὶ δὲν ἦτο προικισμένος μὲ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ τῶν ὀπτασιῶν ὡς ὁ ἀφέντης του, ὅταν σ᾿ ἔβλεπεν ἀντικρὺ ἀπὸ τὸν λόφον, κ᾿ ἔκλειες τὴν θύραν ἅμα ἔμβαινες εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργὰ-γοργὰ ἀπὸ τὸν λόφον μὲ τὰ τσαρουχάκια του, πατῶν εἰς τὴν γῆν τόσον μαλακὰ ὡς νὰ ἦτο ἐλαφρὸς ἀτμὸς διολισθαίνων ἐπὶ τῆς χλόης, καὶ συνέχων τὴν ἀναπνοήν του, ἐπλησίαζε σιγὰ-σιγὰ εἰς τὴν μικράν, μισοασβεστωμένην καὶ λαδωμένην ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴν εὐλάβειαν τῶν προσκυνητριῶν, ὑαλόφρακτον θυρίδα τοῦ ναΐσκου, κ᾿ ἔβλεπε, χωρὶς νὰ τὸν βλέπῃς, τὰς μετανοίας καὶ τὰς προσευχάς σου, καὶ ἤκουε, χωρὶς νὰ τὸν ἀκούῃς, τοὺς ψιθυρισμούς σου καὶ τοὺς στεναγμούς σου. Ὤ! πόσα ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε! {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἐχωρίζετο ἡ λίμνη ἀπὸ τῆς θαλάσσης διὰ πλατείας λωρίδος γῆς ἀμμώδους καὶ κισηρώδους, τῆς ὁποίας μέρος ἦτο τὸ ναυπηγεῖον τῆς πόλεως καὶ μέρος ἦτο ὁ σικυὼν τοῦ Παρρήση. Κατὰ τὴν δυτικὴν ὅμως γωνίαν τῆς λωρίδος αὐτῆς, ὅπου ἤρχιζε ν᾿ ἁπλοῦται τὸ μῆκος τοῦ λιμένος, ἡ λωρὶς αὕτη ἔβαινε στενουμένη ἕως τοῦ Ἀργύρη τοῦ Μπαρμπαπαναγιώτη τὸν ἀνεμόμυλον, ὅστις μὲ τὴν ἀενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερῆ πτέρυγά του μὲ τὰ τριγωνικὰ ἱστία, ἐφαίνετο ὡς νὰ προεκάλει τὰ ἐν τῷ λιμένι ἠγκυροβολημένα πλοῖα, λέγων πρὸς αὐτά: «Νά, ἐγὼ ἀρμενίζω καὶ στὴ στεριά!» Πόσας καὶ πόσας φορὰς ἠναγκάσθης νὰ θαλασσώσῃς, ἀφαιρῶν κάλτσες καὶ πέδιλα, ἀνασηκώνων ἕως τὸ γόνυ τὴν περισκελίδα, ἐπιμένων πεισμόνως νὰ διαβῇς τὸ ποτάμιον, ὅταν πολὺ συχνὰ ἐπήρχετο πλημμύρα καὶ ἡ θάλασσα ἐγίνετο ἓν μὲ τὸν βάλτον! Καὶ διατί δὲν ἀπεφάσιζες ν᾿ ἀνακόψῃς τὸν δρόμον σου καὶ νὰ ἐπιστρέψῃς εἰς τὴν πόλιν; Διότι σοῦ ἐφαίνετο ὅτι κάτι ἔβλεπες, κάτι ἀπήλαυες εἰς τὸ τοπίον αὐτό, ἐνῷ ἐκείνη ἥτις τὸ ἐζωντάνευεν, εἶχε γίνει ἄφαντος πρὸ πολλοῦ. Καὶ πότε πάλιν ἐπροτίμας νὰ λάβῃς τὴν βορειοτέραν ὁδόν, τὴν περιφερῆ, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης, διατρέχων ὅλον τὸ Κ᾿βούλι μὲ τοὺς ἀγροὺς καὶ μὲ τοὺς ἀμπελῶνάς του. Ἐκεῖ ἐπάτεις ἐπὶ παχείας χλόης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἤξευρες πάντοτε ἂν ὑπῆρχε στερεὰ γῆ. Καὶ ἐχώνεσο ἕως τοὺς ἀστραγάλους εἰς τὸν βάλτον, ἀλλ᾿ ἐνόμιζες τοῦτο εὐτυχίαν σου, διότι ἐφαντάζεσο πάντοτε ὅτι ἔτρεχες νὰ κόψῃς ἴτσια δι᾿ ἐκείνην. Καὶ ὅταν ἔφθανες τέλος, μὲ τὰ ὑποδήματα βαλτωμένα καὶ τὰ περιπόδια ὑγρά, εἰς τὸν λευκὸν οἰκίσκον τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ τοῦ Μιτζέλου, καὶ τὸν ἐχαιρέτας, ἐκεῖ ποὺ ἐσκάλιζε τὰ κουκιά, φωνάζων μακρόθεν, «Καλησπέρα, μπαρμπα-Κωνσταντή!» κ᾿ ἐκεῖνος σοῦ ἀπήντα μειλιχίως, «Καλῶς τὸ παιδί μου!», τότε ἠγάπας νὰ φαντάζεσαι σεαυτὸν ὡς μπαρμπα-Κωνσταντήν, καὶ τὴν Πολύμνιαν ὡς θεια-Σινιώραν, καὶ τοὺς δύο κατὰ σαράντα ἔτη νεωτέρους, καὶ ἀνεμέτρεις ὁποία θὰ ἦτον εὐτυχία διὰ σέ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συζήσῃς μὲ τὴν ἀγαπητήν σου εἰς τὸν πάλλευκον ἐκεῖνον οἰκίσκον (τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ ὑπερβάλλουσα λευκότης ὠφείλετο εἰς τὰ ἀκατάπαυστα ἀσβεστώματα τῆς θεια-Σινιώρας), καὶ ὁποία θὰ ἦτο ἐντρύφησις αἰσθήματος καὶ ρωμαντισμοῦ, ἐὰν διήγετε τὰς ἡμέρας μετὰ τῆς ἀγαπητῆς ἐν μέσῳ τοῦ εὐώδους καὶ χλοεροῦ ἐκείνου κήπου μὲ τὰς ροιάς, μὲ τὰς ροδωνιάς, μὲ τὰς ἀμυγδαλέας καὶ πασχαλέας, μὲ ὅλα τὰ ἐκλεκτότερα φυτὰ καὶ ἄνθη (τὰ ὁποῖα ὅμως ὠφείλοντο εἰς τοὺς ἐνδελεχεῖς κόπους τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ), παρὰ τὴν ὄχθην τῆς ὡραίας λίμνης, ὅπου ὑπήρχεν εἷς οὐρανὸς ἐπάνω, καὶ ἄλλος οὐρανὸς ἐφαίνετο κάτω, λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἀνέτεινον τὰς ὑψηλὰς κορυφάς των ἄνω, καὶ ἄλλαι λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἐκρέμαντο ἀνάποδα κάτω. Καὶ ὅσαι μυριάδες ἄστρα ἐκόσμουν τὴν νύκτα λάμποντα τὸ στερέωμα, ἄλλαι τόσαι μυριάδες ἔλαμπαν τρεμοσβήνοντα κάτω εἰς τὸν πυθμένα. Καὶ καλαμῶνες σειόμενοι ὑπὸ τοῦ ἀνέμου ὕψωναν τοὺς ἀσθενεῖς καυλούς των δύο ὀργυιὰς ὑπὲρ τὸ κῦμα, καὶ βρύα καὶ λύγοι καὶ ἀσφόδελοι ἀπέζων ἐκ τοῦ ἐλέους τῆς λίμνης καὶ ἐκ τοῦ λίπους τοῦ βάλτου, κλίνοντα τὰς χθαμαλὰς κορυφάς των πρὸς τὸ ὕδωρ, ὡς ν᾿ ἀπέδιδον εἰς τὴν λίμνην τὴν ὀφειλομένην εὐγνώμονα ὑπόκλισιν. Καὶ ἀντικρὺ ὑψοῦτο ὁ λιμὴν μὲ τὰς χλοερὰς ὄχθας του ὁλόγυρα, τὰς ἐξαπλούσας εἰς τὸν ἥλιον τὰς πρασινιζούσας κλιτῦς των, ὡς εὔκολπα στήθη παρθένου ἀναδίδοντα ζωὴν καὶ σφρῖγος εἰς τὴν πλάσιν. Δένδρα ἐκόσμουν εὐπαρύφως τὰς ὄχθας τὰς ὀρεινὰς καὶ τὰς ἀμμώδεις, καὶ ἄλλα δένδρα φυτευμένα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐστόλιζον τὸ κῦμα καὶ τοὺς αἰγιαλούς, τὰ ἱστία μὲ τὰ ἐξάρτιά των. Καὶ εἰς τὸ βάθος ἐφαίνοντο πρὸς βορρᾶν τεμνόμεναι αἱ δύο τῶν λόφων σειραί, αἱ περιβάλλουσαι ἔνθεν καὶ ἔνθεν τὸν μακρὸν ἀλλ᾿ εὐσύνοπτον εἰς τὸ βλέμμα κάμπον, ἡ μία ἡ ἀνατολική, ὑψηλή, ἐγγυτέρα εἰς τὸν θεατήν, ἐπιστεφομένη ἀπὸ τὸ καλύβι τοῦ μπαρμπα-Γιωργιοῦ, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, τοῦ Κοψιδάκη, ὅπου ὄχι ἅπαξ ἑώρτασες τὴν Πρωτομαγιάν, παιδίον, μὲ γάλα καὶ μὲ ὀβελίαν ἀμνὸν καὶ μὲ στεφάνους καὶ μὲ λούλουδα, ὅταν ἔζη ὁ πρὸς μητρὸς πάππος σου, ὁ μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρος, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Καρονιάρης, ὅστις ἠγάπα νὰ ἑορτάζῃ μεγαλοπρεπῶς τὴν Πρωτομαγιάν, χορηγὸς αὐτὸς ὄχι μόνον δι᾿ ὅλους τοὺς υἱούς, τὰς θυγατέρας καὶ τὰ ἐγγόνια του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἀναδεξίμια του καὶ τοὺς κουμπάρους του καὶ διὰ τὰς κόρας τῶν κολληγισσῶν του ἀκόμη, τὰς ὁποίας ἑπταέτης ἤδη δὲν ὤκνεις νὰ ἐρωτεύεσαι, φανταζόμενος ὅτι τρέχεις κατόπιν αὐτῶν εἰς τοὺς ὁρμίσκους, ἐκεῖ ὅπου ἐλεύκαιναν τὰς ὀθόνας, καὶ ὅτι κρύπτεσαι μαζί των εἰς τὰ ἄντρα, τὰ πατούμενα ὑπὸ τῆς θαλάσσης, ἀφριζούσης ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Βορρᾶ, ὀνειροπολῶν τὴν εὐτυχίαν εἰς τοὺς λευκοὺς καὶ γλαφυροὺς κόλπους, μὲ τὰς ὁλοβροχίνους καὶ βυσσινόχρους τραχηλιάς, καὶ εἰς τὰς κυανόφλεβας καὶ τορνευτὰς ὠλένας μὲ τὰς μακρὰς καὶ κεντητὰς χειρῖδάς των. Πρώιμα ὄνειρα νεότητος ἀνυπομόνου, ὡς ἡ ἀμυγδαλῆ ἡ ἀνθοῦσα τὸν Ἰανουάριον! Ἡ ἄλλη, ἡ δυτικὴ λοφιά, ἦτο ἡ Πλατάνα, ἀπωτέρα εἰς τὸν θεατήν, ὑπτία, ἀνακεκλιμένη, βαθμηδὸν ἀνέρπουσα πρὸς τὰς ὑψηλοτέρας κορυφάς, ἧς τὴν ὑπώρειαν περικαλλῶς κοσμεῖ ὁ Πύργος τοῦ Μετοχίου, μὲ τὸν ὡραῖον ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔβλεπες ἀντικρύ σου ὡς τελείαν εἰκόνα ἀριστοτέχνου ἀληθῶς, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης ἀπὸ τὸν λευκὸν οἰκίσκον τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ τοῦ Μιτζέλου, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ ναυπηγεῖον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ἀπέναντι, ἐντεῦθεν τῆς λίμνης. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ὅλη ἡ μακρὰ καὶ πλατεῖα ἀμμουδιὰ ἡ ἁπλουμένη μεταξὺ τῆς λίμνης καὶ τοῦ λιμένος, δὲν εἶχεν οὐδὲ ἕνα κόκκον ἄμμου ἀμιγῆ ἀπὸ πριονίδια, οὐδὲ ἕνα χάλικα ἐλεύθερον ἀπὸ τὴν γειτονίαν πελεκουδίου. Πόσα δάση ἀγριοξύλων μετεμορφώθησαν ἐνταῦθα, ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, εἰς σκάφας μὲ κατάρτια ὑψηλά, μὲ μυριάδας ὀργυιῶν σχοινίων καὶ πανίων, καὶ πόσαι τοιαῦται σκάφαι θὰ ἐκοιμῶντο τώρα τὸν αἰώνιον ὕπνον εἰς τὰ βάθη τῆς Μεσογείου ἢ τοῦ Εὐξείνου! Δύο τοιοῦτοι σκελετοὶ ἐφαίνοντο σήμερον κείμενοι ἐπὶ τὴν μίαν πλευράν, εἰς τὰ ρηχά, ἀντικρὺ τοῦ ναυπηγείου, μὲ τὰς σκωληκοβρώτους καὶ μαυρισμένας σανίδας των, μὲ τὰ σκουριασμένα καρφία των, καὶ τὰ διέχοντα στραβόξυλα γυμνὰ μαδερίων, δι᾿ ὧν διέρρεεν ἐλευθέρως ἡ θάλασσα, ἐφαίνοντο θλιβερῶς μειδιῶντα, μὲ ὀδόντας ἄνευ χειλέων, ὡς νὰ ᾤκτειρον βλέποντα ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν τόσην μανιώδη μέριμναν καὶ μεταλλευτικότητα τῶν ἀνθρώπων. Πόσαι χεῖρες ἀνθρώπων πυρετωδῶς ἐργασθεῖσαι ἄλλοτε ἐδῶ δὲν ἔκειντο ξηραὶ εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς, πόσαι κεφαλαί, τόσον ἔχουσαι ἐγκέφαλον, ὅσος θὰ ἤρκει, καθ᾿ ἃ ἔλεγε γηραιὸς ναυτικός, «διὰ νὰ παλαμίσῃ τις ἕνα καράβι ὁλόκληρο», δὲν ἔθρεψαν ἀδηφάγα κήτη εἰς τὸν βυθὸν τοῦ πόντου! Καὶ ὅμως ὁ γέρων ἐκεῖνος θαλασσινός, μὲ τὴν πικρὰν εἰρωνείαν, εἶχε χάσει ἀρτίως τὸ πλοῖον καὶ τοὺς δύο υἱούς του ἀπὸ τρικυμίαν παρὰ τὸν Μαλέαν, καὶ τώρα, μὲ τὰ γεράματά του, καὶ μὲ τὸν τρίτον του υἱόν, ἐπαιδεύετο νὰ ναυπηγήσῃ ἄλλο πλοῖον μεγαλύτερον, ἔρημος τῶν κυριωτέρων βοηθῶν του! Οὕτως ἡ ἀνάγκη τοῦ βίου καὶ ἡ συνήθεια δεσπόζουσι τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων! Δι᾿ ἐκεῖνον τὸ νέον τοῦτο πλοῖον ἴσως νὰ ἦτο, ἂν ὄχι ἱκανοποίησις, τοὐλάχιστον παρηγορία διὰ τὸ γῆρας! Καὶ οὕτω θὰ ἐξηκολούθει νὰ διάγῃ τὰς τελευταίας ἡμέρας του, ὁ γηραιὸς θαλάσσιος λύκος, ἑωσότου θὰ ἤρχετο ἴσως ἡμέρα καθ᾿ ἣν ἡ θάλασσα, τὸ μέγιστον τοῦτο θηρίον τὸ ὁποῖον ἐπιμόνως προεκάλει, θὰ τὸν ἀνέρριπτεν ἐξεγειρομένη ἀπὸ τῶν κόλπων της ἕως τὸ στερέωμα, ὡς λέγει ὁ Βάυρων, καὶ θὰ τὸν ἔπεμπεν ὀλολύζοντα «εἰς τοὺς θεούς του», ἀπορρίπτουσα αὐτὸν ὀπίσω εἰς τὴν γῆν. «Ἐκεῖ ἂς κεῖται!» There let him lay! Κ᾽ ἐξηκολούθουν διαρκῶς νὰ ναυπηγῶσι πλοῖα, καὶ ἡ τέχνη ἐτελειοποιεῖτο καὶ τὸ ἐμπόριον ηὔξανε. Πᾶς ὅστις ἤθελε νὰ ναυπηγήσῃ εἶχε πρόθυμον σύμβουλον τὸν καπετὰν Δημήτρη τὸν Κασσανδριανό, μὲ τὴν μακράν του τσιμπούκαν, μὲ τὸ ἠλέκτρινον στόμιον, ὅστις εἶχεν ἰδεῖ καὶ ἀκούσει πολλὰ εἰς τὴν ζωήν του, ὁ μακαρίτης. Τὰς ἡμέρας τοῦ γήρατός του τὰς ἐδαπάνα παριστάμενος θεατὴς τῶν ναυπηγουμένων πλοίων, ἐρχόμενος κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν μὲ τὴν τσιμπούκαν του, μὲ τὴν μακρὰν καπνοσακκούλαν του κρεμαμένην ἐπὶ τοῦ τσοχίνου ἐπανωβράκου, διὰ νὰ καμαρώσῃ τοὺς κόπους καὶ τὰς ἐλπίδας τῶν ἄλλων, καὶ παρηγορηθῇ διότι, πεισθεὶς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν υἱῶν του, ἰσχυριζομένων ὅτι ἦτο παρὰ πολὺ γέρων, εἶχε παραχωρήσει αὐτοῖς τὴν πλοιαρχίαν. «Σὰ θὰ κάμετε τὸ σταυρό σας νὰ κόψετε τὸν κερεστέ, παιδιά, νὰ κοιτάξετε καλὰ πόσω ἡμερῶ θὰ εἶναι τὸ φεγγάρι… Κι ὅντας θὰ σκαρώσετε, μὲ τὸ καλό, νὰ ξετάζετε ποῦ εἶναι ὁ ἀστέρας… Βάρδα μπένε, νὰ μὴ σκαρώσετε μουδὲ νὰ τὸ ρίξετε στὸ γιαλὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶναι λιοτρόπι…» Καὶ ἔδιδε βραδύγλωσσος πολυτίμους ὁδηγίας εἰς τὸν πλοίαρχον, ὡς καὶ εἰς τὸν πρωτομάστορην, περὶ πάντων τῶν συντελούντων εἰς τὴν ἐπιτυχῆ ναυπήγησιν ὡς καὶ τὴν εὐόδωσιν καὶ προκοπὴν τοῦ πλοίου. Ὅστις δὲν τὸν ἤκουε, τόσον χειρότερα δι᾿ αὐτόν! Νεωτερισταί τινες πλοίαρχοι ἐδοκίμασαν νὰ τὸν παρακούσουν, καὶ ὑπέφεραν σκληρῶς. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἐνθυμεῖσαι, ὑπῆρχαν τότε τρία μεγάλα σκάφη πλησίον ἀλλήλων ναυπηγούμενα, ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀρχιναυπηγόν. Θαυμάσιος ἄνθρωπος! Πῶς ἠδύνατο νὰ ἐπαρκῇ καὶ εἰς τὰ τρία, τρέχων ἀπὸ σκάφης εἰς σκάφην, μ᾿ ἕνα πῆχυν εἰς τὴν χεῖρα, μὲ μίαν στάθμην καὶ μ᾿ ἓν σκέπαρνον ἀπὸ τοῦ αὐχένος κρεμάμενον μὲ τὴν λαβὴν ἐπὶ τοῦ στέρνου. Καὶ ὁποία στρατιὰ ἀνθρώπων ἐτέλει ὑπὸ τὰς διαταγάς του! Ὁ πλοίαρχος, οἱ βοηθοί του, οἱ πριονισταί, οἱ πελεκηταί, οἱ μαραγκοὶ καὶ οἱ καλαφάται! Δὲν ἔλειπαν καὶ οἱ Γύφτοι, οἵτινες εἶχον ἱδρύσει προχείρως ἀνὰ μίαν καλύβην ὄπισθεν ἑνὸς ἑκάστου τῶν σκαφῶν. Καὶ μὲ τὴν κάμινον πλήρη ἀνθράκων, μὲ τοὺς φυσητῆρας, μὲ τοὺς ἄκμονας, μὲ τοὺς ραιστῆρας καὶ τὰς βαρείας σφύρας των, ἔκοπταν, ἔκοπταν μεγάλα καρφία, τζαβέτες. Ὁποῖος φοβερὸς θόρυβος! Οἱ κτύποι τοῦ ραιστῆρος ἔπνιγον τὸν ἔρρυθμον τριγμὸν τοῦ πρίονος, ὁ κρότος τοῦ σκεπάρνου ἐκάλυπτε τὸν δοῦπον τῆς ξυλίνης ματσόλας, δι᾿ ἧς ἐκτύπα τὸ στυππεῖον ὁ καλαφάτης, καὶ ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους κρότους ἐδέσποζεν ὁ βαρὺς ροῖβδος τοῦ πελωρίου ραιστῆρος, δι᾿ οὗ ἐνέπηγον τὰ χονδρὰ καρφιὰ καὶ τοὺς ξυλίνους ἥλους, τὲς καβίλιες, εἰς τὰς στρογγύλας πλευρὰς τοῦ κολοσσαίου σκάφους. Καὶ ὑψηλός, μεγαλόκορμος ἀνήρ, μὲ ὀρθὰς τὰς πλάτας, μὲ τὸ κόκκινον πλατὺ ζωνάρι συνέχον τὴν μακρὰν σέλλαν τοῦ βρακίου ὑπὸ τοὺς βουβῶνάς του, εἶχεν ἀναβῆ, ὁ δαιμόνιος, ὑψηλὰ ἐπὶ τῆς κωπαστῆς, καὶ ὁ ἴσκιος του μακρός, ὑπὸ τὰς τελευταίας ἀκτῖνας τοῦ δύοντος ἡλίου, ἐμεγεθύνετο τεραστίως, τῶν μὲν σκελῶν πιπτόντων ἐντεῦθεν τῆς λίμνης ἐπὶ τῶν φυτῶν τοῦ σικυῶνος, τοῦ δὲ κορμοῦ ἀορίστως κυμαινομένου ἐπὶ τοῦ ὕδατος, καὶ τῆς κεφαλῆς ζωγραφουμένης μεγαλοπρεπῶς πέραν τῆς λίμνης, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὴν ὑπώρειαν τοῦ βουνοῦ. Οὗτος ἦτο ὁ πουργοτζής, ἔργον ἔχων τὸ ν᾿ ἀνοίγῃ τρύπες. Ὑπερμέγεθες πισσωμένον ζεμπίλιον, κείμενον κάπου, ἀνάμεσα εἰς δύο βουβά, μεγάλα ξύλα, ὑπὸ τὴν πρύμνην, ἦτο γεμᾶτον ἀπὸ τριβέλια διαφόρων μεγεθῶν, ἕως τρεῖς δωδεκάδας, ὧν τὸ μὲν μικρότερον θὰ ἦτο ἕως δύο σπιθαμῶν, τὸ δὲ μέγιστον, βαρύ, ὀγκῶδες, ἦτο σχεδὸν ἴσον μὲ τὸ ἀνάστημα τοῦ κατόχου του. Τὴν στιγμὴν ταύτην ἐχειρίζετο ἀκριβῶς ἓν τῶν μεγίστων τρυπανίων, καὶ ἔκυπτεν, ὁ θαυμάσιος, ἐπὶ τῆς κωπαστῆς, αἰωρούμενος ὡς σχοινοβάτης, καὶ ἤνοιγε βαθεῖαν κάθετον ὀπὴν εἰς μίαν τῶν πλευρῶν τοῦ σκάφους. Ὢ τῆς ἀκαταληψίας! {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἀλλ᾿ ὁ ἥλιος ἐκρύβη ἤδη εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὑψηλοῦ πετρώδους βουνοῦ, καὶ ὁ ἴσκιος τοῦ πουργοτζῆ διεγράφη καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ὕδατος καὶ ἀπὸ τὸν ἄμμον τῆς παραλίας. Οἱ μαστόροι, καθὼς καὶ οἱ πολλοὶ ἐπισκέπται, οἱ περιπατηταὶ τῆς ἑσπέρας, οἵτινες ἤρχοντο νὰ συγκοπιάζωσι καὶ αὐτοὶ μὲ τὸ βλέμμα εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων, κ᾿ ἐνίοτε νὰ τοὺς χασομερῶσι μὲ τὰς ἀκαίρους ἐρωτήσεις των, διασκελίσαντες τὰ παντοῦ ἐσκορπισμένα ἀνὰ τὸ ναυπηγεῖον βουβά, δοκοὺς καὶ στραβόξυλα, συνήχθησαν ὅλοι ἐν συγκεχυμένῳ βόμβῳ, περὶ τὴν μικρὰν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, ἥτις ἦτο πλήρης τάκων καὶ τεμαχίων ξύλου καὶ σπυρίδων μὲ ἐργαλεῖα καί τινων ἐνδυμάτων καὶ κλινοσκεπασμάτων, διὰ νὰ πίωσιν ὅλοι τὸ τσίπουρο, ἀπὸ μεγάλην χιλιάρικην φιάλην, μὲ τὸ αὐτὸ ποτήριον ὅλοι. Μόνος ὁ πελώριος καραβόσκυλος, ὁ προσδεδεμένος μὲ στερεὰν ἅλυσιν ἔξω τῆς καλύβης, ὄπισθεν τῆς πρύμνης τοῦ μεγάλου σκάφους, ἐξέπεμπεν ἀπειλητικὸν ὑπόκωφον γρυλισμόν, ὡς νὰ διέκρινεν αὐτὸς μόνος τὸν βόμβον τῶν κηφήνων ἀπὸ τοῦ βόμβου τῶν μελισσῶν, κ᾿ ἐφαίνετο, ἂν τοῦ τὸ ἐπέτρεπαν, ἕτοιμος νὰ ἐφορμήσῃ. Ἀλλ᾿ ὁ πλοίαρχος, ὁ καπετὰν Γιωργάκης, ὅστις ἐφαίνετο κάπως μορφωμένος, μὲ τοὺς μακροὺς ἀγκιστροειδεῖς ξανθοὺς μύστακάς του, τὸ ἡλιοκαὲς πρόσωπον καὶ τὸ μικρὸν ἀνάστημα, διὰ μονοσυλλάβων ἀνέκοπτε τὴν ὁρμήν του. «Πίσω, Τσοῦρμο! κάτω, Τσοῦρμο!» Ὁ Τσοῦρμος ὑπήκουεν, ἀλλὰ μετὰ δυσκολίας, κ᾿ ἐξέφραζε τὴν λύπην του διὰ παρατεταμένων γαυγισμῶν. Ἤρχισε νὰ κυκλοφορῇ τὸ ποτήριον τῆς ρακῆς, καὶ οἱ ναυπηγοὶ ὅλοι καὶ οἱ περιπατηταὶ ἔλεγαν τὰς συνήθεις εὐχάς: «Καλορρίζικο! μάλαμα τὸ καρφί τ᾿, καπετάνιο! Καλὸ πλέψιμο!» Τὴν τελευταίαν λέξιν οἱ πλεῖστοι ἐπρόφεραν, κατὰ παραφθοράν, πλέξιμο. Καὶ εἷς περίεργος ἄνθρωπος μὲ χονδρὸν ἄσχημον πρόσωπον, μὲ παχύτατον μύστακα ἐπικαθήμενον ὡς στοιβιὰ ἐπὶ τῶν μήλων τῶν παρειῶν του, ἕως τοὺς ὀφθαλμούς, ἡμιναύτης καὶ ἡμιεργάτης καὶ ἡμιεκφορτωτής (οὗτος ἦτο ὁ Ἀλέξανδρος Χάραυλος, ὁ ἴδιος ὅστις πηδαλιουχῶν ποτὲ ἐν μακρῷ ταξιδίῳ, κατὰ τὴν Μαύρην Θάλασσαν, ἐπὶ μεγάλου πλοίου, τὴν νύκτα, ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ πλοιάρχου, περιπατοῦντος κατὰ μῆκος τοῦ καταστρώματος ἀπὸ τὴν πρύμνην ἕως τὴν πρῷραν: «Τί ἔχεις, βρὲ Ἀλέξανδρε, κι ἀναστενάζεις;» κ᾿ ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πῶς θὰ τὰ πληρώσουμε, τόσα ἑκατομμύρια ποὺ χρωστάει τὸ Ἔθνος!»)· οὗτος λοιπὸν ὁ Ἀλέξανδρος Χάραυλος, ὀλίγον πέραν τοῦ δέοντος ἀφελής, προσληφθεὶς ἀπὸ τῆς προτεραίας διὰ νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὴν ναυπήγησιν τοῦ σκάφους, ὅταν ἦλθεν ἡ σειρά του διὰ νὰ πίῃ καὶ νὰ χαιρετίσῃ, ἐπρόφερεν ἐξ ὑπερβαλλούσης ἀδεξιότητος ὡς ἑξῆς τὴν ἀνωτέρω σημειωθεῖσαν λέξιν: ― Καλὸ μπλέξιμο, καπετάνιο! Οἱ ἄλλοι ἐκάγχασαν· ὁ ξανθομούστακος πλοίαρχος συνωφρυώθη, ὁ Τσοῦρμος ἠγέρθη ἐπὶ τῶν ὀπισθίων ποδῶν καὶ ἀφῆκε φοβερὰν ὑλακήν! Ὁ ἀδελφὸς τοῦ πλοιάρχου, ὁ Δημήτρης ὁ Τσιμπίδας, ἤγειρε τὴν χεῖρα ν᾿ ἁρπάσῃ ἀπὸ τὸν σβέρκον τὸν Ἀλέξανδρον τὸν Χάραυλον καὶ νὰ τοῦ καταφέρῃ ὀλίγους κονδύλους. Ὁ καπετὰν Γιωργάκης τὸν ἐμπόδισεν, ἂν καὶ τοῦ ἐκόστισε πολύ. Διότι ὅλοι οἱ ναυτικοί, καὶ οἱ πλέον μορφωμένοι σχετικῶς, δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένοι δεισιδαιμονιῶν καὶ προλήψεων. Πῶς νὰ μὴν εἶναί τις δεισιδαίμων ὅταν «πολεμῇ μὲ τὸ μεγαλύτερον θηρίον», ὅταν παλαίῃ μὲ τὸ ἄγνωστον, καὶ δὲν ἠξεύρῃ ἂν αὔριον θὰ ἐπιπλέῃ ἢ θὰ ποντισθῇ, ἂν θὰ εἶναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἢ εἰς τὸν πυθμένα; Ὁ πλοίαρχος ἠρκέσθη μόνον νὰ εἴπῃ ὀργίλως: ― Δάκω τὴ γλῶσσα σ᾿, βρὲ στραβο-Χάραυλε… νὰ μὴν ἁρπάξω τὴ σαλαμάστρα, τώρα… Καὶ μετὰ δυσκολίας πολλῆς ἐμπόδισε τὸν ἀδελφόν του νὰ μὴ τὸν αἰκίσῃ. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἐκεῖ, ὄπισθεν τῶν θάμνων τοῦ φράκτου, ἐν μέσῳ τῶν χωραφίων, 〈τῶν〉 ἀμπέλων καὶ τοῦ αἰγιαλοῦ, ὅπου ὄχι σπανίως ἡ μὲν θάλασσα ἐπάτει καὶ ἀφωμοίου τὸ ἥμισυ κήπου ἢ ἀγροῦ μὲ συκᾶς, μηλέας καὶ ἀπιδέας, οἱ δὲ διαβάται ἔκαμναν δρόμον τὸ ἄλλο ἥμισυ τοῦ αὐτοῦ κήπου ἢ ἀγροῦ (καὶ οἱ εὐτυχεῖς ἰδιοκτῆται εἰς ποῖον νὰ προσκλαυθῶσιν;) ἤκουες πολλάκις τὴν ἑσπέραν περὶ τὸ λυκόφως, ἐνῷ οἱ ναυπηγοὶ φορτωμένοι τὰ ζεμπίλια μὲ τὰ σιδερικά των ἐπέστρεφαν εἰς τὴν πολίχνην, ἤκουες, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν μαραγκῶν, μετρούντων τὰς ἡμέρας ἑωσοῦ ἔλθῃ ἡ πρώτη Κυριακή, κατόπιν τῆς ὁποίας εἵποντο κατὰ σειρὰν τρεῖς ἢ τέσσαρες ἑορταί (τῶν Κορυφαίων Ἀποστόλων, τῶν Δώδεκα, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ τῆς Ἁγίας Ἐσθῆτος), καὶ ἀναλογιζομένων μετὰ προαπολαύσεως μελλούσης μακαριότητος ὅτι θὰ ἔπλεον ὅσον οὔπω ἀντικρύ, εἰς τὴν ἀνατολικὴν νῆσον, τὴν κρατοῦσαν δέσμια πανταχόσε τῆς γῆς ὅλα τὰ τέκνα της μὲ ἀόρατον συμπαθὲς νῆμα πόθου καὶ νοσταλγίας, θὰ ἔπλεον ὅλοι στοιβαζόμενοι εἰς δύο μεγάλας ὁλκάδας, ἔργα τῶν χειρῶν των, ὅπως ἐπὶ τετραήμερον ἑορτάσωσιν· ἤκουες, λέγω, διάλογον οἷος ὁ ἑξῆς: ― Νά, κοντεύουμε τώρα, Νταντή… ― Ἀργοῦμε ἀκόμα, Μπεφάνη… ― Τί λές, βρὲ Νταντή;… Δευτέρα πέρασε, Τρίτ᾿ Τετράδ᾿ μιά, Πέφτ᾿ Παρασκευὴ δυό, Σαββάτο, πρῶτα ὁ Θεός, εἴμαστε πέρα. Καὶ οὕτως ὁδὸς μακρὰ βραχεῖα γίγνεται, ὄχι κατὰ τὸν Σοφοκλέα. Ἀλλὰ δὲν ἦτο πάντοτε ἑσπέρα ὅταν ἔβαινες πρὸς τὴν ἀμμώδη ἐκείνην παραλίαν μὲ τ᾿ ἀβαθῆ ὕδατα, καὶ δὲν ἔβλεπες πάντοτε ὁμάδας ἀνθρώπων ἐπιστρεφόντων ἐκ τοῦ ναυπηγείου, οὐδὲ πτωχῶν γυναικῶν φορτωμένων σάκκους πλήρεις πελεκουδίων ἐπὶ τῶν ἰσχνῶν ὤμων των. Ἦτο πρωία, καὶ δὲν εἶχε παρέλθει ὁ χειμών, καὶ δὲν εἶχαν σκαρώσει ἀκόμη τὰ μεγάλα σκάφη. Εἰς τὸ ναυπηγεῖον μία μόνον βρατσέρα καὶ δύο βάρκαι μικραὶ ὑπῆρχαν σκαρωμέναι. Δὲν εἰργάζοντο ἐκεῖ εἰμὴ ὁ μαστρο-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Βαγγελάκης, μὲ τὴν κοκκίνην σκούφιαν του, ἥτις δὲν ἦτο οὔτε φέσι οὔτε κοῦκος οὔτε καπέλο, ἀλλὰ μετεῖχεν ἀπὸ ὅλα αὐτά, μὲ τοὺς πισσωμένους ἀμπάδες του καὶ μὲ τὴν πολύχρουν ἀπὸ τὰ ἐμβαλώματα καμιζόλαν του, καὶ ὁ Γιάννης τῆς Παναγιοῦς, μὲ τὸ ὑψηλὸν καὶ ὀρθὸν φέσι του, μὲ τὴν μακρὰν καὶ πολύπτυχον βράκαν του, μὲ τὴν ἄσπρην φανέλαν καὶ μὲ τὴν μεγάλην ζεμπίλαν του. Ὁ ἥλιος μόλις εἶχεν ἀνατείλει, διαλύων τοὺς ἀνερχομένους ἀπὸ τὴν θάλασσαν πρὸς τὴν πρασινίζουσαν ἀκτὴν λευκοὺς ἀτμούς, τὰ ὕδατα ἦσαν ρηχὰ ἀπὸ τὸν ἀσθενῆ ἄνεμον ὅστις ἐφύσα. Ἐφαίνετο τὴν πρωίαν ἐκείνην ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Βορρᾶς εὑρέθη εἰς διάθεσιν φιλοπαίγμονα, θωπεύων μαλακὰ τὴν θάλασσαν. Καὶ ἡ ψυχρὰ ριπὴ δὲν ἦτο δυσάρεστος εἰς τὸν μικρὸν κτηματίαν τὸν ἐπιβαίνοντα τοῦ ὄνου καὶ ἀπερχόμενον εἰς τὸν ἀγρόν του, οὐδὲ εἰς τὸν ζευγηλάτην, τὸν διὰ τῆς φωνῆς ἀποτείνοντα τὰ κελεύσματα εἰς τοὺς βοῦς του: ―Ὤ! Μελίσσ᾿, ὄξου Μαυρομμάτ᾿! καὶ διὰ τοῦ βλέμματος θωπεύοντα τὴν μεγάλην χύτραν μὲ τὰ καλομαγειρευμένα μὲ ἱκανὸν εὐῶδες ἔλαιον φασόλια, καὶ μὲ ἄφθονον κοκκίνην πιπεριάν, τὴν ὁποίαν, μὲ τὸ ἐξησκημένον βλέμμα του, εἶχεν ἀνακαλύψει ἤδη ἐρχομένην ὄπισθεν τῶν θάμνων, ὁλονὲν καὶ πλησιάζουσαν σκεπασμένην καλὰ διὰ νὰ μὴν κρυώσῃ τὸ φαγητόν, ἐπιστέφουσαν τὸν μέγαν κόφινον, ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς φιλοτίμου οἰκοκυρᾶς, σχεδὸν ἀρμενίζουσαν ὡς βάρκαν, χωρὶς νὰ φαίνωνται οὔτε αἱ χεῖρες αἱ ὑποβαστάζουσαι οὔτε οἱ πόδες οἱ βηματίζοντες. Ὀλίγαι στιγμαὶ θὰ παρήρχοντο ἀκόμῃ, καὶ ὁ μὲν Μελίσσης καὶ ὁ Μαυρομμάτης, ἀπολυόμενοι πρὸς ὥραν τοῦ ζυγοῦ, θὰ ἔβοσκον μακαρίως παρὰ τὰς χονδρὰς καὶ ὀζώδεις ρίζας τῶν ἐλαιῶν, ὁ δὲ ζευγηλάτης καὶ ὁ βοηθός του, θὰ παρεκάθιζον ἐπιφθόνως ὑπὸ τὸ εὐλογημένον φύλλωμα, καὶ θὰ ἐπειρῶντο ἐγγύτερον τῆς χύτρας. Ἀλλὰ σύ, φίλε, δὲν προσεῖχες τότε εἰς τὰ τετριμμένα αὐτά, ἀλλ᾿ ἐφθόνεις μᾶλλον τοὺς μικροὺς δεκαετεῖς παῖδας, τοὺς ἀνασηκώνοντας τὴν περισκελίδα ὣς τὸν μηρόν, φέροντας τὰ πέδιλα εἰς τὸ θυλάκιον καὶ θαλασσώνοντας ὑπὲρ τὸ γόνυ εἰς τὸ κῦμα. Ἔβλεπες ἔξαφνα ἕνα τούτων νὰ κύπτῃ νὰ συλλαμβάνῃ μὲ τὴν παλάμην μικρὸν ὀκταπόδιον, νὰ τὸ δαγκάνῃ εἰς τὸν λαιμόν, ν᾿ ἀγωνίζεται ν᾿ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸν καρπὸν τῆς χειρός του τοὺς μυζητῆρας, νὰ τρέχῃ εἰς τὴν ἄμμον καὶ νὰ τὸ κοπανίζῃ γενναίως εἰς τὸν πρῶτον λίθον τὸν ὁποῖον θὰ εὕρισκε, λείψανον παρασυρθέντος ἀπὸ τὰ κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ἢ ἐρείπιον πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης προκυμαίας. Καὶ ἡ μήτηρ σου ἡ φιλότεκνος ὄχι μόνον δὲν σοῦ ἐπέτρεπε νὰ τρέχῃς, ὅπως ἄλλοι, ἀνυπόδητος καὶ σύ, ἀλλ᾿ ἀπῄτει νὰ φορῇς καὶ κάλτσες. Ὁποῖα δεσμὰ παιδαγωγικῆς δουλοσύνης! Εὐτυχῶς εἶχες πλησίον σου τὸν φίλον σου, τὸν Χριστοδουλήν, ὅστις, ὁμῆλιξ μὲ σέ, ἦτο εὐτυχέστερος κατὰ τοῦτο, ὅτι ἦτο πάντοτε ξυπόλυτος, καὶ οὐδ᾿ ἐφόρει ποτὲ κάλτσες. Φιλότιμον παιδίον! Ἔτρεχε δι᾿ ὅλης τῆς ἡμέρας ἀπὸ γιαλὸν εἰς γιαλόν, ἔβγαζε γρινιάτσες, πορφύρες καὶ πεταλίδες διὰ δύο, καβούρια διὰ τρεῖς, ὀκταπόδια διὰ τέσσαρες. Καὶ μέρος μὲν αὐτῶν ἔκαμνε δολώματα, διὰ νὰ ψαρεύῃ μὲ τὴν καλαμιὰν ἀπὸ τὸ δειλινὸν ἕως τὸ βράδυ, μέρος δὲ ἐμοιράζετο φιλαδέλφως μὲ σέ. Τὴν πρωίαν ἐκείνην ὀλίγον πρὶν φθάσητε εἰς τὸν μύλον τοῦ Μπαρμπαπαναγιώτη, ὅστις ἵσταται ὡς φρουρὸς παρὰ τὸ δυτικὸν στόμιον τῆς λίμνης, ἐκεῖ ὅπου ἦτο οὐδέτερον ἔδαφος μεταξὺ θαλάσσης καὶ ξηρᾶς, ὁ φίλος σου ὁ Χριστοδουλής, ἐπειδὴ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τὰ ὕδατα ἐβαθύνοντο ὀλίγον τι ἀποτόμως, δὲν εὑρίσκετο πολὺ μακρὰν εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἅμα εἶδεν ὅτι ἡ Πολύμνια πλησιάσασα ἤρχισε νὰ σοῦ ὁμιλῇ, ἔσπευσε νὰ ἀποβῇ εἰς τὴν ξηρὰν διὰ ν᾿ ἀκούσῃ τί σοῦ ἔλεγε. Ὁποῖον λεπτοφυὲς σῶμα ἐσκέπαζεν ἡ λειομέταξος ὀρφνὴ ἐσθής! Πῶς διεγράφετο ἁρμονικῶς ἡ μορφή της μὲ χνοώδη πάλλευκον χρῶτα καὶ τὰ ἐρυθρὰ μῆλα τῶν παρειῶν, μὲ τὸν μελίχρυσον λαιμὸν καὶ μὲ τὸ ἐλαφρῶς κολπούμενον στῆθός της! Πόσον ἁβραὶ ἦσαν αἱ χεῖρες, καὶ πόσον μελῳδικὴ ἔπαλλεν εἰς τὸ οὖς σου ἡ θεσπεσία φωνή της! Ἡ ξανθοπλόκαμος κόμη ἀτημέλητος ὀλίγον, ὡς νὰ ἐβιάσθη νὰ καλλωπισθῇ διὰ νὰ ἐξέλθῃ καὶ ἀπολαύσῃ τὴν θαλασσίαν αὔραν καὶ τὸν τερπνὸν τῆς ἀμμουδιᾶς περίπατον, ἀερίζετο ἀπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Βορρᾶ, καὶ τὸ ὄμμα της, μὲ τὰ μακρὰ ματόκλαδα ὡς πτεροφόρος ὀιστός, σ᾿ ἐσαΐτευε γλυκὰ εἰς τὴν καρδίαν. Ἐνθυμεῖσαι! Ὁποῖον αἴσθημα ἐδοκίμασες τότε, καὶ πῶς, δεκατετραετὴς μόλις, ἠρωτεύθης ἤδη; Ἡ Πολύμνια σοῦ ὡμίλησεν! Ἡ Πολύμνια σ᾿ ἐκάλει ὀνομαστί! Ὁποία παιδικὴ μέθη, εὐκόλως παραχθεῖσα διὰ μικρᾶς δόσεως ρευστοῦ! Ἐφαίνετο ὅτι δὲν ἐσήκωνες περισσότερον. Καὶ ὅμως, τὸ πρᾶγμα ἦτο ἁπλούστατον. Ὁ ἀδελφός της, δωδεκαέτης, ἐκεῖνος ἤξευρε τ᾿ ὄνομά σου καὶ εἶπε τίς εἶσαι εἰς τὴν Πολύμνιαν. Καὶ αὕτη δὲν ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἐσαγίτευε τὴν καρδίαν σου, ἂν σοῦ ἀπέτεινε τὸν λόγον, ἀφοῦ μάλιστα ἤθελε νὰ σοῦ ζητήσῃ ἐκδούλευσιν. Ἐν τούτοις ὁ Χριστοδουλὴς ἔτρεξε πλησίον σου, καταβιβάσας ἐν σπουδῇ τὴν περισκελίδα του, ὡς διὰ νὰ μοιρασθῇ τὸ βάρος τῆς εὐτυχίας. Ἡ μελῳδικὴ φωνὴ τῆς Πολυμνίας εἶπε: ― Ξέρεις, ποῦ εἶναι ἴτσια; Μπορεῖς νὰ μοῦ κόψῃς τίποτε ἴτσια; Σὺ ἔμενες κεχηνώς. Ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε φθάσει ἤδη. ― Μπράβο! μπράβο!… κυρία Πολύμνια! Ἐγὼ τὰ ξέρω ποῦ εἶναι τὰ ἴτσια… τώρα νὰ πᾶμε νὰ κόψουμε… ― Θὰ μὲ ὑποχρεώσετε πολύ, ἐπανέλαβε καὶ πρὸς τοὺς δύο ἡ Πολύμνια. Καὶ ὁ Χριστοδουλὴς ἔτρεξεν ἐλαφρόπους, μὲ τὸ ἓν μπουδονάρι του ἀνασηκωμένον ἀκόμη ἕως τὸ γόνυ, μὲ τὸ ἄλλο καταβιβασμένον εἰς τὸν ἀστράγαλον, ξυπόλυτος, μὲ τὰ πόδια παπουδιασμένα, μαῦρα, ψημένα ἀπὸ τὴν ἅλμην τοῦ κύματος. Ἔτρεξες καὶ σὺ κατόπιν του ὀκνός, ἀσθμαίνων, ἀλλ᾿ ἕως νὰ φθάσῃς εἰς τὴν ὄχθην τῆς λίμνης, πατῶν ἐπὶ τοῦ ὀλισθηροῦ βάλτου, γλιστρῶν, ἀνάμεσα εἰς τὲς ἁρμυρῆθρες καὶ εἰς τὲς βουρλιές, ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε κόψει ἤδη ὁλόκληρον δεσμίδα ἐκ τῶν πρωίμων εὐωδῶν καὶ μεθυστικῶν ἀνθέων, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ἡ Πολύμνια, τρέχων ἀπὸ συστάδα χόρτου εἰς συστάδα, αἵτινες ἐσκίαζον φιλαδέλφως τὰ πτωχὰ ὡραῖα ἄνθη, τὰ τόσον τρυφερὰ καὶ ἀσθενῆ, μὲ τὰ λευκὰ πέταλα καὶ τὸν ὠχρὸν ὕπερον, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο ὡς νὰ παραπονοῦνται διατί νὰ φύωνται εἰς τὸ χῶμα καὶ νὰ εἶναι τόσον χαμαιπετῆ· ὁ Χριστοδουλὴς τὰ ἔκοπτεν ἀσπλάγχνως, ἀνὰ δύο καὶ τρία, μεμειγμένα μὲ χόρτα, καὶ τὰ ἐστοίβαζεν ἐπὶ τῆς ὠλένης τῆς χειρός του, μεταβαίνων ἀπὸ βουρλιὰν εἰς βουρλιάν, βλέπων τὰ βοῦρλα καὶ ἀναστενάζων, διατί νὰ μὴν ἔχῃ ἁλιεύσει μὲ τὰς χεῖράς του τόσες πέρκες, καὶ τριγλία, ὅσα βοῦρλα ἔβλεπε, καὶ διατί νὰ μὴ δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ταῦτα ὅπως ὁρμαθιάσῃ ἐκεῖνα. Μέχρις οὗ κατορθώσῃς καὶ σὺ νὰ εὕρῃς ὀλίγα ἴτσια νὰ κόψῃς, ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε καταρτίσει ἤδη ὁλόκληρον ἀγκαλίδα, κ᾿ ἐπέστρεφε τρέχων πρὸς τὸν ἀνεμόμυλον, ἐκεῖ ὅπου ἵστατο περιμένουσα μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ της ἡ Πολύμνια. Ἐν τούτοις ἐπρόφθασες καὶ σὺ καὶ τῆς ἔφερες μικράν, ὅση ἠδύνατο νὰ συνθλιβῇ μεταξὺ ἀντίχειρος καὶ λιχανοῦ, δεσμίδα, ἀλλὰ τὸ εὐχαριστῶ τὸ πρὸς σὲ ἦτο, ὡς εἰκός, χλιαρώτερον ἀπὸ τὸ εὐχαριστῶ τὸ πρὸς τὸν φίλον σου. Καὶ οὐχ ἧττον ἔμεινες εὐχαριστημένος, ὀλιγαρκὴς καὶ κυριευόμενος ὑπὸ αὐταρέσκου νάρκης, ὁμωνύμου μὲ τὸ τρυφερὸν ἐκεῖνο ἄνθος, τὸ ὁποῖον ἐζήτει μὲν ἀπὸ σέ, ἔλαβε δὲ ἀπὸ τὸν φίλον σου ἡ Πολύμνια. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἔκτοτε ὁ Χριστοδουλὴς ἠραίωσε κατ᾿ ἀρχάς, εἶτα ὁριστικῶς ἔπαυσε, τὸ μερίδιον, τὸ ὁποῖον σοῦ ἔδιδε τέως ἀπὸ τὰ κογχύλια, ἀπὸ τὰ καβούρια καὶ ἀπὸ τοὺς γωβιούς, σὺ δὲ ἤργησες πολὺ νὰ μάθῃς ὅτι τὰ ἔδιδεν εἰς τὸν Νῖκον, τὸν ἀδελφὸν τῆς Πολυμνίας. Εἰς μάτην τὸν συνώδευες, ὡς πάντοτε, βαδίζων ἐπὶ τῆς ἄμμου, θαλασσώνοντα ἕως τὸν μηρόν, καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τοῦ ἐφώναζες: ― Κ᾿στοδουλή, βρέ! δὲν ἔβγαλες ἀκόμη κανένα χταπόδι; Ἐκεῖνος τὰ χταπόδια καὶ τὰ καβουράκια τὰ ἔβαζεν εἰς τὸν φουσκωμένον καὶ βρεγμένον κόλπον τοῦ ὑποκαμίσου του, ἔχων τρόπον νὰ τὰ ψοφᾷ μὲ δαγκωματιὲς καὶ μὲ ἀκρωτηριασμούς, καὶ σοῦ ἔδειχνε μόνον τὲς γρινιάτσες, λέγων ὅτι θὰ ὑπάγῃ ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ μεσημέρι, νὰ ψαρέψῃ μὲ τὴν καλαμιά. Καὶ ὅταν, περὶ τὴν δείλην, τὸν παρεμόνευες, παρὰ τὴν ἀγοράν, ἐπὶ τῆς ἀποβάθρας, κ᾿ ἔβλεπες ἰδίοις ὄμμασι νὰ σπαρταρίζῃ κανεὶς γωβιὸς εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ἀγκίστρου του, καὶ τότε σ᾿ ἐγέλα λέγων ὅτι θὰ κάμῃ τὸν γωβιὸν δόλωμα διὰ νὰ βγάλῃ μεγάλα ψάρια. Οὕτω χάνεται ἡ φιλία! Πολλαὶ πρωίαι διέρρευσαν κατόπιν τῆς πρωίας ἐκείνης τοῦ φθίνοντος Φεβρουαρίου. Ἐπέρασεν ὁλόκληρος ὁ Μάρτιος, ἦλθε καὶ τὸ Πάσχα, παρῆλθε καὶ ὁ Ἀπρίλιος, καὶ ἡ Πολύμνια δὲν ἐξῆλθε πλέον εἰς περίπατον πρὸς τὴν παραθαλασσίαν τοῦ ναυπηγείου. Εἰς μάτην ἔτρεχες τακτικὰ κάθε πρωίαν κ᾿ ἑσπέραν εἰς τὴν ἀμμουδιὰν ἐκείνην. Ἡ Πολύμνια καθὼς ἀργὰ ἔμαθες εἶχεν ἀρρωστήσει ἀρχομένου τοῦ ἔαρος, κατὰ τὴν συμβουλὴν δὲ τῶν ἰατρῶν εἶχε κάμει, περὶ τὸν Μάιον, ταξίδιον μετὰ τῆς θείας της, τῆς συνταξιούχου, χήρας ἀντιπλοιάρχου τοῦ Β. στόλου, διὰ ν᾿ ἀλλάξῃ τὸν ἀέρα. Τρία μεγάλα σκάφη εἶχαν σκαρωθῆ ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ Μαρτίου, καὶ σὺ δὲν ἔπαυες νὰ τρέχῃς καθ᾿ ἑκάστην ἕως τὸ ναυπηγεῖον, σταματῶν ἐπὶ ὥρας πολλάκις παρὰ τὸν ἀνεμόμυλον, καθεζόμενος ἐπὶ τῶν κάτω κειμένων καταρτίων πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης γολέτας, ἀναπολῶν ὅτι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐστάθη πρὸ μηνῶν ἡ Πολύμνια, ὅταν σοῦ ἐζήτησε νὰ δρέψῃς πρὸς χάριν της ἴτσια· ἀλλ᾿ ἡ Πολύμνια ἦτο μακρὰν ἀποῦσα. Μόνον περὶ τὰ μέσα τοῦ Αὐγούστου, ὅτε τὸ τρίτον καὶ ὀγκωδέστατον τῶν ναυπηγηθέντων πλοίων εἶχε τελειώσει ἤδη, ἐπῆγες καὶ σὺ μετὰ πολλοῦ πλήθους εἰς τὸ ναυπηγεῖον, ὅπως ἴδῃς τὴν καθέλκυσιν τοῦ μεγάλου σκάφους. Τὸ θέαμα ἦτο ἐπιβλητικόν, ὅπως λέγουσι σήμερον. Ὅλη ἡ πολίχνη εἶχεν ἐρημωθῆ σχεδόν, καὶ κόσμος πολυάριθμος ἐπλήρου τὴν μεγάλην μεταξὺ τῆς λίμνης καὶ τοῦ λιμένος λωρίδα. Ἐκεῖθεν τοῦ σκάφους, ὁ ἥλιος ἦτο ἤδη δύο κοντάρια ὑψηλά, καὶ ἵσταντο οἱ τραχεῖς, οἱ σκληραγωγημένοι ναῦται καὶ χειρώνακτες, συμπληροῦντες τὸ παλάμισμα τῆς καρίνας, ἀποκαρφώνοντες τὰ βάζια ἢ ὑποσκάπτοντες εἰς τὴν βάσιν, ὅπως εἶναι ἕτοιμα πρὸς πτῶσιν τὰ κοντοστύλια. Ἐντεῦθεν τοῦ σκάφους, ὅπου βαθμηδὸν ἠλαττοῦτο ἡ σκιά, ἵσταντο, πλὴν τῶν συνεργατῶν τῆς καθελκύσεως, καὶ οἱ θεαταί, καὶ οὐκ ὀλίγαι γυναῖκες, ἐλθοῦσαι πρὸς τέρψιν. Ὁποῖος τότε παλμὸς διέσεισε τὰ στήθη σου, ὅταν, μεταξὺ αὐτῶν, ἀνεγνώρισες, ὑπὸ κοκκίνην ὀμβρέλαν, τὴν περικαλλῆ μορφὴν τῆς Πολυμνίας! Εἶχεν ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ ταξίδιον χωρὶς νὰ τὸ μάθῃς. Ὁ Χριστοδουλής, ὅστις ἐπῆγε μὲ τὴν βάρκα εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, τὴν εἶχεν ἰδεῖ, ἀλλὰ δὲν σοῦ τὸ εἶπε. Καὶ ὅμως, ᾐσθάνθης εἰς τὰ ἐνδόμυχά σου κρυφὸν καὶ ἀνεξομολόγητον εὐτυχίας αἴσθημα, ὅταν τὴν ἐπανεῖδες! Ἐν τούτοις τὸ παλάμισμα εἶχε συμπληρωθῆ, τὰ βάζια ἦσαν ὅλα καρφωμένα, ἡ σκάρα μὲ τὰ βουβὰ λίπος ἀλειμμένα, ἦτο στρωμένη πρὸ πολλοῦ. Ὁ πρωτομάστορης μὲ τὸν βαριὸν ἔκαμε τοὺς νενομισμένους τρεῖς σταυροὺς εἰς τὸ πηδάλιον, καὶ ἔδωκε τὸν πρῶτον κτύπον τῆς ὠθήσεως εἰς τὸ πελώριον σκάφος. Συγχρόνως ἔπεσαν ἐν ἀκαρεῖ τὰ κοντοστύλια ὅλα. Ἡ καπετάνισσα, ὡραία, μελαγχροινή, μικρόσωμος, φορέσασα ὡς νέα ἀκόμη, διὰ τὴν περίστασιν, πλήρη τὴν νυμφικὴν στολήν της, μὲ τὸ λευκὸν ἀναφὲς καὶ αἰθερόπλαστον ἀλέμι, τὴν χρυσοκέντητον σκούφιαν, εἰκονίζουσαν γάστραν μὲ ἄνθη καὶ μὲ κλῶνας, τὸ βελούδινον βαβουκλὶ μὲ τὰ χρυσοΰφαντα προμάνικα ἀνασηκωμένα, τὴν βυσσινόχρουν ὁλομέταξον καὶ χρυσοκέντητον τραχηλιάν, τὴν ζώνην μὲ τ᾿ ἀργυρᾶ καὶ μαλαμοκαπνισμένα τσαπράκια, τὸ φουστάνι τὸ χαρένιο μὲ τὸ ὁλόχρυσον ποδογύρι τρεῖς σπιθαμὲς πλατύ, κρατοῦσα μέγαν ἐπάργυρον δίσκον διὰ τῆς ἀριστερᾶς, περιῆλθεν ὁλόγυρα τὸ πλοῖον καὶ ἔρρανε διὰ τῆς δεξιᾶς, μὲ κοφέτα καὶ μὲ ὀρύζιον, τὴν πρῷραν, τὴν πρύμνην, τὴν τρόπιν καὶ τὰς πλευρὰς τοῦ σκάφους. Οἱ ναῦται, οἱ ναυπηγοὶ καὶ πολλοὶ τῶν θεατῶν, ὡς σταφυλαὶ εἰς κλῆμα, ὡς μολυβῆθραι ἐπὶ σαγήνης ἁλιευτικῆς, ἐπιάσθησαν ἀπὸ τὸ παλάγκο, καὶ ἤρχισαν νὰ σύρωσι τὸν χονδρὸν κάλων νεύοντες ὅλοι πρὸς τὴν θάλασσαν, ἐπαναλαμβάνοντες ἐν ρυθμῷ τὸ κέλευσμα: «Ἔ! γιάσαλέσα! Ἔ! γιούργια!» Ἐν τούτοις, εἴτε διότι τὸ ἔδαφος, ἐφ᾿ οὗ εἶχε σκαρωθῆ τὸ πλοῖον, δὲν ἦτο ἀρκετὰ κατωφερές, εἴτε διὰ τὴν ἀτέλειαν τῶν κινητηρίων μέσων, τὸ σκάφος, ἐστέναζεν, ἐστέναζε, καὶ δὲν ἐκινεῖτο. Παρῆλθον ὀλίγα λεπτά, ἡ δύναμις ἐδιπλασιάσθη· ὁ μέγας ὄγκος ἐκινήθη ὀλίγον ἕως δύο σπιθαμές, τὸ παλάγκον ἐκόπη ἀπὸ τὴν βίαν τοῦ ἑλκυσμοῦ, ἡ γούμενα μὲ τοὺς δύο μακαράδες ἔμεινεν ἄπρακτος περὶ τὴν πρύμνην, οἱ ἡμίσεις τῶν ἀνθρώπων δυσμόθεν τοῦ σκάφους ἔπεσαν εἰς τὴν ἄμμον πρὸς τὸ μέρος τῆς θαλάσσης καὶ οἱ ἄλλοι ἡμίσεις ἔμειναν μὲ τὸ παλάγκον εἰς τὰς χεῖρας πρὸς τὸ μέρος τῆς λίμνης, καγχασμοὶ καὶ γογγυσμοὶ τῶν πεσόντων, ὧν τινες ἐμωλωπίσθησαν ἐλαφρῶς εἰς τὸν δεξιὸν βραχίονα ἢ τὴν πλευράν, ὁ πλοίαρχος κάθιδρως, ἡλιοκαής, ἀξιολύπητος, ἐστενοχωρεῖτο φοβερά, καὶ ὁ καπετὰν Δημήτρης ὁ Κασσανδριανός, ὅστις μὲ τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν, μὲ τὸ τσόχινον πανωβράκι του, μὲ τὰ ὑψηλὰ μέχρι τοῦ γόνατος ὑποδήματά του, τὰ ὁποῖα ἠγάπα νὰ φορῇ χειμῶνα καὶ θέρος, εἶχεν ἔλθει νὰ πρωτοστατήσῃ εἰς τὴν καθέλκυσιν τοῦ σκάφους, καὶ δὲν εἶχε παύσει ἀπὸ πρωίας νὰ δίδῃ ὁδηγίας καὶ συμβουλάς, ἰδὼν τὸ ἀτύχημα ἐστέναξε καὶ βραδύγλωσσος ἐπεφώνησε: ― Πφού! σκ᾿ληκομυρμηγκότρυπα! Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχαν ἁμματίσει τὸ παλάγκο, καὶ πάλιν νέα προσπάθεια κατεβλήθη. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθον ὀλίγα λεπτὰ καὶ τὸ παλάγκο ἐκόπη εἰς ἄλλο μέρος, ὄχι ἐκεῖ ὅπου τὸ εἶχαν ἀρτίως ἁμματίσει. Ἔφεραν νέον παλάγκο, ἐνῷ ὁ πλοίαρχος, μὴ εὐκαιρῶν νὰ σπογγίσῃ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του, δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ ἐνθυμηθῇ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν ἀκούσιον ἐκείνην ἀρὰν «Καλὸ μπλέξιμο!» καὶ βεβαίως ἂν εἶχεν ἐμπρός του, αὐτὴν τὴν φοράν, τὸν Ἀλέξανδρον τὸν Χάραυλον, κακὸ μπλέξιμο θὰ εἶχε μαζί του. Ὁ δὲ καπετὰν Δημήτρης μὲ τὸ τσιμπούκι του, ἱστάμενος παρὰ τὴν καλύβην τοῦ γύφτου, κάτωθεν τῆς πρύμνης, ἐπανελάμβανε: ― Πφού! σκ᾿ληκομυρμηγκότρυπα… Οἱ δύο ἱερεῖς, πρῴην ναυτικοί, οἵτινες εἶχαν ἀναρρίψει τὰ ἐπιτραχήλια ἐπὶ τὸν δεξιὸν ὦμον, καὶ εἶχαν ἀναβῆ ἐλαφροὶ εἰς τὸ κατάστρωμα, τελειώσαντες τὸν ἁγιασμόν, ἐπλησίασαν εἰς τὴν κωπαστὴν κ᾿ ἔβλεπαν τὰ συμβαίνοντα, διότι, καταρριφθείσης ἤδη καὶ τῆς προχείρου κλίμακος, ἔμελλον νὰ μείνωσι ἐπὶ τοῦ πλοίου, καὶ δὲν θὰ κατέβαιναν πρὶν πέσῃ τὸ πλοῖον εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ δυνηθῶσι νὰ κατέλθωσι, μὲ τὰς ἱερὰς εἰκόνας, εἰς τὴν βάρκαν. Πλῆθος δὲ ἀπὸ ἀθερίνες ―παιδία ὀκταετῆ καὶ δεκαετῆ― ἔτρεχαν ἐμπρὸς ὀπίσω ἐπὶ τοῦ καταστρώματος, βοηθοῦντα διὰ τοῦ μέσου τούτου εἰς τὴν καθέλκυσιν τοῦ πλοίου. Τέλος, μετὰ πολλοὺς ἀγῶνας, καὶ τῇ ἐφαρμογῇ πολλῶν θεραπευτικῶν μέσων, τὸ μέγα πλοῖον, ἀργὰ ἀργά, ὡς καμαρωμένη νύμφη, ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν. Μέγας τότε ὁ ἀλαλαγμός, γυναικῶν σταυροκοπουμένων, παιδίων σκιρτώντων, ἀνδρῶν τρεχόντων ὀπίσω τῆς πρύμνης ὡς νὰ ἤθελον διὰ τοῦ δρόμου τούτου νὰ ἐκπτοήσωσι καὶ νὰ πειθαναγκάσωσι τὸ πλοῖον νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ ὁ μέγας καραβόσκυλος, ὁ Τσοῦρμος, τρέχων καὶ αὐτὸς ὅσον τοῦ ἐπέτρεπεν ἡ ἄκρα ἔντασις τῆς ἁλύσεώς του, ἐγαύγιζε μανιωδῶς προπέμπων τὸ πλοῖον ἐφ᾿ οὗ ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἔμελλε νὰ μεταφερθῇ. Καὶ ἐνῷ ὅλοι ἔτρεχαν πρὸς τὴν θάλασσαν κατόπιν τοῦ ὀλισθαίνοντος καὶ καταφερομένου διὰ τῆς ἐσχάρας σκάφους, εἷς μόνος ἐστράφη αἴφνης, κρατῶν τὸν βαριόν του, καὶ ἔτρεξε πρὸς τὴν ἀντίθετον διεύθυνσιν, πρὸς τὴν ξηράν, ὡς διὰ νὰ κρυβῇ εἰς τὴν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, τὴν χρησιμεύουσαν ὡς ἀποθήκην καὶ διὰ τὸν ὕπνον τοῦ νυκτερινοῦ φύλακος. Ὁ τρέχων οὕτως ἦτο αὐτὸς ὁ πρωτομάστορης, καὶ ἔτρεχεν οὐχὶ δι᾿ ἄλλον λόγον, ἢ διὰ νὰ μὴ συμμερισθῇ τὸ λουτρὸν τοῦ πλοιάρχου, τὸ ὁποῖον τινὲς ἐζήτουν κατ᾿ ἔθος νὰ ἐπεκτείνωσι καὶ εἰς αὐτόν. Ἠκούσθη δὲ τότε αἴφνης μεγάλη φωνή, δεσπόσασα ὅλου τοῦ παμμιγοῦς θορύβου: ― Τὸν καπετάνιο στὸ γιαλό! Ἡ φωνὴ αὕτη ἐξῆλθεν ἐκ πολλῶν στομάτων συγχρόνως. Ὁ καπετὰν Γιωργάκης, ἐνδίδων εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ πλήθους, ἀπορρίψας τὰ ἐλαφρὰ ὑποδήματά του, ἔτρεξεν ἐπὶ τῆς σκάρας, πατῶν ἐπὶ τῶν ὀνύχων, ὄπισθεν τῆς πρύμνης, καὶ τὴν στιγμὴν καθ᾿ ἣν ἡ πρύμνη ἀπηλλάσσετο τέλος τῆς ἐσχάρας καὶ τὸ σκάφος, φέρον ὑπερήφανον τὴν κυανόλευκον ἐπὶ κονταρίου μετ᾿ ἐρυθροῦ σταυροῦ, ἐβαπτίζετο τὸ πρῶτον εἰς τὸ κῦμα, ἐρρίφθη μὲ ὅλα τὰ ἐνδύματά του κατὰ κεφαλῆς εἰς τὴν θάλασσαν, βυθισθεὶς πρῶτον, εἶτα εὐθὺς ἀνελθὼν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, καὶ ἀφοῦ ἐκολύμβησε δύο ἢ τρεῖς γύρες, ἐπέστρεψεν εἰς τὰ ρηχά, ἐπάτησεν εἰς τὴν ἄμμον, ἀπέβη εἰς τὴν ξηράν, καὶ ὑπὸ τοὺς ἀλαλαγμοὺς τοῦ πλήθους ἔτρεξεν εἰς τὴν καλύβην ὅπου εἰς τὴν στιγμὴν ἤλλαξε τὰ βρεγμένα ἀμπαδίτικα κ᾿ ἐφόρεσε τὰ κυριακάτικα. Εἰς ὅλα ταῦτα ἦσο παρών, φίλε, καὶ ὅλα σχεδὸν δὲν τὰ ἔβλεπες. Ἡ καρδία σου, ἡ φαντασία σου, οἱ ὀφθαλμοί σου ἦσαν προσκεκολλημένα εἰς ἐκείνην ἥτις ἐφόρει τότε λινομέταξον θερινὴν ἐσθῆτα κ᾿ ἐσκιάζετο ἀπὸ τὸ κόκκινον παρασόλι. Μόνον οἱ ἀλαλαγμοὶ τοῦ πλήθους σὲ ἀπέσπασαν ἀπὸ τῆς βυθίας θεωρίας σου, ὅταν τὸ πλοῖον εἶχε πέσει εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ὁ πλοίαρχος ἔγινεν ὑποβρύχιος κατόπιν αὐτοῦ. Ἀλλ᾿ ἅπαξ ἐξυπνήσας, εἶδες, φεῦ! καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον πολλοὶ τῶν παρεστώτων δὲν παρετήρησαν. Κατόπιν τοῦ πλοιάρχου, τρέξας, μετ᾿ ἀλλοκότου ἐνθουσιασμοῦ, ρήξας κραυγὴν ἡδονῆς καὶ θριάμβου, ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν νέος τις, μόλις δεκαπενταέτης. Ἦτο ὁ Κ᾿στοδουλής, ὁ παιδικὸς φίλος σου. Πόθεν ἆρα ὡρμήθη νὰ τὸ κάμῃ; Ἴσως διότι ἤλπιζε διὰ τῆς ἐθελοθυσίας ταύτης, τῆς προσφερομένης εἰς τὴν φειδωλὴν Μοῖραν, ν᾿ ἀξιωθῇ νὰ γίνῃ καὶ αὐτὸς πλοίαρχος μίαν ἡμέραν; Ἴσως καὶ ἁπλῶς διὰ νὰ τὸν ἰδῇ ἡ Πολύμνια; Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Ὁ Χριστοδουλὴς εἶχεν ἔλθει ὀλίγον ἀργὰ εἰς τὸ ναυπηγεῖον, ὅταν εἶχεν ἀφαιρεθῆ ἡ σανὶς ἡ χρησιμεύουσα ὡς κλῖμαξ καὶ αἱ ἀντηρίδες εἶχαν ἤδη ὑποσκαφῆ. ᾘσθάνετο δὲ ἀκατανίκητον ἐπιθυμίαν ν᾿ ἀναβῇ εἰς τὸ καράβι. Τί νὰ κάμῃ; Δὶς καὶ τρὶς ἐδοκίμασε νὰ προσκολληθῇ πότε εἰς ἓν πότε εἰς ἄλλο κοντοστύλι, ἂς ἦτο καὶ ἡ βάσις των ἐπισφαλής, καὶ ν᾿ ἀναρριχηθῇ τολμηρῶς ἕως τὴν κωπαστὴν τοῦ καραβιοῦ. Δὶς καὶ τρὶς τὸν εἶδον, πότε ὁ πρωτομάστορης, πότε εἷς τῶν μαραγκῶν, καὶ μετ᾿ αὐστηρότητος τὸν ἐμπόδισαν. Τότε τί νὰ κάμῃ καὶ αὐτός; Ἀφοῦ δὲν ἠξιώθη ν᾿ ἀναβῇ ἐγκαίρως εἰς τὸ πλοῖον, ἐπαρηγορήθη ριφθεὶς εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀκολουθήσας τὸ σκάφος εἰς τὸν δρόμον του. Ἐν τούτοις σὺ ᾐσθάνθης πικρὸν νυγμὸν ζηλοτυπίας. Ἡ καρδία σου ἐπληγώθη ἀπὸ τὸ παιδαριῶδες τοῦτο κατόρθωμα. Πτωχὸς Χριστοδουλής! Τί τοῦ εἶχεν ἔλθει; Καὶ οὔτε ἐξῆλθεν εἰς τὴν ξηρὰν διὰ ν᾿ ἀλλάξῃ, ὅπου ἄλλως δὲν θὰ εὕρισκεν ἐνδύματα, ἀλλ᾿ ἠκολούθησε κολυμβῶν τὸ ἀπομακρυνθὲν πλοῖον, μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα φουσκωμένα ὡς πανία βάρκας, ὑπεράνω τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης, εἶτα δὲ ἀνελθὼν εἰς λέμβον, ἐζήτησε διὰ νευμάτων ἀπὸ τοὺς ἐπὶ τοῦ πλοίου θριαμβευτικῶς ἀλαλάζοντας παῖδας νὰ τοῦ ρίψωσιν ἐνδύματα· μικρὸς μοῦτσος, εὐσπλαγχνισθείς, τοῦ ἔρριψεν ὑποκάμισον καὶ περισκελίδα ἰδικά του, καὶ ὁ Χριστοδουλής, ἀφοῦ ἤλλαξε, προσεκολλήθη εἰς μίαν τῶν πλευρῶν, καὶ πιασθεὶς ἀπὸ σχοινίου, ἀνῆλθε θριαμβεύων εἰς τὸ ὑψηλὸν καὶ ἀνερμάτιστον σκάφος. Τὸ πλῆθος εἰς τὸ ναυπηγεῖον συνωθεῖτο τώρα περὶ τὴν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, ὅπου ἡ μεγαλοπρεπῶς στολισμένη καπετάνισσα μετὰ προθυμίας καὶ ἁβρότητος προσέφερεν εἰς ὅλους γλυκύσματα καὶ ποτά. Ἀλλὰ σὺ ᾐσθάνεσο τόσην πικρίαν εἰς τὸν οὐρανίσκον ὡς νὰ εἶχεν ἀναβῆ ἡ χολή σου ὅλη κ᾿ ἐχύθη προώρως εἰς τὸ στόμα σου. Καὶ ἐπιστρέφουσαν εἰς τὴν πόλιν ἠκολούθησες μακρόθεν τὴν Πολύμνιαν, τὴν ὁποίαν εἶχες ἰδεῖ μειδιῶσαν πρὸς τὴν τρέλαν τοῦ παιδικοῦ σου φίλου, καὶ τὴν εἶχες ἀκούσει ψιθυρίζουσαν: «Τί παράξενο παιδί, αὐτὸς ὁ Χριστοδουλής!» {{αστεράκι|type=3|size=2}} Δὲν ἦτο αὕτη ἡ μόνη φορὰ καθ᾿ ἣν ὁ Χριστοδουλὴς ἐρρίφθη εἰς τὸ ὕδωρ μὲ ὅλα τὰ ἐνδύματά του, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς Πολυμνίας ἢ καὶ χάριν αὐτῆς. Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον, μίαν Κυριακὴν περὶ τὰ τέλη Αὐγούστου, ὁ Παρρήσης ὁ καλλιεργητὴς τοῦ σικυῶνος, καλόκαρδος, ἄφροντις, μελαψός, μὲ μακρὰν τὴν φούντα τοῦ φεσιοῦ κρεμαμένην ἐπὶ τοῦ ὤμου, καὶ ὁ Λούκας ὁ ἐκμισθωτὴς τῆς λίμνης, ὑψηλόκορμος, μὲ μακρὰ σκέλη, μὲ λινόχρουν τὸν μακρὸν πέραν τῶν ὤτων μύστακα, μὲ ἀστακοῦ βρασμένου τὸν χρῶτα τοῦ προσώπου, εἶχαν καθίσει καθὼς πολὺ συχνὰ τὸ ἐσυνήθιζαν «νὰ τὸ κλάψουν» ὀλίγον, παρὰ τὸ χεῖλος τῆς λίμνης, ὑπὸ τὴν δροσερὰν ἀναδενδράδα, ἔξωθεν τῆς καλύβης των. Ὁ ἥλιος ἔκλινε πρὸς τὴν δύσιν, καὶ ἀπὸ μιᾶς ὥρας ἤδη εἶχον δώσει καὶ λάβει ἐναλλὰξ πολλοὺς ἀδελφικοὺς ἀσπασμοὺς εἰς τὰ χείλη τῆς φλάσκας, ἥτις ἦτο τετραόκαδος καὶ εἶχε κομισθῆ ἀρτίως ἐκ τῆς πολίχνης πλήρης μοσχάτου. Ὁ πιστὸς φίλος των, ὁ Ἀργύρης, ὁ συνιδιοκτήτης τοῦ ἀνεμομύλου, τοὺς εἶχεν ἐπισκεφθῆ πρὸ μικροῦ μὲ τὰ ἀστεῖά του, καὶ εἰς τὸν μὲν Λούκαν εἶχε προσφέρει τσιγάρον μετὰ πυρίτιδος, ὅπερ ἀνάψας ἐκεῖνος ἔκαυσεν ὀλίγον διὰ τῆς ἐκρήξεως τὸν πυρρὸν μύστακά του, καὶ ἀτάραχος εἶπε: «Ζαρὰρ γιόκ!», εἰς τὸν Παρρήσην δὲ εἶχεν ἐπιδώσει σπασμένην γκάιδαν, προτρέπων αὐτὸν «νὰ παίξῃ κανένα χαβά», ἀλλ᾿ ὅσον καὶ ἂν ἠγωνίζετο πνευστιῶν ὁ Παρρήσης, ἡ γκάιδα οὐδένα ἐξέβαλλε φθόγγον. Τέλος, ὁ Ἀργύρης, εἶπε: «δὲ φελᾶτε τίποτε, κ᾿ οἱ δυό σας, κρῖμα σ᾿ ἐσᾶς, κρῖμας!» Καὶ προσποιηθεὶς δυσαρέσκειαν ἀπῆλθεν. Οἱ δύο φίλοι ἔμειναν μόνοι ἐξακολουθοῦντες νὰ ἐκκενῶσι σιγὰ σιγὰ καὶ μεθοδικῶς τὴν φλάσκαν. Εἶχαν ψήσει εἰς ἀνθρακιὰν ἡμίσειαν δωδεκάδα κεφαλόπουλα, καὶ οὐκ ὀλίγα καβούρια, καὶ τὸ μοσχᾶτον κατέβαινε μιὰ χαρὰ κάτω. Εἶχαν ἐνθυμηθῆ παλαιὰς ἱστορίας, διηγοῦντο πρὸς ἀλλήλους τὰ παθήματά των, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τελειωμόν. Ὁ Παρρήσης μάλιστα, ἐξαρθεὶς ἀπὸ τῆς πεζότητος, ἐτραγούδει κατὰ προτίμησιν «μερακλίδικα» τραγούδια, οἷον τὸν στίχον: Σὰν κλῆμα μὲ κλαδεύουνε καὶ κλαδεμοὺς δὲν ἔχω. Ἔλεγαν δὲ πρὸς ἀλλήλους: «Θυμᾶσαι, καρδάσ᾿, τοῦτο; Θυμᾶσαι, γιολδάσ᾿, αὐτό;» Ὅταν εἶναί τις μὲ τὸν ἄριστον φίλον του εἰς ὡραίαν ἐξοχήν, συμπαραστατούσης καὶ φλάσκας μὲ μοσχᾶτον, λησμονεῖ τὰ πάντα, καὶ οἱ δύο ἄνδρες οὐδ᾿ ὑπώπτευαν ὅτι τοὺς ἔβλεπέ τις, ὅπερ ἄλλως τοὺς ἦτο ἀδιάφορον. Ἀλλ᾿ ὄπισθεν τῶν καλαμώνων, ἐπὶ τῆς ἀντιπέραν ὄχθης, ἥμισυ μίλιον μακράν, ἦτο χωμένος ἀπὸ δύο ὡρῶν, ἀφανής, ὁ παιδικὸς φίλος σου, ὁ Χριστοδουλής. Τί ἐζήτει ἐκεῖ; Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα παρεμόνευε πότε θ᾿ ἀπεμακρύνοντο πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τῆς ὄχθης ὁ Παρρήσης καὶ ὁ Λούκας, διὰ νὰ χωθῇ γοργὰ εἰς τὴν λίμνην, καὶ κλέψῃ, ὁ πονηρός, κανένα ἔγχελυν ἢ κεφαλόπουλά τινα καὶ ὀλίγα καβούρια. Ἀλλὰ μάτην ἐπερίμενε, καὶ ἤδη εἶχεν ἀποφασίσει, ἀναγνωρίσας μακρόθεν τὴν τσότραν καὶ ἐλπίζων ὅτι οἱ δύο φίλοι, ἐν τῇ εὐθυμίᾳ των, δὲν θὰ τὸν ἔβλεπον, νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ τόλμημα καὶ ἀπέναντι αὐτῶν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀπροσδόκητον συμβὰν εἵλκυσε τὴν προσοχήν του. Ἤγγιζεν ὁ ἣλιος εἰς τὴν δύσιν, ὅταν εἰς τὴν καλύβην, ἔξωθεν τῆς ὁποίας ἐκάθηντο οἱ δύο συμπόται, ἐπλησίασε γυνή τις συνοδευομένη ὑπὸ μειρακίου. Ἐφόρει λευκὴν ἐσθῆτα κ᾿ ἐκράτει κόκκινον παρασόλι, καὶ ὁ Χριστοδουλὴς μὲ ὅλην τὴν ἀπόστασιν, τὴν ἀνεγνώρισεν εὐθύς. Ἦτο ἡ Πολύμνια μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ της, τοῦ Νίκου. Οἱ δύο ἄνδρες ἐσηκώθησαν εὐθύς, κ᾿ ἐκ τῶν νευμάτων καὶ ὑποκλίσεών των, ἐνόησεν ὁ Χριστοδουλής, χωμένος μέσα εἰς τὲς καλαμιές, ὅτι τὴν ἐπεριποιοῦντο καὶ ἦσαν πρόθυμοι εἰς τοὺς ὁρισμούς της. Ὀλίγαι παρῆλθον στιγμαί, καὶ βλέπει τὴν Πολύμνιαν νὰ πηδήσῃ καὶ νὰ ἐπιβῇ εἰς τὴν μικρὰν φελούκαν, εἶδος σκάφης μ᾿ ἐπίπεδον τὸ κύτος, χωρὶς καρίναν, ἥτις ἦτο δεδεμένη εἰς τὸ χεῖλος τῆς λίμνης, οὐ μακρὰν τῆς καλύβης, καὶ ἧς ἐπιβαίνων ὁ Λούκας ἐθήρευεν ἀνὰ τὴν λίμνην τοὺς ἐγχέλεις 〈καὶ〉 τὰ κεφαλόπουλα. Κατόπιν τῆς νεάνιδος, ὁ μικρὸς ἀδελφός της, λύσας τὴν μπαρούμα, ἐπέβη, καὶ λαβὼν τὸ κοντάριον, ἤρχισε ν᾿ ἀβαράρῃ εἰς τὸν βυθὸν τῆς ἀβαθοῦς λίμνης. Ὁ Χριστοδουλὴς ἐσυμπέρανεν ὀρθῶς ὅτι τῆς Πολυμνίας θὰ τῆς εἶχεν ἔλθει ἡ φαντασία νὰ κάμῃ μίαν φορὰν μὲ τὴν φελούκαν περίπατον ἐπὶ τῆς λίμνης, καὶ ὁ Λούκας, εὐδιάθετος εὑρεθείς, τῆς ἔδωκε τὴν ἄδειαν. Ἡ μικρὰ σκάφη ἀπεμακρύνθη πρὸς τὸ κέντρον τῆς λίμνης, οἱ δύο ἄνδρες καθίσαντες ἐκ νέου, ἠσχολοῦντο ν᾿ ἀποτελειώσουν τὴν φλάσκαν, καὶ ὁ Χριστοδουλὴς κρυμμένος εἰς τοὺς καλαμῶνας, ἔβλεπε θαυμάζων, ὅπως θὰ ἐθαύμαζες σύ, τὸ χαριέστατον σύμπλεγμα τῆς νεάνιδος καὶ τοῦ μικροῦ ἀδελφοῦ της, ἐξακολουθοῦντος, μὲ ὅλην του τὴν δύναμιν, διὰ τοῦ κονταρίου ν᾿ ἀντωθῇ τὸν πυθμένα. Ἡ Πολύμνια ἐφαίνετο ἀκτινοβολοῦσα ἐκ χαρᾶς. Ὁ περίπατος οὗτος τὴν ηὔφραινε, τὴν κατεγοήτευεν, ὡς τὰ ἀθύρματα τὰς τριετεῖς κορασίδας, ἐνῷ ὁ ἀδελφός της ἐφαίνετο αἰσθανόμενος ἴσην χαρὰν μὲ τὰ ἑπταετῆ παιδία, τὰ ὁποῖα φεύγοντα τὸ σχολεῖον, μὲ τὸν φύλακα ἀνηρτημένον ὑπὸ τὴν μασχάλην, εὑρίσκουσιν ἄφατον ἡδονὴν νὰ τρέχουν εἰς τὲς ἀκρογιαλιὲς καὶ εἰς τοὺς βάλτους, καὶ νὰ καραβίζουν μὲ σμικρότατα κομψὰ καραβάκια, τὰ ὁποῖα οἱ ἐπιδεξιώτεροι μεταξύ των κατασκευάζουσιν. Ὁ Χριστοδουλὴς ἐλησμόνησε τὰ χέλια, τὰ καβουράκια καὶ τὰ κεφαλόπουλα, τὰ ὁποῖα διενοεῖτο νὰ κλέψῃ, καὶ δὲν ἐχόρταινε νὰ βλέπῃ τὴν παιδικὴν ἐκείνην ἐπὶ τῆς λίμνης περιπλάνησιν. Ἀλλὰ δὲν τοῦ διέφυγε καὶ ἡ ἀτζαμωσύνη τοῦ Νίκου, ὅστις δὲν ἤξευρε ν᾿ ἀβαράρῃ κανονικὰ καθὼς ἔπρεπε, καὶ χωμένος μέσα εἰς τοὺς καλαμῶνας ὁ παιδικὸς φίλος σου ἐστέναζε κ᾿ ἔλεγεν: «Ἄ! νὰ ἤμουν ἐγώ!…» {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἐκεῖ, εἰς μίαν στιγμήν, καθὼς ἀβαράριζεν ἀδεξίως ὁ Νῖκος, ἡ φελούκα περιεπλάκη εἰς συστάδα λιμναίων χόρτων, ὑψηλῶν, σχεδὸν ἕως τὴν ἐπιφάνειαν, καὶ ὁ Νῖκος ἔκαμνεν, ἔκαμνε ν᾿ ἀβαράρῃ, καὶ ὅσον ἀβαράριζε, τόσον χειρότερα περιεπλέκετο ἡ φελούκα, καὶ τὸ κοντάριον δὲν εὕρισκε πλέον πυθμένα, καὶ τέλος τὸ κοντάριον περιεπλάκη καὶ αὐτὸ εἰς τὰ πολύκλαδα, ἁδρά, μέλανα ἐκεῖνα χόρτα, καὶ ὁ Νῖκος εἰς μάτην ἐπάσχιζε ν᾿ ἀπαλλάξῃ ἐκεῖθεν τὸ κοντάριον, καὶ ὅσον ἐτράβα ὁ Νῖκος, τόσον τὸ κοντάρι ἔφευγεν ἀπὸ τὰς χεῖράς του, ἑωσοῦ ἔπεσεν ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς δακτύλους, καὶ τὸ μισὸν ἦτο ἐμπλεγμένον κάτω, τὸ μισὸν ἔπλεεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Ἡ Πολύμνια ἐγερθεῖσα μὲ προφύλαξιν ἔκυψε διὰ νὰ ἴδῃ ποῦ ἐπῆγε τὸ κοντάριον, ἀπὸ τὴν αὐτὴν πλευρὰν τῆς φελούκας, πρὸς ἣν ἵστατο καὶ ὁ Νῖκος, ἀλλὰ τότε ἡ φελούκα ἔγειρε μονόπλευρα, καὶ παρ᾿ ὀλίγον ἀνετρέπετο. Ἐννοήσασα τὸν κίνδυνον ἡ Πολύμνια, καὶ μὴ ἐπιθυμοῦσα νὰ κάμῃ ἀκούσιον λουτρὸν μέσα εἰς τὰ λιμναῖα χόρτα, ἀνεκάθισε ταχεῖα παρὰ τὴν πρύμνην, καὶ πάλιν ὑπεγερθεῖσα ὕψωσε τὸ λευκὸν μανδήλιόν της πρὸς τοὺς δύο συμπότας τῆς μικρᾶς καλύβης καὶ συγχρόνως ἤρχισε νὰ φωνάζῃ: ―Ἔ! μπαρμπα-Λούκα! Ἀλλ᾿ ἕως νὰ πάρῃ εἴδησιν ὁ Λούκας καὶ ἀποφασίσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν (ὅπερ ἄλλως θὰ ἦτο δύσκολον, διότι τὸ ἔδαφος τοῦ πυθμένος ἦτο πανταχοῦ σχεδὸν βαλτῶδες καὶ πᾶς ὁ ἐπιβαίνων εἰς τὸ ὕδωρ θὰ ἐχώνετο μέχρι τοῦ γόνατος εἰς ἰλύν· τὸ ἀβαθὲς δὲ τοῦ ὕδατος δὲν ἐπέτρεπε νὰ κολυμβήσῃ μέγα σῶμα, οἷον τὸ ἰδικόν του), θὰ ἐνύκτωνε χωρὶς νὰ κατορθωθῇ τίποτε. Ἀλλ᾿ ὁ Χριστοδουλὴς εὐτυχῶς, ὁ παιδικὸς φίλος σου, ἦτο πολὺ σιμότερα εἰς τὴν φελούκαν, ἀπὸ ἐκεῖ ὁποὺ ἦτο χωμένος, μέσα εἰς τοὺς καλαμῶνας. Χωρὶς νὰ διστάσῃ, μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν πάντοτε ὅλην τὴν ἐνδυμασίαν του, ἐκπηδήσας ἀπὸ τὸν καλαμῶνα, ἀπροσδοκήτως, θαυμασίως, ὡς τελευταῖον ἀπομεινάριον ἀρχαίας θεότητος, λιμναίας καὶ ὑδροβίου, ἄγνωστον καὶ νοθογενές, λησμονημένον ἀπὸ δεκαεννέα αἰώνων, διαιτώμενον ἐκεῖ εἰς τοὺς καλαμῶνας, διαφυγὸν τὴν προσοχὴν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἐρρίφθη κολυμβῶν εἰς τὴν λίμνην. Καὶ μὲ δέκα εἰρεσίας τῶν χειρῶν, μὲ ἄλλα τόσα λακτίσματα τῶν ποδῶν, μὲ τὴν κοιλίαν θίγουσαν κάποτε εἰς τοὺς βάλτους, ἔφθασεν εἰς τὸ μέρος, ὅπου εἶχεν ἐμπλακῆ ἡ βάρκα, ἀνεπήδησε στιβαρῶς ἐπὶ τὴν δεξιὰν πλευράν, ἔδραξε τὴν πρῷραν τῆς σκάφης, καὶ μὲ ἀπίστευτον διὰ τὴν ἡλικίαν του ρώμην, τὴν ἀνεσήκωσε καὶ τὴν ἀπήλλαξεν ἀπὸ τοῦ ἐμποδίου τῶν ὑψηλῶν χόρτων. Εἶτα ἐξέμπλεξε καὶ τὸ κοντάρι ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἐμπλακῆ, καὶ εἶπεν εἰς τὸν Νῖκον: ― Νά, πῶς ν᾿ ἀβαράρῃς! Καὶ τοῦ ἔδειξεν ἐμπράκτως τὸν τρόπον, ρίψας αὐτῷ τὸ κοντάριον. Εἶτα ὤθησε τὴν φελούκαν ἀπὸ τῆς πρύμνης, ἀπομακρύνας αὐτὴν τῶν λιμναίων χόρτων, ὡς καὶ τῶν ρηχῶν, ἐνῷ ἡ Πολύμνια τὸν ἐκοίταζε μειδιῶσα καὶ ἄκουσα τὸν ἐθαύμαζεν, ὑποψιθυρίζουσα: ― Τί παράξενο παιδί! Καὶ τοὺς κατευώδωσε πρὸς τὸ μέρος τῆς καλύβης, ὅπου οἱ δύο συμπόται εἶχαν σηκωθῆ ἔκπληκτοι, μὴ ἐννοοῦντες τί συνέβαινε, καὶ ὁ Λούκας φανταζόμενος τὴν λίμνην ὡς θάλασσαν, ἔλεγε: ― Κανένα δελφίνι θὰ ἔπεσε κοντὰ στὴ βάρκα. ― Φθάνει νὰ μὴν εἶναι κανένα σκυλόψαρο, καὶ σοῦ ἀφανίσῃ τὰ κεφαλόπ᾿λα, καρδάσ᾿, εἶπεν ὁ Παρρήσης. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ὁ Χριστοδουλὴς ἐπέστρεψεν εἰς τὸν καλαμῶνά του, ὅπου, ὁ μπαρμπα-Κωνσταντής, αἰωνία ἡ μνήμη του, ὁ Μιτζέλος, ἀπὸ τοῦ λευκοῦ του οἰκίσκου, τοῦ γειτονεύοντος μὲ τὸν καλαμῶνα, εἶχεν ἰδεῖ τὸ συμβεβηκός, καὶ καλέσας τὸν νέον, ὅστις γυμνωθεὶς προσεπάθει νὰ στεγνώσῃ τὰ ἐνδύματά του ἐπὶ βράχου καίοντος ἀκόμη ἀπὸ τὸ καῦμα τοῦ ἄρτι δύσαντος ἡλίου, τοῦ ἔδωκεν αὐτὸς ἐνδύματα νὰ φορέσῃ. Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Κοψιδάκης, ὅστις εὑρίσκετο ἐκεῖ πλησίον μὲ τὰς ὀλίγας ἀμνάδας του, τοῦ ἔδωκε «μίαν εὐχὴ» καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι θὰ ἔχῃ «μεγάλον μισθόν», χωρὶς νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι αὐτὸς ἦτο νοθογενὲς ἀποτόκιον λησμονημένης θεότητος. Καὶ ὁ Λούκας, μαθὼν ἐκ στόματος τῆς Πολυμνίας τὸ μικρὸν συμβεβηκός, κρατῶν εἰς χεῖρας τὴν φλάσκαν, μὲ τὰς ἀπομεινάσας ὀλίγας σταγόνας μοσχάτου, ἔκραζεν ἀπὸ τῆς ἀντιπέραν ὄχθης: ― Στὴν ὑγειά σ᾿, Κ᾿στοδουλή! {{αστεράκι|type=3|size=2}} Πρὸς τί νὰ χάνῃ τις τὴν φιλίαν τῶν φίλων του; Μὴ τυχὸν ἡ Πολύμνια ἦτο διὰ σὲ ἢ δι᾿ ἐκεῖνον; Παιδίον! Αὐτὴ ἦτο μεγαλυτέρα τὴν ἡλικίαν καὶ τῶν δύο σας. Ἀλλὰ πῶς δύναταί τις νὰ γίνῃ ἀνὴρ χωρὶς ν᾿ ἀγαπήσῃ δεκάκις τοὐλάχιστον καὶ δεκάκις ν᾿ ἀπατηθῇ; Τώρα ἡ Πολύμνια ἀπέθανεν ἢ ὑπανδρεύθη; Ἀγνοῶ, ἴσως καὶ σὺ ἐπίσης. Καὶ ὁ Χριστοδουλής; Ἔγινεν ναυτικὸς περίφημος, ἀλλ᾿ ἀπὸ ἐτῶν δὲν ἤκουσές τι περὶ αὐτοῦ. Ἴσως νὰ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καθὼς τόσοι ἄλλοι. Καὶ σύ; Φιλοσοφεῖς, ὡς ἐγώ, καὶ οὐδὲν πράττεις. (1892) [[Κατηγορία:Διηγήματα]] lk9j3ye9i33s17ci75x2xx8b9l8vb18 167244 167242 2026-08-15T19:48:16Z Nikos1nikos1 15046 167244 wikitext text/x-wiki {{Κεφαλίδα | τίτλος = Ὁλόγυρα στὴ λίμνη | υπότιτλος = | συγγραφέας = Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης | μεταφραστής = | ενότητα = | προηγούμενο = | επόμενο = | commons = | commonscat = | βικιπαίδεια = | βικιφθέγματα = | σημειώσεις = 1892 }} {{c|{{larger|ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΦΙΛΟΝ}}}} Ὅταν ἐπανῆλθες μετὰ ἑπτὰ ἔτη εἰς τὴν ὡραίαν τοποθεσίαν, τὴν προσφιλῆ εἰς τὰς ἀναμνήσεις σου, δὲν ἦτο Φεβρουάριος ὁ μὴν καὶ δὲν ὑπῆρχον πλέον ἴτσια νὰ μυρώνωσι τὴν ἀτμοσφαῖραν μὲ τὰς μεθυστικὰς εὐωδίας των. Ἀλλὰ δὲν ἦτο πλέον καὶ ἡ Πολύμνια ἐκεῖ, ἄλλο ἔμψυχον ἴον, ἡ μεθύσκουσα ποτὲ τὴν παιδικὴν φαντασίαν σου μὲ μόνον τῆς λευκῆς λινομετάξου ἐσθῆτός της τὸν θροῦν. Δὲν ἐσώζετο πλέον οὔτε ὁ σικυὼν τοῦ ἀγαθοῦ Παρρήση, ὁ περιβάλλων ποτὲ μὲ χλοερὸν πλαίσιον τὴν γαληνιῶσαν λίμνην, τὴν ἀντανακλῶσαν εἰς τὰ νερά της τὸ αἴθριον κυανοῦν, οὔτε κἂν ἡ καλύβα τοῦ Λούκα τοῦ Θανασούλα, ἡ βρεχομένη ἀπὸ τὸ κῦμα παρὰ τὸ στόμιον τῆς λίμνης, ὅπου οὐδεὶς ἁλιεὺς ἐτόλμα ἐντὸς βολῆς νὰ πλησιάσῃ, διότι καὶ κοιμωμένου τοῦ Λούκα, ἡ καραβίνα ἠγρύπνει παρὰ τὸ πλευρόν του, καὶ ἤκουες τότε ἔξαφνα, ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, ξηρὸν κρότον οὐδὲν καλὸν ὑποσχόμενον εἰς τὸν τολμητίαν ὅστις θὰ ἐδοκίμαζε νὰ πλησιάσῃ ποτέ. Ἂν ἠδύνατό τις νὰ πιστεύσῃ τὰ λεγόμενα, ἡ καραβίνα αὕτη ἦτο τὸ ἀληθὲς ξυπνητήρι τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῆς λίμνης, εἰδοποιοῦσα αὐτὸν μυστηριωδῶς διὰ κτύπου εἰς τὸν δεξιόν του ὦμον περὶ τῆς λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινὸς ἐκ τοῦ λιμένος διὰ νυκτός. Διότι οἱ ὅροι τοῦ συμβολαίου ἔλεγαν ὅτι ὅλα τὰ κεφαλόπουλα καὶ τὰ καβούρια, ὅσα ἐπλησίαζαν εἰς τὴν λίμνην, ἦσαν τῆς λίμνης, ἐνῷ ὅσα ἐτόλμων νὰ ἐξέλθωσιν αὐτῆς, δὲν ἦσαν τοῦ λιμένος. Ἐφηρμόζετο δ᾿ ἐνταῦθα κατὰ πλάτος τὸ ἀξίωμα τὰ ἐμὰ ἐμά, καὶ τὰ σὰ ἐμά. Ἄλλοτε κατήρχετο ἐκεῖ βόσκων τὰς ὀλίγας ἀμνάδας καὶ τὰ ἀρνία του, ὁ μπαρμπα-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Κοψιδάκης, ὅστις δὲν ἐφείδετο νὰ διηγῆται εἰς πάντας ὅσας ὀπτασίας ἔβλεπε (ἁγίους, ἀγγέλους, δαίμονας, τὴν κατάστασιν τῶν ψυχῶν, καὶ αὐτὴν τὴν τελευταίαν κρίσιν, ὅλα τὰ ἔβλεπεν ὁ μακαρίτης) καὶ ἅπαξ μάλιστα ἠλήθευσε περιφανῶς, ὅταν ἔπεισε τοὺς πολίτας καὶ «τὸν δήμαρχο μὲ ὅλη τὴ δωδεκάδα», ὅτι ἦτο ἐπάναγκες ν᾿ ἀνακαινίσωσιν ἐκ βάθρων τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Καὶ προεῖπεν αὐτοῖς ὅτι, ἅμα ἀνέσκαπτον τὰ θεμέλια, ὁ Ἅγιος θὰ ἤρχετο βοηθός. Καὶ πράγματι, ὡς ἤρχισεν ἡ σκαπάνη νὰ ξεκοιλιάζῃ μετὰ δούπου τὴν γῆν καὶ νὰ στομοῦται πλήττουσα λίθους καὶ χάλικας, προέκυψαν εἰς τὸ φῶς δίδυμοι τάφοι μετὰ κιτρίνων σκελετῶν, τίς οἶδεν ἀπὸ ποίου λοιμοῦ, κατὰ τοὺς παρελθόντας αἰῶνας ἐκεῖ θαμμένων, καὶ μεταξὺ ἀδελφωμένων κοκκάλων καὶ χώματος, εὑρέθησαν περὶ τὰ ἑκατὸν ἑνετικὰ φλωρία. Ἄλλοι ἐπίστευσαν τότε τὸ θαῦμα καὶ ἄλλοι ἐξεπλάγησαν διὰ τὴν σύμπτωσιν, ἀλλὰ τὸ ὁρατὸν ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὁ ναΐσκος εὐπρεπὴς ὁπωσοῦν ἐκτίσθη. Εἰς τὸν ναΐσκον ἐκεῖνον, ὅταν ἦτο ἀκόμη παλαιὸς καὶ στενὸς καὶ μικρούτσικος, ἐκλείεσο τὸ πάλαι, ὅταν ἤθελες νὰ ἐπικαλεσθῇς τὴν βοήθειαν τοῦ Ἁγίου διὰ τοὺς πρωίμους πόνους τῆς καρδίας σου. Καὶ δὲν ἠδύνατό τις νὰ σὲ ὀνομάσῃ βέβηλον, καθόσον δὲν ἐζήτεις ἀπὸ τὸν Ἅγιον ἐγκόσμιον εὐτυχίαν, ἀλλὰ παρηγορίαν διὰ τὰς θλίψεις σου. Καὶ σὺ ἔπλεες τότε εἰς ψευδῆ ἀσφάλειαν, πεποιθὼς ὅτι κανεὶς ἄλλος δὲν σὲ ἔβλεπεν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ τὸν Ἅγιον· ἀλλ᾿ ὁ νέος ἐκεῖνος ὅστις ἐφύλαγε τότε τὰ πρόβατα τοῦ μπαρμπα-Γιωργοῦ, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, τοῦ Κοψιδάκη, ἂν καὶ δὲν ἦτο προικισμένος μὲ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ τῶν ὀπτασιῶν ὡς ὁ ἀφέντης του, ὅταν σ᾿ ἔβλεπεν ἀντικρὺ ἀπὸ τὸν λόφον, κ᾿ ἔκλειες τὴν θύραν ἅμα ἔμβαινες εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργὰ-γοργὰ ἀπὸ τὸν λόφον μὲ τὰ τσαρουχάκια του, πατῶν εἰς τὴν γῆν τόσον μαλακὰ ὡς νὰ ἦτο ἐλαφρὸς ἀτμὸς διολισθαίνων ἐπὶ τῆς χλόης, καὶ συνέχων τὴν ἀναπνοήν του, ἐπλησίαζε σιγὰ-σιγὰ εἰς τὴν μικράν, μισοασβεστωμένην καὶ λαδωμένην ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴν εὐλάβειαν τῶν προσκυνητριῶν, ὑαλόφρακτον θυρίδα τοῦ ναΐσκου, κ᾿ ἔβλεπε, χωρὶς νὰ τὸν βλέπῃς, τὰς μετανοίας καὶ τὰς προσευχάς σου, καὶ ἤκουε, χωρὶς νὰ τὸν ἀκούῃς, τοὺς ψιθυρισμούς σου καὶ τοὺς στεναγμούς σου. Ὤ! πόσα ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε! {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἐχωρίζετο ἡ λίμνη ἀπὸ τῆς θαλάσσης διὰ πλατείας λωρίδος γῆς ἀμμώδους καὶ κισηρώδους, τῆς ὁποίας μέρος ἦτο τὸ ναυπηγεῖον τῆς πόλεως καὶ μέρος ἦτο ὁ σικυὼν τοῦ Παρρήση. Κατὰ τὴν δυτικὴν ὅμως γωνίαν τῆς λωρίδος αὐτῆς, ὅπου ἤρχιζε ν᾿ ἁπλοῦται τὸ μῆκος τοῦ λιμένος, ἡ λωρὶς αὕτη ἔβαινε στενουμένη ἕως τοῦ Ἀργύρη τοῦ Μπαρμπαπαναγιώτη τὸν ἀνεμόμυλον, ὅστις μὲ τὴν ἀενάως στροφοδινουμένην κυκλοτερῆ πτέρυγά του μὲ τὰ τριγωνικὰ ἱστία, ἐφαίνετο ὡς νὰ προεκάλει τὰ ἐν τῷ λιμένι ἠγκυροβολημένα πλοῖα, λέγων πρὸς αὐτά: «Νά, ἐγὼ ἀρμενίζω καὶ στὴ στεριά!» Πόσας καὶ πόσας φορὰς ἠναγκάσθης νὰ θαλασσώσῃς, ἀφαιρῶν κάλτσες καὶ πέδιλα, ἀνασηκώνων ἕως τὸ γόνυ τὴν περισκελίδα, ἐπιμένων πεισμόνως νὰ διαβῇς τὸ ποτάμιον, ὅταν πολὺ συχνὰ ἐπήρχετο πλημμύρα καὶ ἡ θάλασσα ἐγίνετο ἓν μὲ τὸν βάλτον! Καὶ διατί δὲν ἀπεφάσιζες ν᾿ ἀνακόψῃς τὸν δρόμον σου καὶ νὰ ἐπιστρέψῃς εἰς τὴν πόλιν; Διότι σοῦ ἐφαίνετο ὅτι κάτι ἔβλεπες, κάτι ἀπήλαυες εἰς τὸ τοπίον αὐτό, ἐνῷ ἐκείνη ἥτις τὸ ἐζωντάνευεν, εἶχε γίνει ἄφαντος πρὸ πολλοῦ. Καὶ πότε πάλιν ἐπροτίμας νὰ λάβῃς τὴν βορειοτέραν ὁδόν, τὴν περιφερῆ, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης, διατρέχων ὅλον τὸ Κ᾿βούλι μὲ τοὺς ἀγροὺς καὶ μὲ τοὺς ἀμπελῶνάς του. Ἐκεῖ ἐπάτεις ἐπὶ παχείας χλόης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἤξευρες πάντοτε ἂν ὑπῆρχε στερεὰ γῆ. Καὶ ἐχώνεσο ἕως τοὺς ἀστραγάλους εἰς τὸν βάλτον, ἀλλ᾿ ἐνόμιζες τοῦτο εὐτυχίαν σου, διότι ἐφαντάζεσο πάντοτε ὅτι ἔτρεχες νὰ κόψῃς ἴτσια δι᾿ ἐκείνην. Καὶ ὅταν ἔφθανες τέλος, μὲ τὰ ὑποδήματα βαλτωμένα καὶ τὰ περιπόδια ὑγρά, εἰς τὸν λευκὸν οἰκίσκον τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ τοῦ Μιτζέλου, καὶ τὸν ἐχαιρέτας, ἐκεῖ ποὺ ἐσκάλιζε τὰ κουκιά, φωνάζων μακρόθεν, «Καλησπέρα, μπαρμπα-Κωνσταντή!» κ᾿ ἐκεῖνος σοῦ ἀπήντα μειλιχίως, «Καλῶς τὸ παιδί μου!», τότε ἠγάπας νὰ φαντάζεσαι σεαυτὸν ὡς μπαρμπα-Κωνσταντήν, καὶ τὴν Πολύμνιαν ὡς θεια-Σινιώραν, καὶ τοὺς δύο κατὰ σαράντα ἔτη νεωτέρους, καὶ ἀνεμέτρεις ὁποία θὰ ἦτον εὐτυχία διὰ σέ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συζήσῃς μὲ τὴν ἀγαπητήν σου εἰς τὸν πάλλευκον ἐκεῖνον οἰκίσκον (τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ ὑπερβάλλουσα λευκότης ὠφείλετο εἰς τὰ ἀκατάπαυστα ἀσβεστώματα τῆς θεια-Σινιώρας), καὶ ὁποία θὰ ἦτο ἐντρύφησις αἰσθήματος καὶ ρωμαντισμοῦ, ἐὰν διήγετε τὰς ἡμέρας μετὰ τῆς ἀγαπητῆς ἐν μέσῳ τοῦ εὐώδους καὶ χλοεροῦ ἐκείνου κήπου μὲ τὰς ροιάς, μὲ τὰς ροδωνιάς, μὲ τὰς ἀμυγδαλέας καὶ πασχαλέας, μὲ ὅλα τὰ ἐκλεκτότερα φυτὰ καὶ ἄνθη (τὰ ὁποῖα ὅμως ὠφείλοντο εἰς τοὺς ἐνδελεχεῖς κόπους τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ), παρὰ τὴν ὄχθην τῆς ὡραίας λίμνης, ὅπου ὑπήρχεν εἷς οὐρανὸς ἐπάνω, καὶ ἄλλος οὐρανὸς ἐφαίνετο κάτω, λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἀνέτεινον τὰς ὑψηλὰς κορυφάς των ἄνω, καὶ ἄλλαι λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἐκρέμαντο ἀνάποδα κάτω. Καὶ ὅσαι μυριάδες ἄστρα ἐκόσμουν τὴν νύκτα λάμποντα τὸ στερέωμα, ἄλλαι τόσαι μυριάδες ἔλαμπαν τρεμοσβήνοντα κάτω εἰς τὸν πυθμένα. Καὶ καλαμῶνες σειόμενοι ὑπὸ τοῦ ἀνέμου ὕψωναν τοὺς ἀσθενεῖς καυλούς των δύο ὀργυιὰς ὑπὲρ τὸ κῦμα, καὶ βρύα καὶ λύγοι καὶ ἀσφόδελοι ἀπέζων ἐκ τοῦ ἐλέους τῆς λίμνης καὶ ἐκ τοῦ λίπους τοῦ βάλτου, κλίνοντα τὰς χθαμαλὰς κορυφάς των πρὸς τὸ ὕδωρ, ὡς ν᾿ ἀπέδιδον εἰς τὴν λίμνην τὴν ὀφειλομένην εὐγνώμονα ὑπόκλισιν. Καὶ ἀντικρὺ ὑψοῦτο ὁ λιμὴν μὲ τὰς χλοερὰς ὄχθας του ὁλόγυρα, τὰς ἐξαπλούσας εἰς τὸν ἥλιον τὰς πρασινιζούσας κλιτῦς των, ὡς εὔκολπα στήθη παρθένου ἀναδίδοντα ζωὴν καὶ σφρῖγος εἰς τὴν πλάσιν. Δένδρα ἐκόσμουν εὐπαρύφως τὰς ὄχθας τὰς ὀρεινὰς καὶ τὰς ἀμμώδεις, καὶ ἄλλα δένδρα φυτευμένα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐστόλιζον τὸ κῦμα καὶ τοὺς αἰγιαλούς, τὰ ἱστία μὲ τὰ ἐξάρτιά των. Καὶ εἰς τὸ βάθος ἐφαίνοντο πρὸς βορρᾶν τεμνόμεναι αἱ δύο τῶν λόφων σειραί, αἱ περιβάλλουσαι ἔνθεν καὶ ἔνθεν τὸν μακρὸν ἀλλ᾿ εὐσύνοπτον εἰς τὸ βλέμμα κάμπον, ἡ μία ἡ ἀνατολική, ὑψηλή, ἐγγυτέρα εἰς τὸν θεατήν, ἐπιστεφομένη ἀπὸ τὸ καλύβι τοῦ μπαρμπα-Γιωργιοῦ, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, τοῦ Κοψιδάκη, ὅπου ὄχι ἅπαξ ἑώρτασες τὴν Πρωτομαγιάν, παιδίον, μὲ γάλα καὶ μὲ ὀβελίαν ἀμνὸν καὶ μὲ στεφάνους καὶ μὲ λούλουδα, ὅταν ἔζη ὁ πρὸς μητρὸς πάππος σου, ὁ μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρος, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Καρονιάρης, ὅστις ἠγάπα νὰ ἑορτάζῃ μεγαλοπρεπῶς τὴν Πρωτομαγιάν, χορηγὸς αὐτὸς ὄχι μόνον δι᾿ ὅλους τοὺς υἱούς, τὰς θυγατέρας καὶ τὰ ἐγγόνια του, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἀναδεξίμια του καὶ τοὺς κουμπάρους του καὶ διὰ τὰς κόρας τῶν κολληγισσῶν του ἀκόμη, τὰς ὁποίας ἑπταέτης ἤδη δὲν ὤκνεις νὰ ἐρωτεύεσαι, φανταζόμενος ὅτι τρέχεις κατόπιν αὐτῶν εἰς τοὺς ὁρμίσκους, ἐκεῖ ὅπου ἐλεύκαιναν τὰς ὀθόνας, καὶ ὅτι κρύπτεσαι μαζί των εἰς τὰ ἄντρα, τὰ πατούμενα ὑπὸ τῆς θαλάσσης, ἀφριζούσης ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Βορρᾶ, ὀνειροπολῶν τὴν εὐτυχίαν εἰς τοὺς λευκοὺς καὶ γλαφυροὺς κόλπους, μὲ τὰς ὁλοβροχίνους καὶ βυσσινόχρους τραχηλιάς, καὶ εἰς τὰς κυανόφλεβας καὶ τορνευτὰς ὠλένας μὲ τὰς μακρὰς καὶ κεντητὰς χειρῖδάς των. Πρώιμα ὄνειρα νεότητος ἀνυπομόνου, ὡς ἡ ἀμυγδαλῆ ἡ ἀνθοῦσα τὸν Ἰανουάριον! Ἡ ἄλλη, ἡ δυτικὴ λοφιά, ἦτο ἡ Πλατάνα, ἀπωτέρα εἰς τὸν θεατήν, ὑπτία, ἀνακεκλιμένη, βαθμηδὸν ἀνέρπουσα πρὸς τὰς ὑψηλοτέρας κορυφάς, ἧς τὴν ὑπώρειαν περικαλλῶς κοσμεῖ ὁ Πύργος τοῦ Μετοχίου, μὲ τὸν ὡραῖον ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔβλεπες ἀντικρύ σου ὡς τελείαν εἰκόνα ἀριστοτέχνου ἀληθῶς, ἐκεῖθεν τῆς λίμνης ἀπὸ τὸν λευκὸν οἰκίσκον τοῦ μπαρμπα-Κωνσταντῆ τοῦ Μιτζέλου, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ ναυπηγεῖον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ἀπέναντι, ἐντεῦθεν τῆς λίμνης. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ὅλη ἡ μακρὰ καὶ πλατεῖα ἀμμουδιὰ ἡ ἁπλουμένη μεταξὺ τῆς λίμνης καὶ τοῦ λιμένος, δὲν εἶχεν οὐδὲ ἕνα κόκκον ἄμμου ἀμιγῆ ἀπὸ πριονίδια, οὐδὲ ἕνα χάλικα ἐλεύθερον ἀπὸ τὴν γειτονίαν πελεκουδίου. Πόσα δάση ἀγριοξύλων μετεμορφώθησαν ἐνταῦθα, ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, εἰς σκάφας μὲ κατάρτια ὑψηλά, μὲ μυριάδας ὀργυιῶν σχοινίων καὶ πανίων, καὶ πόσαι τοιαῦται σκάφαι θὰ ἐκοιμῶντο τώρα τὸν αἰώνιον ὕπνον εἰς τὰ βάθη τῆς Μεσογείου ἢ τοῦ Εὐξείνου! Δύο τοιοῦτοι σκελετοὶ ἐφαίνοντο σήμερον κείμενοι ἐπὶ τὴν μίαν πλευράν, εἰς τὰ ρηχά, ἀντικρὺ τοῦ ναυπηγείου, μὲ τὰς σκωληκοβρώτους καὶ μαυρισμένας σανίδας των, μὲ τὰ σκουριασμένα καρφία των, καὶ τὰ διέχοντα στραβόξυλα γυμνὰ μαδερίων, δι᾿ ὧν διέρρεεν ἐλευθέρως ἡ θάλασσα, ἐφαίνοντο θλιβερῶς μειδιῶντα, μὲ ὀδόντας ἄνευ χειλέων, ὡς νὰ ᾤκτειρον βλέποντα ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν τόσην μανιώδη μέριμναν καὶ μεταλλευτικότητα τῶν ἀνθρώπων. Πόσαι χεῖρες ἀνθρώπων πυρετωδῶς ἐργασθεῖσαι ἄλλοτε ἐδῶ δὲν ἔκειντο ξηραὶ εἰς τὰ βάθη τῆς γῆς, πόσαι κεφαλαί, τόσον ἔχουσαι ἐγκέφαλον, ὅσος θὰ ἤρκει, καθ᾿ ἃ ἔλεγε γηραιὸς ναυτικός, «διὰ νὰ παλαμίσῃ τις ἕνα καράβι ὁλόκληρο», δὲν ἔθρεψαν ἀδηφάγα κήτη εἰς τὸν βυθὸν τοῦ πόντου! Καὶ ὅμως ὁ γέρων ἐκεῖνος θαλασσινός, μὲ τὴν πικρὰν εἰρωνείαν, εἶχε χάσει ἀρτίως τὸ πλοῖον καὶ τοὺς δύο υἱούς του ἀπὸ τρικυμίαν παρὰ τὸν Μαλέαν, καὶ τώρα, μὲ τὰ γεράματά του, καὶ μὲ τὸν τρίτον του υἱόν, ἐπαιδεύετο νὰ ναυπηγήσῃ ἄλλο πλοῖον μεγαλύτερον, ἔρημος τῶν κυριωτέρων βοηθῶν του! Οὕτως ἡ ἀνάγκη τοῦ βίου καὶ ἡ συνήθεια δεσπόζουσι τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων! Δι᾿ ἐκεῖνον τὸ νέον τοῦτο πλοῖον ἴσως νὰ ἦτο, ἂν ὄχι ἱκανοποίησις, τοὐλάχιστον παρηγορία διὰ τὸ γῆρας! Καὶ οὕτω θὰ ἐξηκολούθει νὰ διάγῃ τὰς τελευταίας ἡμέρας του, ὁ γηραιὸς θαλάσσιος λύκος, ἑωσότου θὰ ἤρχετο ἴσως ἡμέρα καθ᾿ ἣν ἡ θάλασσα, τὸ μέγιστον τοῦτο θηρίον τὸ ὁποῖον ἐπιμόνως προεκάλει, θὰ τὸν ἀνέρριπτεν ἐξεγειρομένη ἀπὸ τῶν κόλπων της ἕως τὸ στερέωμα, ὡς λέγει ὁ Βάυρων, καὶ θὰ τὸν ἔπεμπεν ὀλολύζοντα «εἰς τοὺς θεούς του», ἀπορρίπτουσα αὐτὸν ὀπίσω εἰς τὴν γῆν. «Ἐκεῖ ἂς κεῖται!» There let him lay! Κ᾽ ἐξηκολούθουν διαρκῶς νὰ ναυπηγῶσι πλοῖα, καὶ ἡ τέχνη ἐτελειοποιεῖτο καὶ τὸ ἐμπόριον ηὔξανε. Πᾶς ὅστις ἤθελε νὰ ναυπηγήσῃ εἶχε πρόθυμον σύμβουλον τὸν καπετὰν Δημήτρη τὸν Κασσανδριανό, μὲ τὴν μακράν του τσιμπούκαν, μὲ τὸ ἠλέκτρινον στόμιον, ὅστις εἶχεν ἰδεῖ καὶ ἀκούσει πολλὰ εἰς τὴν ζωήν του, ὁ μακαρίτης. Τὰς ἡμέρας τοῦ γήρατός του τὰς ἐδαπάνα παριστάμενος θεατὴς τῶν ναυπηγουμένων πλοίων, ἐρχόμενος κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν μὲ τὴν τσιμπούκαν του, μὲ τὴν μακρὰν καπνοσακκούλαν του κρεμαμένην ἐπὶ τοῦ τσοχίνου ἐπανωβράκου, διὰ νὰ καμαρώσῃ τοὺς κόπους καὶ τὰς ἐλπίδας τῶν ἄλλων, καὶ παρηγορηθῇ διότι, πεισθεὶς εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν υἱῶν του, ἰσχυριζομένων ὅτι ἦτο παρὰ πολὺ γέρων, εἶχε παραχωρήσει αὐτοῖς τὴν πλοιαρχίαν. «Σὰ θὰ κάμετε τὸ σταυρό σας νὰ κόψετε τὸν κερεστέ, παιδιά, νὰ κοιτάξετε καλὰ πόσω ἡμερῶ θὰ εἶναι τὸ φεγγάρι… Κι ὅντας θὰ σκαρώσετε, μὲ τὸ καλό, νὰ ξετάζετε ποῦ εἶναι ὁ ἀστέρας… Βάρδα μπένε, νὰ μὴ σκαρώσετε μουδὲ νὰ τὸ ρίξετε στὸ γιαλὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶναι λιοτρόπι…» Καὶ ἔδιδε βραδύγλωσσος πολυτίμους ὁδηγίας εἰς τὸν πλοίαρχον, ὡς καὶ εἰς τὸν πρωτομάστορην, περὶ πάντων τῶν συντελούντων εἰς τὴν ἐπιτυχῆ ναυπήγησιν ὡς καὶ τὴν εὐόδωσιν καὶ προκοπὴν τοῦ πλοίου. Ὅστις δὲν τὸν ἤκουε, τόσον χειρότερα δι᾿ αὐτόν! Νεωτερισταί τινες πλοίαρχοι ἐδοκίμασαν νὰ τὸν παρακούσουν, καὶ ὑπέφεραν σκληρῶς. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἐνθυμεῖσαι, ὑπῆρχαν τότε τρία μεγάλα σκάφη πλησίον ἀλλήλων ναυπηγούμενα, ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀρχιναυπηγόν. Θαυμάσιος ἄνθρωπος! Πῶς ἠδύνατο νὰ ἐπαρκῇ καὶ εἰς τὰ τρία, τρέχων ἀπὸ σκάφης εἰς σκάφην, μ᾿ ἕνα πῆχυν εἰς τὴν χεῖρα, μὲ μίαν στάθμην καὶ μ᾿ ἓν σκέπαρνον ἀπὸ τοῦ αὐχένος κρεμάμενον μὲ τὴν λαβὴν ἐπὶ τοῦ στέρνου. Καὶ ὁποία στρατιὰ ἀνθρώπων ἐτέλει ὑπὸ τὰς διαταγάς του! Ὁ πλοίαρχος, οἱ βοηθοί του, οἱ πριονισταί, οἱ πελεκηταί, οἱ μαραγκοὶ καὶ οἱ καλαφάται! Δὲν ἔλειπαν καὶ οἱ Γύφτοι, οἵτινες εἶχον ἱδρύσει προχείρως ἀνὰ μίαν καλύβην ὄπισθεν ἑνὸς ἑκάστου τῶν σκαφῶν. Καὶ μὲ τὴν κάμινον πλήρη ἀνθράκων, μὲ τοὺς φυσητῆρας, μὲ τοὺς ἄκμονας, μὲ τοὺς ραιστῆρας καὶ τὰς βαρείας σφύρας των, ἔκοπταν, ἔκοπταν μεγάλα καρφία, τζαβέτες. Ὁποῖος φοβερὸς θόρυβος! Οἱ κτύποι τοῦ ραιστῆρος ἔπνιγον τὸν ἔρρυθμον τριγμὸν τοῦ πρίονος, ὁ κρότος τοῦ σκεπάρνου ἐκάλυπτε τὸν δοῦπον τῆς ξυλίνης ματσόλας, δι᾿ ἧς ἐκτύπα τὸ στυππεῖον ὁ καλαφάτης, καὶ ὑπὲρ πάντας τοὺς ἄλλους κρότους ἐδέσποζεν ὁ βαρὺς ροῖβδος τοῦ πελωρίου ραιστῆρος, δι᾿ οὗ ἐνέπηγον τὰ χονδρὰ καρφιὰ καὶ τοὺς ξυλίνους ἥλους, τὲς καβίλιες, εἰς τὰς στρογγύλας πλευρὰς τοῦ κολοσσαίου σκάφους. Καὶ ὑψηλός, μεγαλόκορμος ἀνήρ, μὲ ὀρθὰς τὰς πλάτας, μὲ τὸ κόκκινον πλατὺ ζωνάρι συνέχον τὴν μακρὰν σέλλαν τοῦ βρακίου ὑπὸ τοὺς βουβῶνάς του, εἶχεν ἀναβῆ, ὁ δαιμόνιος, ὑψηλὰ ἐπὶ τῆς κωπαστῆς, καὶ ὁ ἴσκιος του μακρός, ὑπὸ τὰς τελευταίας ἀκτῖνας τοῦ δύοντος ἡλίου, ἐμεγεθύνετο τεραστίως, τῶν μὲν σκελῶν πιπτόντων ἐντεῦθεν τῆς λίμνης ἐπὶ τῶν φυτῶν τοῦ σικυῶνος, τοῦ δὲ κορμοῦ ἀορίστως κυμαινομένου ἐπὶ τοῦ ὕδατος, καὶ τῆς κεφαλῆς ζωγραφουμένης μεγαλοπρεπῶς πέραν τῆς λίμνης, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὴν ὑπώρειαν τοῦ βουνοῦ. Οὗτος ἦτο ὁ πουργοτζής, ἔργον ἔχων τὸ ν᾿ ἀνοίγῃ τρύπες. Ὑπερμέγεθες πισσωμένον ζεμπίλιον, κείμενον κάπου, ἀνάμεσα εἰς δύο βουβά, μεγάλα ξύλα, ὑπὸ τὴν πρύμνην, ἦτο γεμᾶτον ἀπὸ τριβέλια διαφόρων μεγεθῶν, ἕως τρεῖς δωδεκάδας, ὧν τὸ μὲν μικρότερον θὰ ἦτο ἕως δύο σπιθαμῶν, τὸ δὲ μέγιστον, βαρύ, ὀγκῶδες, ἦτο σχεδὸν ἴσον μὲ τὸ ἀνάστημα τοῦ κατόχου του. Τὴν στιγμὴν ταύτην ἐχειρίζετο ἀκριβῶς ἓν τῶν μεγίστων τρυπανίων, καὶ ἔκυπτεν, ὁ θαυμάσιος, ἐπὶ τῆς κωπαστῆς, αἰωρούμενος ὡς σχοινοβάτης, καὶ ἤνοιγε βαθεῖαν κάθετον ὀπὴν εἰς μίαν τῶν πλευρῶν τοῦ σκάφους. Ὢ τῆς ἀκαταληψίας! {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἀλλ᾿ ὁ ἥλιος ἐκρύβη ἤδη εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὑψηλοῦ πετρώδους βουνοῦ, καὶ ὁ ἴσκιος τοῦ πουργοτζῆ διεγράφη καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ὕδατος καὶ ἀπὸ τὸν ἄμμον τῆς παραλίας. Οἱ μαστόροι, καθὼς καὶ οἱ πολλοὶ ἐπισκέπται, οἱ περιπατηταὶ τῆς ἑσπέρας, οἵτινες ἤρχοντο νὰ συγκοπιάζωσι καὶ αὐτοὶ μὲ τὸ βλέμμα εἰς τοὺς ἱδρῶτας τῶν ἄλλων, κ᾿ ἐνίοτε νὰ τοὺς χασομερῶσι μὲ τὰς ἀκαίρους ἐρωτήσεις των, διασκελίσαντες τὰ παντοῦ ἐσκορπισμένα ἀνὰ τὸ ναυπηγεῖον βουβά, δοκοὺς καὶ στραβόξυλα, συνήχθησαν ὅλοι ἐν συγκεχυμένῳ βόμβῳ, περὶ τὴν μικρὰν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, ἥτις ἦτο πλήρης τάκων καὶ τεμαχίων ξύλου καὶ σπυρίδων μὲ ἐργαλεῖα καί τινων ἐνδυμάτων καὶ κλινοσκεπασμάτων, διὰ νὰ πίωσιν ὅλοι τὸ τσίπουρο, ἀπὸ μεγάλην χιλιάρικην φιάλην, μὲ τὸ αὐτὸ ποτήριον ὅλοι. Μόνος ὁ πελώριος καραβόσκυλος, ὁ προσδεδεμένος μὲ στερεὰν ἅλυσιν ἔξω τῆς καλύβης, ὄπισθεν τῆς πρύμνης τοῦ μεγάλου σκάφους, ἐξέπεμπεν ἀπειλητικὸν ὑπόκωφον γρυλισμόν, ὡς νὰ διέκρινεν αὐτὸς μόνος τὸν βόμβον τῶν κηφήνων ἀπὸ τοῦ βόμβου τῶν μελισσῶν, κ᾿ ἐφαίνετο, ἂν τοῦ τὸ ἐπέτρεπαν, ἕτοιμος νὰ ἐφορμήσῃ. Ἀλλ᾿ ὁ πλοίαρχος, ὁ καπετὰν Γιωργάκης, ὅστις ἐφαίνετο κάπως μορφωμένος, μὲ τοὺς μακροὺς ἀγκιστροειδεῖς ξανθοὺς μύστακάς του, τὸ ἡλιοκαὲς πρόσωπον καὶ τὸ μικρὸν ἀνάστημα, διὰ μονοσυλλάβων ἀνέκοπτε τὴν ὁρμήν του. «Πίσω, Τσοῦρμο! κάτω, Τσοῦρμο!» Ὁ Τσοῦρμος ὑπήκουεν, ἀλλὰ μετὰ δυσκολίας, κ᾿ ἐξέφραζε τὴν λύπην του διὰ παρατεταμένων γαυγισμῶν. Ἤρχισε νὰ κυκλοφορῇ τὸ ποτήριον τῆς ρακῆς, καὶ οἱ ναυπηγοὶ ὅλοι καὶ οἱ περιπατηταὶ ἔλεγαν τὰς συνήθεις εὐχάς: «Καλορρίζικο! μάλαμα τὸ καρφί τ᾿, καπετάνιο! Καλὸ πλέψιμο!» Τὴν τελευταίαν λέξιν οἱ πλεῖστοι ἐπρόφεραν, κατὰ παραφθοράν, πλέξιμο. Καὶ εἷς περίεργος ἄνθρωπος μὲ χονδρὸν ἄσχημον πρόσωπον, μὲ παχύτατον μύστακα ἐπικαθήμενον ὡς στοιβιὰ ἐπὶ τῶν μήλων τῶν παρειῶν του, ἕως τοὺς ὀφθαλμούς, ἡμιναύτης καὶ ἡμιεργάτης καὶ ἡμιεκφορτωτής (οὗτος ἦτο ὁ Ἀλέξανδρος Χάραυλος, ὁ ἴδιος ὅστις πηδαλιουχῶν ποτὲ ἐν μακρῷ ταξιδίῳ, κατὰ τὴν Μαύρην Θάλασσαν, ἐπὶ μεγάλου πλοίου, τὴν νύκτα, ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ πλοιάρχου, περιπατοῦντος κατὰ μῆκος τοῦ καταστρώματος ἀπὸ τὴν πρύμνην ἕως τὴν πρῷραν: «Τί ἔχεις, βρὲ Ἀλέξανδρε, κι ἀναστενάζεις;» κ᾿ ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Συλλογίζομαι, καπετάνιε, πῶς θὰ τὰ πληρώσουμε, τόσα ἑκατομμύρια ποὺ χρωστάει τὸ Ἔθνος!»)· οὗτος λοιπὸν ὁ Ἀλέξανδρος Χάραυλος, ὀλίγον πέραν τοῦ δέοντος ἀφελής, προσληφθεὶς ἀπὸ τῆς προτεραίας διὰ νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὴν ναυπήγησιν τοῦ σκάφους, ὅταν ἦλθεν ἡ σειρά του διὰ νὰ πίῃ καὶ νὰ χαιρετίσῃ, ἐπρόφερεν ἐξ ὑπερβαλλούσης ἀδεξιότητος ὡς ἑξῆς τὴν ἀνωτέρω σημειωθεῖσαν λέξιν: ― Καλὸ μπλέξιμο, καπετάνιο! Οἱ ἄλλοι ἐκάγχασαν· ὁ ξανθομούστακος πλοίαρχος συνωφρυώθη, ὁ Τσοῦρμος ἠγέρθη ἐπὶ τῶν ὀπισθίων ποδῶν καὶ ἀφῆκε φοβερὰν ὑλακήν! Ὁ ἀδελφὸς τοῦ πλοιάρχου, ὁ Δημήτρης ὁ Τσιμπίδας, ἤγειρε τὴν χεῖρα ν᾿ ἁρπάσῃ ἀπὸ τὸν σβέρκον τὸν Ἀλέξανδρον τὸν Χάραυλον καὶ νὰ τοῦ καταφέρῃ ὀλίγους κονδύλους. Ὁ καπετὰν Γιωργάκης τὸν ἐμπόδισεν, ἂν καὶ τοῦ ἐκόστισε πολύ. Διότι ὅλοι οἱ ναυτικοί, καὶ οἱ πλέον μορφωμένοι σχετικῶς, δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένοι δεισιδαιμονιῶν καὶ προλήψεων. Πῶς νὰ μὴν εἶναί τις δεισιδαίμων ὅταν «πολεμῇ μὲ τὸ μεγαλύτερον θηρίον», ὅταν παλαίῃ μὲ τὸ ἄγνωστον, καὶ δὲν ἠξεύρῃ ἂν αὔριον θὰ ἐπιπλέῃ ἢ θὰ ποντισθῇ, ἂν θὰ εἶναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἢ εἰς τὸν πυθμένα; Ὁ πλοίαρχος ἠρκέσθη μόνον νὰ εἴπῃ ὀργίλως: ― Δάκω τὴ γλῶσσα σ᾿, βρὲ στραβο-Χάραυλε… νὰ μὴν ἁρπάξω τὴ σαλαμάστρα, τώρα… Καὶ μετὰ δυσκολίας πολλῆς ἐμπόδισε τὸν ἀδελφόν του νὰ μὴ τὸν αἰκίσῃ. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἐκεῖ, ὄπισθεν τῶν θάμνων τοῦ φράκτου, ἐν μέσῳ τῶν χωραφίων, 〈τῶν〉 ἀμπέλων καὶ τοῦ αἰγιαλοῦ, ὅπου ὄχι σπανίως ἡ μὲν θάλασσα ἐπάτει καὶ ἀφωμοίου τὸ ἥμισυ κήπου ἢ ἀγροῦ μὲ συκᾶς, μηλέας καὶ ἀπιδέας, οἱ δὲ διαβάται ἔκαμναν δρόμον τὸ ἄλλο ἥμισυ τοῦ αὐτοῦ κήπου ἢ ἀγροῦ (καὶ οἱ εὐτυχεῖς ἰδιοκτῆται εἰς ποῖον νὰ προσκλαυθῶσιν;) ἤκουες πολλάκις τὴν ἑσπέραν περὶ τὸ λυκόφως, ἐνῷ οἱ ναυπηγοὶ φορτωμένοι τὰ ζεμπίλια μὲ τὰ σιδερικά των ἐπέστρεφαν εἰς τὴν πολίχνην, ἤκουες, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν μαραγκῶν, μετρούντων τὰς ἡμέρας ἑωσοῦ ἔλθῃ ἡ πρώτη Κυριακή, κατόπιν τῆς ὁποίας εἵποντο κατὰ σειρὰν τρεῖς ἢ τέσσαρες ἑορταί (τῶν Κορυφαίων Ἀποστόλων, τῶν Δώδεκα, τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ τῆς Ἁγίας Ἐσθῆτος), καὶ ἀναλογιζομένων μετὰ προαπολαύσεως μελλούσης μακαριότητος ὅτι θὰ ἔπλεον ὅσον οὔπω ἀντικρύ, εἰς τὴν ἀνατολικὴν νῆσον, τὴν κρατοῦσαν δέσμια πανταχόσε τῆς γῆς ὅλα τὰ τέκνα της μὲ ἀόρατον συμπαθὲς νῆμα πόθου καὶ νοσταλγίας, θὰ ἔπλεον ὅλοι στοιβαζόμενοι εἰς δύο μεγάλας ὁλκάδας, ἔργα τῶν χειρῶν των, ὅπως ἐπὶ τετραήμερον ἑορτάσωσιν· ἤκουες, λέγω, διάλογον οἷος ὁ ἑξῆς: ― Νά, κοντεύουμε τώρα, Νταντή… ― Ἀργοῦμε ἀκόμα, Μπεφάνη… ― Τί λές, βρὲ Νταντή;… Δευτέρα πέρασε, Τρίτ᾿ Τετράδ᾿ μιά, Πέφτ᾿ Παρασκευὴ δυό, Σαββάτο, πρῶτα ὁ Θεός, εἴμαστε πέρα. Καὶ οὕτως ὁδὸς μακρὰ βραχεῖα γίγνεται, ὄχι κατὰ τὸν Σοφοκλέα. Ἀλλὰ δὲν ἦτο πάντοτε ἑσπέρα ὅταν ἔβαινες πρὸς τὴν ἀμμώδη ἐκείνην παραλίαν μὲ τ᾿ ἀβαθῆ ὕδατα, καὶ δὲν ἔβλεπες πάντοτε ὁμάδας ἀνθρώπων ἐπιστρεφόντων ἐκ τοῦ ναυπηγείου, οὐδὲ πτωχῶν γυναικῶν φορτωμένων σάκκους πλήρεις πελεκουδίων ἐπὶ τῶν ἰσχνῶν ὤμων των. Ἦτο πρωία, καὶ δὲν εἶχε παρέλθει ὁ χειμών, καὶ δὲν εἶχαν σκαρώσει ἀκόμη τὰ μεγάλα σκάφη. Εἰς τὸ ναυπηγεῖον μία μόνον βρατσέρα καὶ δύο βάρκαι μικραὶ ὑπῆρχαν σκαρωμέναι. Δὲν εἰργάζοντο ἐκεῖ εἰμὴ ὁ μαστρο-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Βαγγελάκης, μὲ τὴν κοκκίνην σκούφιαν του, ἥτις δὲν ἦτο οὔτε φέσι οὔτε κοῦκος οὔτε καπέλο, ἀλλὰ μετεῖχεν ἀπὸ ὅλα αὐτά, μὲ τοὺς πισσωμένους ἀμπάδες του καὶ μὲ τὴν πολύχρουν ἀπὸ τὰ ἐμβαλώματα καμιζόλαν του, καὶ ὁ Γιάννης τῆς Παναγιοῦς, μὲ τὸ ὑψηλὸν καὶ ὀρθὸν φέσι του, μὲ τὴν μακρὰν καὶ πολύπτυχον βράκαν του, μὲ τὴν ἄσπρην φανέλαν καὶ μὲ τὴν μεγάλην ζεμπίλαν του. Ὁ ἥλιος μόλις εἶχεν ἀνατείλει, διαλύων τοὺς ἀνερχομένους ἀπὸ τὴν θάλασσαν πρὸς τὴν πρασινίζουσαν ἀκτὴν λευκοὺς ἀτμούς, τὰ ὕδατα ἦσαν ρηχὰ ἀπὸ τὸν ἀσθενῆ ἄνεμον ὅστις ἐφύσα. Ἐφαίνετο τὴν πρωίαν ἐκείνην ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Βορρᾶς εὑρέθη εἰς διάθεσιν φιλοπαίγμονα, θωπεύων μαλακὰ τὴν θάλασσαν. Καὶ ἡ ψυχρὰ ριπὴ δὲν ἦτο δυσάρεστος εἰς τὸν μικρὸν κτηματίαν τὸν ἐπιβαίνοντα τοῦ ὄνου καὶ ἀπερχόμενον εἰς τὸν ἀγρόν του, οὐδὲ εἰς τὸν ζευγηλάτην, τὸν διὰ τῆς φωνῆς ἀποτείνοντα τὰ κελεύσματα εἰς τοὺς βοῦς του: ―Ὤ! Μελίσσ᾿, ὄξου Μαυρομμάτ᾿! καὶ διὰ τοῦ βλέμματος θωπεύοντα τὴν μεγάλην χύτραν μὲ τὰ καλομαγειρευμένα μὲ ἱκανὸν εὐῶδες ἔλαιον φασόλια, καὶ μὲ ἄφθονον κοκκίνην πιπεριάν, τὴν ὁποίαν, μὲ τὸ ἐξησκημένον βλέμμα του, εἶχεν ἀνακαλύψει ἤδη ἐρχομένην ὄπισθεν τῶν θάμνων, ὁλονὲν καὶ πλησιάζουσαν σκεπασμένην καλὰ διὰ νὰ μὴν κρυώσῃ τὸ φαγητόν, ἐπιστέφουσαν τὸν μέγαν κόφινον, ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς φιλοτίμου οἰκοκυρᾶς, σχεδὸν ἀρμενίζουσαν ὡς βάρκαν, χωρὶς νὰ φαίνωνται οὔτε αἱ χεῖρες αἱ ὑποβαστάζουσαι οὔτε οἱ πόδες οἱ βηματίζοντες. Ὀλίγαι στιγμαὶ θὰ παρήρχοντο ἀκόμῃ, καὶ ὁ μὲν Μελίσσης καὶ ὁ Μαυρομμάτης, ἀπολυόμενοι πρὸς ὥραν τοῦ ζυγοῦ, θὰ ἔβοσκον μακαρίως παρὰ τὰς χονδρὰς καὶ ὀζώδεις ρίζας τῶν ἐλαιῶν, ὁ δὲ ζευγηλάτης καὶ ὁ βοηθός του, θὰ παρεκάθιζον ἐπιφθόνως ὑπὸ τὸ εὐλογημένον φύλλωμα, καὶ θὰ ἐπειρῶντο ἐγγύτερον τῆς χύτρας. Ἀλλὰ σύ, φίλε, δὲν προσεῖχες τότε εἰς τὰ τετριμμένα αὐτά, ἀλλ᾿ ἐφθόνεις μᾶλλον τοὺς μικροὺς δεκαετεῖς παῖδας, τοὺς ἀνασηκώνοντας τὴν περισκελίδα ὣς τὸν μηρόν, φέροντας τὰ πέδιλα εἰς τὸ θυλάκιον καὶ θαλασσώνοντας ὑπὲρ τὸ γόνυ εἰς τὸ κῦμα. Ἔβλεπες ἔξαφνα ἕνα τούτων νὰ κύπτῃ νὰ συλλαμβάνῃ μὲ τὴν παλάμην μικρὸν ὀκταπόδιον, νὰ τὸ δαγκάνῃ εἰς τὸν λαιμόν, ν᾿ ἀγωνίζεται ν᾿ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸν καρπὸν τῆς χειρός του τοὺς μυζητῆρας, νὰ τρέχῃ εἰς τὴν ἄμμον καὶ νὰ τὸ κοπανίζῃ γενναίως εἰς τὸν πρῶτον λίθον τὸν ὁποῖον θὰ εὕρισκε, λείψανον παρασυρθέντος ἀπὸ τὰ κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ἢ ἐρείπιον πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης προκυμαίας. Καὶ ἡ μήτηρ σου ἡ φιλότεκνος ὄχι μόνον δὲν σοῦ ἐπέτρεπε νὰ τρέχῃς, ὅπως ἄλλοι, ἀνυπόδητος καὶ σύ, ἀλλ᾿ ἀπῄτει νὰ φορῇς καὶ κάλτσες. Ὁποῖα δεσμὰ παιδαγωγικῆς δουλοσύνης! Εὐτυχῶς εἶχες πλησίον σου τὸν φίλον σου, τὸν Χριστοδουλήν, ὅστις, ὁμῆλιξ μὲ σέ, ἦτο εὐτυχέστερος κατὰ τοῦτο, ὅτι ἦτο πάντοτε ξυπόλυτος, καὶ οὐδ᾿ ἐφόρει ποτὲ κάλτσες. Φιλότιμον παιδίον! Ἔτρεχε δι᾿ ὅλης τῆς ἡμέρας ἀπὸ γιαλὸν εἰς γιαλόν, ἔβγαζε γρινιάτσες, πορφύρες καὶ πεταλίδες διὰ δύο, καβούρια διὰ τρεῖς, ὀκταπόδια διὰ τέσσαρες. Καὶ μέρος μὲν αὐτῶν ἔκαμνε δολώματα, διὰ νὰ ψαρεύῃ μὲ τὴν καλαμιὰν ἀπὸ τὸ δειλινὸν ἕως τὸ βράδυ, μέρος δὲ ἐμοιράζετο φιλαδέλφως μὲ σέ. Τὴν πρωίαν ἐκείνην ὀλίγον πρὶν φθάσητε εἰς τὸν μύλον τοῦ Μπαρμπαπαναγιώτη, ὅστις ἵσταται ὡς φρουρὸς παρὰ τὸ δυτικὸν στόμιον τῆς λίμνης, ἐκεῖ ὅπου ἦτο οὐδέτερον ἔδαφος μεταξὺ θαλάσσης καὶ ξηρᾶς, ὁ φίλος σου ὁ Χριστοδουλής, ἐπειδὴ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τὰ ὕδατα ἐβαθύνοντο ὀλίγον τι ἀποτόμως, δὲν εὑρίσκετο πολὺ μακρὰν εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἅμα εἶδεν ὅτι ἡ Πολύμνια πλησιάσασα ἤρχισε νὰ σοῦ ὁμιλῇ, ἔσπευσε νὰ ἀποβῇ εἰς τὴν ξηρὰν διὰ ν᾿ ἀκούσῃ τί σοῦ ἔλεγε. Ὁποῖον λεπτοφυὲς σῶμα ἐσκέπαζεν ἡ λειομέταξος ὀρφνὴ ἐσθής! Πῶς διεγράφετο ἁρμονικῶς ἡ μορφή της μὲ χνοώδη πάλλευκον χρῶτα καὶ τὰ ἐρυθρὰ μῆλα τῶν παρειῶν, μὲ τὸν μελίχρυσον λαιμὸν καὶ μὲ τὸ ἐλαφρῶς κολπούμενον στῆθός της! Πόσον ἁβραὶ ἦσαν αἱ χεῖρες, καὶ πόσον μελῳδικὴ ἔπαλλεν εἰς τὸ οὖς σου ἡ θεσπεσία φωνή της! Ἡ ξανθοπλόκαμος κόμη ἀτημέλητος ὀλίγον, ὡς νὰ ἐβιάσθη νὰ καλλωπισθῇ διὰ νὰ ἐξέλθῃ καὶ ἀπολαύσῃ τὴν θαλασσίαν αὔραν καὶ τὸν τερπνὸν τῆς ἀμμουδιᾶς περίπατον, ἀερίζετο ἀπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Βορρᾶ, καὶ τὸ ὄμμα της, μὲ τὰ μακρὰ ματόκλαδα ὡς πτεροφόρος ὀιστός, σ᾿ ἐσαΐτευε γλυκὰ εἰς τὴν καρδίαν. Ἐνθυμεῖσαι! Ὁποῖον αἴσθημα ἐδοκίμασες τότε, καὶ πῶς, δεκατετραετὴς μόλις, ἠρωτεύθης ἤδη; Ἡ Πολύμνια σοῦ ὡμίλησεν! Ἡ Πολύμνια σ᾿ ἐκάλει ὀνομαστί! Ὁποία παιδικὴ μέθη, εὐκόλως παραχθεῖσα διὰ μικρᾶς δόσεως ρευστοῦ! Ἐφαίνετο ὅτι δὲν ἐσήκωνες περισσότερον. Καὶ ὅμως, τὸ πρᾶγμα ἦτο ἁπλούστατον. Ὁ ἀδελφός της, δωδεκαέτης, ἐκεῖνος ἤξευρε τ᾿ ὄνομά σου καὶ εἶπε τίς εἶσαι εἰς τὴν Πολύμνιαν. Καὶ αὕτη δὲν ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἐσαγίτευε τὴν καρδίαν σου, ἂν σοῦ ἀπέτεινε τὸν λόγον, ἀφοῦ μάλιστα ἤθελε νὰ σοῦ ζητήσῃ ἐκδούλευσιν. Ἐν τούτοις ὁ Χριστοδουλὴς ἔτρεξε πλησίον σου, καταβιβάσας ἐν σπουδῇ τὴν περισκελίδα του, ὡς διὰ νὰ μοιρασθῇ τὸ βάρος τῆς εὐτυχίας. Ἡ μελῳδικὴ φωνὴ τῆς Πολυμνίας εἶπε: ― Ξέρεις, ποῦ εἶναι ἴτσια; Μπορεῖς νὰ μοῦ κόψῃς τίποτε ἴτσια; Σὺ ἔμενες κεχηνώς. Ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε φθάσει ἤδη. ― Μπράβο! μπράβο!… κυρία Πολύμνια! Ἐγὼ τὰ ξέρω ποῦ εἶναι τὰ ἴτσια… τώρα νὰ πᾶμε νὰ κόψουμε… ― Θὰ μὲ ὑποχρεώσετε πολύ, ἐπανέλαβε καὶ πρὸς τοὺς δύο ἡ Πολύμνια. Καὶ ὁ Χριστοδουλὴς ἔτρεξεν ἐλαφρόπους, μὲ τὸ ἓν μπουδονάρι του ἀνασηκωμένον ἀκόμη ἕως τὸ γόνυ, μὲ τὸ ἄλλο καταβιβασμένον εἰς τὸν ἀστράγαλον, ξυπόλυτος, μὲ τὰ πόδια παπουδιασμένα, μαῦρα, ψημένα ἀπὸ τὴν ἅλμην τοῦ κύματος. Ἔτρεξες καὶ σὺ κατόπιν του ὀκνός, ἀσθμαίνων, ἀλλ᾿ ἕως νὰ φθάσῃς εἰς τὴν ὄχθην τῆς λίμνης, πατῶν ἐπὶ τοῦ ὀλισθηροῦ βάλτου, γλιστρῶν, ἀνάμεσα εἰς τὲς ἁρμυρῆθρες καὶ εἰς τὲς βουρλιές, ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε κόψει ἤδη ὁλόκληρον δεσμίδα ἐκ τῶν πρωίμων εὐωδῶν καὶ μεθυστικῶν ἀνθέων, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ἡ Πολύμνια, τρέχων ἀπὸ συστάδα χόρτου εἰς συστάδα, αἵτινες ἐσκίαζον φιλαδέλφως τὰ πτωχὰ ὡραῖα ἄνθη, τὰ τόσον τρυφερὰ καὶ ἀσθενῆ, μὲ τὰ λευκὰ πέταλα καὶ τὸν ὠχρὸν ὕπερον, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο ὡς νὰ παραπονοῦνται διατί νὰ φύωνται εἰς τὸ χῶμα καὶ νὰ εἶναι τόσον χαμαιπετῆ· ὁ Χριστοδουλὴς τὰ ἔκοπτεν ἀσπλάγχνως, ἀνὰ δύο καὶ τρία, μεμειγμένα μὲ χόρτα, καὶ τὰ ἐστοίβαζεν ἐπὶ τῆς ὠλένης τῆς χειρός του, μεταβαίνων ἀπὸ βουρλιὰν εἰς βουρλιάν, βλέπων τὰ βοῦρλα καὶ ἀναστενάζων, διατί νὰ μὴν ἔχῃ ἁλιεύσει μὲ τὰς χεῖράς του τόσες πέρκες, καὶ τριγλία, ὅσα βοῦρλα ἔβλεπε, καὶ διατί νὰ μὴ δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ταῦτα ὅπως ὁρμαθιάσῃ ἐκεῖνα. Μέχρις οὗ κατορθώσῃς καὶ σὺ νὰ εὕρῃς ὀλίγα ἴτσια νὰ κόψῃς, ὁ Χριστοδουλὴς εἶχε καταρτίσει ἤδη ὁλόκληρον ἀγκαλίδα, κ᾿ ἐπέστρεφε τρέχων πρὸς τὸν ἀνεμόμυλον, ἐκεῖ ὅπου ἵστατο περιμένουσα μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ της ἡ Πολύμνια. Ἐν τούτοις ἐπρόφθασες καὶ σὺ καὶ τῆς ἔφερες μικράν, ὅση ἠδύνατο νὰ συνθλιβῇ μεταξὺ ἀντίχειρος καὶ λιχανοῦ, δεσμίδα, ἀλλὰ τὸ εὐχαριστῶ τὸ πρὸς σὲ ἦτο, ὡς εἰκός, χλιαρώτερον ἀπὸ τὸ εὐχαριστῶ τὸ πρὸς τὸν φίλον σου. Καὶ οὐχ ἧττον ἔμεινες εὐχαριστημένος, ὀλιγαρκὴς καὶ κυριευόμενος ὑπὸ αὐταρέσκου νάρκης, ὁμωνύμου μὲ τὸ τρυφερὸν ἐκεῖνο ἄνθος, τὸ ὁποῖον ἐζήτει μὲν ἀπὸ σέ, ἔλαβε δὲ ἀπὸ τὸν φίλον σου ἡ Πολύμνια. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἔκτοτε ὁ Χριστοδουλὴς ἠραίωσε κατ᾿ ἀρχάς, εἶτα ὁριστικῶς ἔπαυσε, τὸ μερίδιον, τὸ ὁποῖον σοῦ ἔδιδε τέως ἀπὸ τὰ κογχύλια, ἀπὸ τὰ καβούρια καὶ ἀπὸ τοὺς γωβιούς, σὺ δὲ ἤργησες πολὺ νὰ μάθῃς ὅτι τὰ ἔδιδεν εἰς τὸν Νῖκον, τὸν ἀδελφὸν τῆς Πολυμνίας. Εἰς μάτην τὸν συνώδευες, ὡς πάντοτε, βαδίζων ἐπὶ τῆς ἄμμου, θαλασσώνοντα ἕως τὸν μηρόν, καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τοῦ ἐφώναζες: ― Κ᾿στοδουλή, βρέ! δὲν ἔβγαλες ἀκόμη κανένα χταπόδι; Ἐκεῖνος τὰ χταπόδια καὶ τὰ καβουράκια τὰ ἔβαζεν εἰς τὸν φουσκωμένον καὶ βρεγμένον κόλπον τοῦ ὑποκαμίσου του, ἔχων τρόπον νὰ τὰ ψοφᾷ μὲ δαγκωματιὲς καὶ μὲ ἀκρωτηριασμούς, καὶ σοῦ ἔδειχνε μόνον τὲς γρινιάτσες, λέγων ὅτι θὰ ὑπάγῃ ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ μεσημέρι, νὰ ψαρέψῃ μὲ τὴν καλαμιά. Καὶ ὅταν, περὶ τὴν δείλην, τὸν παρεμόνευες, παρὰ τὴν ἀγοράν, ἐπὶ τῆς ἀποβάθρας, κ᾿ ἔβλεπες ἰδίοις ὄμμασι νὰ σπαρταρίζῃ κανεὶς γωβιὸς εἰς τὸ ἄκρον τοῦ ἀγκίστρου του, καὶ τότε σ᾿ ἐγέλα λέγων ὅτι θὰ κάμῃ τὸν γωβιὸν δόλωμα διὰ νὰ βγάλῃ μεγάλα ψάρια. Οὕτω χάνεται ἡ φιλία! Πολλαὶ πρωίαι διέρρευσαν κατόπιν τῆς πρωίας ἐκείνης τοῦ φθίνοντος Φεβρουαρίου. Ἐπέρασεν ὁλόκληρος ὁ Μάρτιος, ἦλθε καὶ τὸ Πάσχα, παρῆλθε καὶ ὁ Ἀπρίλιος, καὶ ἡ Πολύμνια δὲν ἐξῆλθε πλέον εἰς περίπατον πρὸς τὴν παραθαλασσίαν τοῦ ναυπηγείου. Εἰς μάτην ἔτρεχες τακτικὰ κάθε πρωίαν κ᾿ ἑσπέραν εἰς τὴν ἀμμουδιὰν ἐκείνην. Ἡ Πολύμνια καθὼς ἀργὰ ἔμαθες εἶχεν ἀρρωστήσει ἀρχομένου τοῦ ἔαρος, κατὰ τὴν συμβουλὴν δὲ τῶν ἰατρῶν εἶχε κάμει, περὶ τὸν Μάιον, ταξίδιον μετὰ τῆς θείας της, τῆς συνταξιούχου, χήρας ἀντιπλοιάρχου τοῦ Β. στόλου, διὰ ν᾿ ἀλλάξῃ τὸν ἀέρα. Τρία μεγάλα σκάφη εἶχαν σκαρωθῆ ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ Μαρτίου, καὶ σὺ δὲν ἔπαυες νὰ τρέχῃς καθ᾿ ἑκάστην ἕως τὸ ναυπηγεῖον, σταματῶν ἐπὶ ὥρας πολλάκις παρὰ τὸν ἀνεμόμυλον, καθεζόμενος ἐπὶ τῶν κάτω κειμένων καταρτίων πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης γολέτας, ἀναπολῶν ὅτι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐστάθη πρὸ μηνῶν ἡ Πολύμνια, ὅταν σοῦ ἐζήτησε νὰ δρέψῃς πρὸς χάριν της ἴτσια· ἀλλ᾿ ἡ Πολύμνια ἦτο μακρὰν ἀποῦσα. Μόνον περὶ τὰ μέσα τοῦ Αὐγούστου, ὅτε τὸ τρίτον καὶ ὀγκωδέστατον τῶν ναυπηγηθέντων πλοίων εἶχε τελειώσει ἤδη, ἐπῆγες καὶ σὺ μετὰ πολλοῦ πλήθους εἰς τὸ ναυπηγεῖον, ὅπως ἴδῃς τὴν καθέλκυσιν τοῦ μεγάλου σκάφους. Τὸ θέαμα ἦτο ἐπιβλητικόν, ὅπως λέγουσι σήμερον. Ὅλη ἡ πολίχνη εἶχεν ἐρημωθῆ σχεδόν, καὶ κόσμος πολυάριθμος ἐπλήρου τὴν μεγάλην μεταξὺ τῆς λίμνης καὶ τοῦ λιμένος λωρίδα. Ἐκεῖθεν τοῦ σκάφους, ὁ ἥλιος ἦτο ἤδη δύο κοντάρια ὑψηλά, καὶ ἵσταντο οἱ τραχεῖς, οἱ σκληραγωγημένοι ναῦται καὶ χειρώνακτες, συμπληροῦντες τὸ παλάμισμα τῆς καρίνας, ἀποκαρφώνοντες τὰ βάζια ἢ ὑποσκάπτοντες εἰς τὴν βάσιν, ὅπως εἶναι ἕτοιμα πρὸς πτῶσιν τὰ κοντοστύλια. Ἐντεῦθεν τοῦ σκάφους, ὅπου βαθμηδὸν ἠλαττοῦτο ἡ σκιά, ἵσταντο, πλὴν τῶν συνεργατῶν τῆς καθελκύσεως, καὶ οἱ θεαταί, καὶ οὐκ ὀλίγαι γυναῖκες, ἐλθοῦσαι πρὸς τέρψιν. Ὁποῖος τότε παλμὸς διέσεισε τὰ στήθη σου, ὅταν, μεταξὺ αὐτῶν, ἀνεγνώρισες, ὑπὸ κοκκίνην ὀμβρέλαν, τὴν περικαλλῆ μορφὴν τῆς Πολυμνίας! Εἶχεν ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ ταξίδιον χωρὶς νὰ τὸ μάθῃς. Ὁ Χριστοδουλής, ὅστις ἐπῆγε μὲ τὴν βάρκα εἰς τὸ ἀτμόπλοιον, τὴν εἶχεν ἰδεῖ, ἀλλὰ δὲν σοῦ τὸ εἶπε. Καὶ ὅμως, ᾐσθάνθης εἰς τὰ ἐνδόμυχά σου κρυφὸν καὶ ἀνεξομολόγητον εὐτυχίας αἴσθημα, ὅταν τὴν ἐπανεῖδες! Ἐν τούτοις τὸ παλάμισμα εἶχε συμπληρωθῆ, τὰ βάζια ἦσαν ὅλα καρφωμένα, ἡ σκάρα μὲ τὰ βουβὰ λίπος ἀλειμμένα, ἦτο στρωμένη πρὸ πολλοῦ. Ὁ πρωτομάστορης μὲ τὸν βαριὸν ἔκαμε τοὺς νενομισμένους τρεῖς σταυροὺς εἰς τὸ πηδάλιον, καὶ ἔδωκε τὸν πρῶτον κτύπον τῆς ὠθήσεως εἰς τὸ πελώριον σκάφος. Συγχρόνως ἔπεσαν ἐν ἀκαρεῖ τὰ κοντοστύλια ὅλα. Ἡ καπετάνισσα, ὡραία, μελαγχροινή, μικρόσωμος, φορέσασα ὡς νέα ἀκόμη, διὰ τὴν περίστασιν, πλήρη τὴν νυμφικὴν στολήν της, μὲ τὸ λευκὸν ἀναφὲς καὶ αἰθερόπλαστον ἀλέμι, τὴν χρυσοκέντητον σκούφιαν, εἰκονίζουσαν γάστραν μὲ ἄνθη καὶ μὲ κλῶνας, τὸ βελούδινον βαβουκλὶ μὲ τὰ χρυσοΰφαντα προμάνικα ἀνασηκωμένα, τὴν βυσσινόχρουν ὁλομέταξον καὶ χρυσοκέντητον τραχηλιάν, τὴν ζώνην μὲ τ᾿ ἀργυρᾶ καὶ μαλαμοκαπνισμένα τσαπράκια, τὸ φουστάνι τὸ χαρένιο μὲ τὸ ὁλόχρυσον ποδογύρι τρεῖς σπιθαμὲς πλατύ, κρατοῦσα μέγαν ἐπάργυρον δίσκον διὰ τῆς ἀριστερᾶς, περιῆλθεν ὁλόγυρα τὸ πλοῖον καὶ ἔρρανε διὰ τῆς δεξιᾶς, μὲ κοφέτα καὶ μὲ ὀρύζιον, τὴν πρῷραν, τὴν πρύμνην, τὴν τρόπιν καὶ τὰς πλευρὰς τοῦ σκάφους. Οἱ ναῦται, οἱ ναυπηγοὶ καὶ πολλοὶ τῶν θεατῶν, ὡς σταφυλαὶ εἰς κλῆμα, ὡς μολυβῆθραι ἐπὶ σαγήνης ἁλιευτικῆς, ἐπιάσθησαν ἀπὸ τὸ παλάγκο, καὶ ἤρχισαν νὰ σύρωσι τὸν χονδρὸν κάλων νεύοντες ὅλοι πρὸς τὴν θάλασσαν, ἐπαναλαμβάνοντες ἐν ρυθμῷ τὸ κέλευσμα: «Ἔ! γιάσαλέσα! Ἔ! γιούργια!» Ἐν τούτοις, εἴτε διότι τὸ ἔδαφος, ἐφ᾿ οὗ εἶχε σκαρωθῆ τὸ πλοῖον, δὲν ἦτο ἀρκετὰ κατωφερές, εἴτε διὰ τὴν ἀτέλειαν τῶν κινητηρίων μέσων, τὸ σκάφος, ἐστέναζεν, ἐστέναζε, καὶ δὲν ἐκινεῖτο. Παρῆλθον ὀλίγα λεπτά, ἡ δύναμις ἐδιπλασιάσθη· ὁ μέγας ὄγκος ἐκινήθη ὀλίγον ἕως δύο σπιθαμές, τὸ παλάγκον ἐκόπη ἀπὸ τὴν βίαν τοῦ ἑλκυσμοῦ, ἡ γούμενα μὲ τοὺς δύο μακαράδες ἔμεινεν ἄπρακτος περὶ τὴν πρύμνην, οἱ ἡμίσεις τῶν ἀνθρώπων δυσμόθεν τοῦ σκάφους ἔπεσαν εἰς τὴν ἄμμον πρὸς τὸ μέρος τῆς θαλάσσης καὶ οἱ ἄλλοι ἡμίσεις ἔμειναν μὲ τὸ παλάγκον εἰς τὰς χεῖρας πρὸς τὸ μέρος τῆς λίμνης, καγχασμοὶ καὶ γογγυσμοὶ τῶν πεσόντων, ὧν τινες ἐμωλωπίσθησαν ἐλαφρῶς εἰς τὸν δεξιὸν βραχίονα ἢ τὴν πλευράν, ὁ πλοίαρχος κάθιδρως, ἡλιοκαής, ἀξιολύπητος, ἐστενοχωρεῖτο φοβερά, καὶ ὁ καπετὰν Δημήτρης ὁ Κασσανδριανός, ὅστις μὲ τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν, μὲ τὸ τσόχινον πανωβράκι του, μὲ τὰ ὑψηλὰ μέχρι τοῦ γόνατος ὑποδήματά του, τὰ ὁποῖα ἠγάπα νὰ φορῇ χειμῶνα καὶ θέρος, εἶχεν ἔλθει νὰ πρωτοστατήσῃ εἰς τὴν καθέλκυσιν τοῦ σκάφους, καὶ δὲν εἶχε παύσει ἀπὸ πρωίας νὰ δίδῃ ὁδηγίας καὶ συμβουλάς, ἰδὼν τὸ ἀτύχημα ἐστέναξε καὶ βραδύγλωσσος ἐπεφώνησε: ― Πφού! σκ᾿ληκομυρμηγκότρυπα! Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχαν ἁμματίσει τὸ παλάγκο, καὶ πάλιν νέα προσπάθεια κατεβλήθη. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθον ὀλίγα λεπτὰ καὶ τὸ παλάγκο ἐκόπη εἰς ἄλλο μέρος, ὄχι ἐκεῖ ὅπου τὸ εἶχαν ἀρτίως ἁμματίσει. Ἔφεραν νέον παλάγκο, ἐνῷ ὁ πλοίαρχος, μὴ εὐκαιρῶν νὰ σπογγίσῃ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του, δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ ἐνθυμηθῇ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν ἀκούσιον ἐκείνην ἀρὰν «Καλὸ μπλέξιμο!» καὶ βεβαίως ἂν εἶχεν ἐμπρός του, αὐτὴν τὴν φοράν, τὸν Ἀλέξανδρον τὸν Χάραυλον, κακὸ μπλέξιμο θὰ εἶχε μαζί του. Ὁ δὲ καπετὰν Δημήτρης μὲ τὸ τσιμπούκι του, ἱστάμενος παρὰ τὴν καλύβην τοῦ γύφτου, κάτωθεν τῆς πρύμνης, ἐπανελάμβανε: ― Πφού! σκ᾿ληκομυρμηγκότρυπα… Οἱ δύο ἱερεῖς, πρῴην ναυτικοί, οἵτινες εἶχαν ἀναρρίψει τὰ ἐπιτραχήλια ἐπὶ τὸν δεξιὸν ὦμον, καὶ εἶχαν ἀναβῆ ἐλαφροὶ εἰς τὸ κατάστρωμα, τελειώσαντες τὸν ἁγιασμόν, ἐπλησίασαν εἰς τὴν κωπαστὴν κ᾿ ἔβλεπαν τὰ συμβαίνοντα, διότι, καταρριφθείσης ἤδη καὶ τῆς προχείρου κλίμακος, ἔμελλον νὰ μείνωσι ἐπὶ τοῦ πλοίου, καὶ δὲν θὰ κατέβαιναν πρὶν πέσῃ τὸ πλοῖον εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ δυνηθῶσι νὰ κατέλθωσι, μὲ τὰς ἱερὰς εἰκόνας, εἰς τὴν βάρκαν. Πλῆθος δὲ ἀπὸ ἀθερίνες ―παιδία ὀκταετῆ καὶ δεκαετῆ― ἔτρεχαν ἐμπρὸς ὀπίσω ἐπὶ τοῦ καταστρώματος, βοηθοῦντα διὰ τοῦ μέσου τούτου εἰς τὴν καθέλκυσιν τοῦ πλοίου. Τέλος, μετὰ πολλοὺς ἀγῶνας, καὶ τῇ ἐφαρμογῇ πολλῶν θεραπευτικῶν μέσων, τὸ μέγα πλοῖον, ἀργὰ ἀργά, ὡς καμαρωμένη νύμφη, ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν. Μέγας τότε ὁ ἀλαλαγμός, γυναικῶν σταυροκοπουμένων, παιδίων σκιρτώντων, ἀνδρῶν τρεχόντων ὀπίσω τῆς πρύμνης ὡς νὰ ἤθελον διὰ τοῦ δρόμου τούτου νὰ ἐκπτοήσωσι καὶ νὰ πειθαναγκάσωσι τὸ πλοῖον νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ ὁ μέγας καραβόσκυλος, ὁ Τσοῦρμος, τρέχων καὶ αὐτὸς ὅσον τοῦ ἐπέτρεπεν ἡ ἄκρα ἔντασις τῆς ἁλύσεώς του, ἐγαύγιζε μανιωδῶς προπέμπων τὸ πλοῖον ἐφ᾿ οὗ ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἔμελλε νὰ μεταφερθῇ. Καὶ ἐνῷ ὅλοι ἔτρεχαν πρὸς τὴν θάλασσαν κατόπιν τοῦ ὀλισθαίνοντος καὶ καταφερομένου διὰ τῆς ἐσχάρας σκάφους, εἷς μόνος ἐστράφη αἴφνης, κρατῶν τὸν βαριόν του, καὶ ἔτρεξε πρὸς τὴν ἀντίθετον διεύθυνσιν, πρὸς τὴν ξηράν, ὡς διὰ νὰ κρυβῇ εἰς τὴν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, τὴν χρησιμεύουσαν ὡς ἀποθήκην καὶ διὰ τὸν ὕπνον τοῦ νυκτερινοῦ φύλακος. Ὁ τρέχων οὕτως ἦτο αὐτὸς ὁ πρωτομάστορης, καὶ ἔτρεχεν οὐχὶ δι᾿ ἄλλον λόγον, ἢ διὰ νὰ μὴ συμμερισθῇ τὸ λουτρὸν τοῦ πλοιάρχου, τὸ ὁποῖον τινὲς ἐζήτουν κατ᾿ ἔθος νὰ ἐπεκτείνωσι καὶ εἰς αὐτόν. Ἠκούσθη δὲ τότε αἴφνης μεγάλη φωνή, δεσπόσασα ὅλου τοῦ παμμιγοῦς θορύβου: ― Τὸν καπετάνιο στὸ γιαλό! Ἡ φωνὴ αὕτη ἐξῆλθεν ἐκ πολλῶν στομάτων συγχρόνως. Ὁ καπετὰν Γιωργάκης, ἐνδίδων εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ πλήθους, ἀπορρίψας τὰ ἐλαφρὰ ὑποδήματά του, ἔτρεξεν ἐπὶ τῆς σκάρας, πατῶν ἐπὶ τῶν ὀνύχων, ὄπισθεν τῆς πρύμνης, καὶ τὴν στιγμὴν καθ᾿ ἣν ἡ πρύμνη ἀπηλλάσσετο τέλος τῆς ἐσχάρας καὶ τὸ σκάφος, φέρον ὑπερήφανον τὴν κυανόλευκον ἐπὶ κονταρίου μετ᾿ ἐρυθροῦ σταυροῦ, ἐβαπτίζετο τὸ πρῶτον εἰς τὸ κῦμα, ἐρρίφθη μὲ ὅλα τὰ ἐνδύματά του κατὰ κεφαλῆς εἰς τὴν θάλασσαν, βυθισθεὶς πρῶτον, εἶτα εὐθὺς ἀνελθὼν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, καὶ ἀφοῦ ἐκολύμβησε δύο ἢ τρεῖς γύρες, ἐπέστρεψεν εἰς τὰ ρηχά, ἐπάτησεν εἰς τὴν ἄμμον, ἀπέβη εἰς τὴν ξηράν, καὶ ὑπὸ τοὺς ἀλαλαγμοὺς τοῦ πλήθους ἔτρεξεν εἰς τὴν καλύβην ὅπου εἰς τὴν στιγμὴν ἤλλαξε τὰ βρεγμένα ἀμπαδίτικα κ᾿ ἐφόρεσε τὰ κυριακάτικα. Εἰς ὅλα ταῦτα ἦσο παρών, φίλε, καὶ ὅλα σχεδὸν δὲν τὰ ἔβλεπες. Ἡ καρδία σου, ἡ φαντασία σου, οἱ ὀφθαλμοί σου ἦσαν προσκεκολλημένα εἰς ἐκείνην ἥτις ἐφόρει τότε λινομέταξον θερινὴν ἐσθῆτα κ᾿ ἐσκιάζετο ἀπὸ τὸ κόκκινον παρασόλι. Μόνον οἱ ἀλαλαγμοὶ τοῦ πλήθους σὲ ἀπέσπασαν ἀπὸ τῆς βυθίας θεωρίας σου, ὅταν τὸ πλοῖον εἶχε πέσει εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ὁ πλοίαρχος ἔγινεν ὑποβρύχιος κατόπιν αὐτοῦ. Ἀλλ᾿ ἅπαξ ἐξυπνήσας, εἶδες, φεῦ! καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον πολλοὶ τῶν παρεστώτων δὲν παρετήρησαν. Κατόπιν τοῦ πλοιάρχου, τρέξας, μετ᾿ ἀλλοκότου ἐνθουσιασμοῦ, ρήξας κραυγὴν ἡδονῆς καὶ θριάμβου, ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν νέος τις, μόλις δεκαπενταέτης. Ἦτο ὁ Κ᾿στοδουλής, ὁ παιδικὸς φίλος σου. Πόθεν ἆρα ὡρμήθη νὰ τὸ κάμῃ; Ἴσως διότι ἤλπιζε διὰ τῆς ἐθελοθυσίας ταύτης, τῆς προσφερομένης εἰς τὴν φειδωλὴν Μοῖραν, ν᾿ ἀξιωθῇ νὰ γίνῃ καὶ αὐτὸς πλοίαρχος μίαν ἡμέραν; Ἴσως καὶ ἁπλῶς διὰ νὰ τὸν ἰδῇ ἡ Πολύμνια; Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Ὁ Χριστοδουλὴς εἶχεν ἔλθει ὀλίγον ἀργὰ εἰς τὸ ναυπηγεῖον, ὅταν εἶχεν ἀφαιρεθῆ ἡ σανὶς ἡ χρησιμεύουσα ὡς κλῖμαξ καὶ αἱ ἀντηρίδες εἶχαν ἤδη ὑποσκαφῆ. ᾘσθάνετο δὲ ἀκατανίκητον ἐπιθυμίαν ν᾿ ἀναβῇ εἰς τὸ καράβι. Τί νὰ κάμῃ; Δὶς καὶ τρὶς ἐδοκίμασε νὰ προσκολληθῇ πότε εἰς ἓν πότε εἰς ἄλλο κοντοστύλι, ἂς ἦτο καὶ ἡ βάσις των ἐπισφαλής, καὶ ν᾿ ἀναρριχηθῇ τολμηρῶς ἕως τὴν κωπαστὴν τοῦ καραβιοῦ. Δὶς καὶ τρὶς τὸν εἶδον, πότε ὁ πρωτομάστορης, πότε εἷς τῶν μαραγκῶν, καὶ μετ᾿ αὐστηρότητος τὸν ἐμπόδισαν. Τότε τί νὰ κάμῃ καὶ αὐτός; Ἀφοῦ δὲν ἠξιώθη ν᾿ ἀναβῇ ἐγκαίρως εἰς τὸ πλοῖον, ἐπαρηγορήθη ριφθεὶς εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀκολουθήσας τὸ σκάφος εἰς τὸν δρόμον του. Ἐν τούτοις σὺ ᾐσθάνθης πικρὸν νυγμὸν ζηλοτυπίας. Ἡ καρδία σου ἐπληγώθη ἀπὸ τὸ παιδαριῶδες τοῦτο κατόρθωμα. Πτωχὸς Χριστοδουλής! Τί τοῦ εἶχεν ἔλθει; Καὶ οὔτε ἐξῆλθεν εἰς τὴν ξηρὰν διὰ ν᾿ ἀλλάξῃ, ὅπου ἄλλως δὲν θὰ εὕρισκεν ἐνδύματα, ἀλλ᾿ ἠκολούθησε κολυμβῶν τὸ ἀπομακρυνθὲν πλοῖον, μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα φουσκωμένα ὡς πανία βάρκας, ὑπεράνω τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης, εἶτα δὲ ἀνελθὼν εἰς λέμβον, ἐζήτησε διὰ νευμάτων ἀπὸ τοὺς ἐπὶ τοῦ πλοίου θριαμβευτικῶς ἀλαλάζοντας παῖδας νὰ τοῦ ρίψωσιν ἐνδύματα· μικρὸς μοῦτσος, εὐσπλαγχνισθείς, τοῦ ἔρριψεν ὑποκάμισον καὶ περισκελίδα ἰδικά του, καὶ ὁ Χριστοδουλής, ἀφοῦ ἤλλαξε, προσεκολλήθη εἰς μίαν τῶν πλευρῶν, καὶ πιασθεὶς ἀπὸ σχοινίου, ἀνῆλθε θριαμβεύων εἰς τὸ ὑψηλὸν καὶ ἀνερμάτιστον σκάφος. Τὸ πλῆθος εἰς τὸ ναυπηγεῖον συνωθεῖτο τώρα περὶ τὴν καλύβην τοῦ πλοιάρχου, ὅπου ἡ μεγαλοπρεπῶς στολισμένη καπετάνισσα μετὰ προθυμίας καὶ ἁβρότητος προσέφερεν εἰς ὅλους γλυκύσματα καὶ ποτά. Ἀλλὰ σὺ ᾐσθάνεσο τόσην πικρίαν εἰς τὸν οὐρανίσκον ὡς νὰ εἶχεν ἀναβῆ ἡ χολή σου ὅλη κ᾿ ἐχύθη προώρως εἰς τὸ στόμα σου. Καὶ ἐπιστρέφουσαν εἰς τὴν πόλιν ἠκολούθησες μακρόθεν τὴν Πολύμνιαν, τὴν ὁποίαν εἶχες ἰδεῖ μειδιῶσαν πρὸς τὴν τρέλαν τοῦ παιδικοῦ σου φίλου, καὶ τὴν εἶχες ἀκούσει ψιθυρίζουσαν: «Τί παράξενο παιδί, αὐτὸς ὁ Χριστοδουλής!» {{αστεράκι|type=3|size=2}} Δὲν ἦτο αὕτη ἡ μόνη φορὰ καθ᾿ ἣν ὁ Χριστοδουλὴς ἐρρίφθη εἰς τὸ ὕδωρ μὲ ὅλα τὰ ἐνδύματά του, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς Πολυμνίας ἢ καὶ χάριν αὐτῆς. Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον, μίαν Κυριακὴν περὶ τὰ τέλη Αὐγούστου, ὁ Παρρήσης ὁ καλλιεργητὴς τοῦ σικυῶνος, καλόκαρδος, ἄφροντις, μελαψός, μὲ μακρὰν τὴν φούντα τοῦ φεσιοῦ κρεμαμένην ἐπὶ τοῦ ὤμου, καὶ ὁ Λούκας ὁ ἐκμισθωτὴς τῆς λίμνης, ὑψηλόκορμος, μὲ μακρὰ σκέλη, μὲ λινόχρουν τὸν μακρὸν πέραν τῶν ὤτων μύστακα, μὲ ἀστακοῦ βρασμένου τὸν χρῶτα τοῦ προσώπου, εἶχαν καθίσει καθὼς πολὺ συχνὰ τὸ ἐσυνήθιζαν «νὰ τὸ κλάψουν» ὀλίγον, παρὰ τὸ χεῖλος τῆς λίμνης, ὑπὸ τὴν δροσερὰν ἀναδενδράδα, ἔξωθεν τῆς καλύβης των. Ὁ ἥλιος ἔκλινε πρὸς τὴν δύσιν, καὶ ἀπὸ μιᾶς ὥρας ἤδη εἶχον δώσει καὶ λάβει ἐναλλὰξ πολλοὺς ἀδελφικοὺς ἀσπασμοὺς εἰς τὰ χείλη τῆς φλάσκας, ἥτις ἦτο τετραόκαδος καὶ εἶχε κομισθῆ ἀρτίως ἐκ τῆς πολίχνης πλήρης μοσχάτου. Ὁ πιστὸς φίλος των, ὁ Ἀργύρης, ὁ συνιδιοκτήτης τοῦ ἀνεμομύλου, τοὺς εἶχεν ἐπισκεφθῆ πρὸ μικροῦ μὲ τὰ ἀστεῖά του, καὶ εἰς τὸν μὲν Λούκαν εἶχε προσφέρει τσιγάρον μετὰ πυρίτιδος, ὅπερ ἀνάψας ἐκεῖνος ἔκαυσεν ὀλίγον διὰ τῆς ἐκρήξεως τὸν πυρρὸν μύστακά του, καὶ ἀτάραχος εἶπε: «Ζαρὰρ γιόκ!», εἰς τὸν Παρρήσην δὲ εἶχεν ἐπιδώσει σπασμένην γκάιδαν, προτρέπων αὐτὸν «νὰ παίξῃ κανένα χαβά», ἀλλ᾿ ὅσον καὶ ἂν ἠγωνίζετο πνευστιῶν ὁ Παρρήσης, ἡ γκάιδα οὐδένα ἐξέβαλλε φθόγγον. Τέλος, ὁ Ἀργύρης, εἶπε: «δὲ φελᾶτε τίποτε, κ᾿ οἱ δυό σας, κρῖμα σ᾿ ἐσᾶς, κρῖμας!» Καὶ προσποιηθεὶς δυσαρέσκειαν ἀπῆλθεν. Οἱ δύο φίλοι ἔμειναν μόνοι ἐξακολουθοῦντες νὰ ἐκκενῶσι σιγὰ σιγὰ καὶ μεθοδικῶς τὴν φλάσκαν. Εἶχαν ψήσει εἰς ἀνθρακιὰν ἡμίσειαν δωδεκάδα κεφαλόπουλα, καὶ οὐκ ὀλίγα καβούρια, καὶ τὸ μοσχᾶτον κατέβαινε μιὰ χαρὰ κάτω. Εἶχαν ἐνθυμηθῆ παλαιὰς ἱστορίας, διηγοῦντο πρὸς ἀλλήλους τὰ παθήματά των, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τελειωμόν. Ὁ Παρρήσης μάλιστα, ἐξαρθεὶς ἀπὸ τῆς πεζότητος, ἐτραγούδει κατὰ προτίμησιν «μερακλίδικα» τραγούδια, οἷον τὸν στίχον: Σὰν κλῆμα μὲ κλαδεύουνε καὶ κλαδεμοὺς δὲν ἔχω. Ἔλεγαν δὲ πρὸς ἀλλήλους: «Θυμᾶσαι, καρδάσ᾿, τοῦτο; Θυμᾶσαι, γιολδάσ᾿, αὐτό;» Ὅταν εἶναί τις μὲ τὸν ἄριστον φίλον του εἰς ὡραίαν ἐξοχήν, συμπαραστατούσης καὶ φλάσκας μὲ μοσχᾶτον, λησμονεῖ τὰ πάντα, καὶ οἱ δύο ἄνδρες οὐδ᾿ ὑπώπτευαν ὅτι τοὺς ἔβλεπέ τις, ὅπερ ἄλλως τοὺς ἦτο ἀδιάφορον. Ἀλλ᾿ ὄπισθεν τῶν καλαμώνων, ἐπὶ τῆς ἀντιπέραν ὄχθης, ἥμισυ μίλιον μακράν, ἦτο χωμένος ἀπὸ δύο ὡρῶν, ἀφανής, ὁ παιδικὸς φίλος σου, ὁ Χριστοδουλής. Τί ἐζήτει ἐκεῖ; Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα παρεμόνευε πότε θ᾿ ἀπεμακρύνοντο πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τῆς ὄχθης ὁ Παρρήσης καὶ ὁ Λούκας, διὰ νὰ χωθῇ γοργὰ εἰς τὴν λίμνην, καὶ κλέψῃ, ὁ πονηρός, κανένα ἔγχελυν ἢ κεφαλόπουλά τινα καὶ ὀλίγα καβούρια. Ἀλλὰ μάτην ἐπερίμενε, καὶ ἤδη εἶχεν ἀποφασίσει, ἀναγνωρίσας μακρόθεν τὴν τσότραν καὶ ἐλπίζων ὅτι οἱ δύο φίλοι, ἐν τῇ εὐθυμίᾳ των, δὲν θὰ τὸν ἔβλεπον, νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ τόλμημα καὶ ἀπέναντι αὐτῶν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀπροσδόκητον συμβὰν εἵλκυσε τὴν προσοχήν του. Ἤγγιζεν ὁ ἣλιος εἰς τὴν δύσιν, ὅταν εἰς τὴν καλύβην, ἔξωθεν τῆς ὁποίας ἐκάθηντο οἱ δύο συμπόται, ἐπλησίασε γυνή τις συνοδευομένη ὑπὸ μειρακίου. Ἐφόρει λευκὴν ἐσθῆτα κ᾿ ἐκράτει κόκκινον παρασόλι, καὶ ὁ Χριστοδουλὴς μὲ ὅλην τὴν ἀπόστασιν, τὴν ἀνεγνώρισεν εὐθύς. Ἦτο ἡ Πολύμνια μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ της, τοῦ Νίκου. Οἱ δύο ἄνδρες ἐσηκώθησαν εὐθύς, κ᾿ ἐκ τῶν νευμάτων καὶ ὑποκλίσεών των, ἐνόησεν ὁ Χριστοδουλής, χωμένος μέσα εἰς τὲς καλαμιές, ὅτι τὴν ἐπεριποιοῦντο καὶ ἦσαν πρόθυμοι εἰς τοὺς ὁρισμούς της. Ὀλίγαι παρῆλθον στιγμαί, καὶ βλέπει τὴν Πολύμνιαν νὰ πηδήσῃ καὶ νὰ ἐπιβῇ εἰς τὴν μικρὰν φελούκαν, εἶδος σκάφης μ᾿ ἐπίπεδον τὸ κύτος, χωρὶς καρίναν, ἥτις ἦτο δεδεμένη εἰς τὸ χεῖλος τῆς λίμνης, οὐ μακρὰν τῆς καλύβης, καὶ ἧς ἐπιβαίνων ὁ Λούκας ἐθήρευεν ἀνὰ τὴν λίμνην τοὺς ἐγχέλεις 〈καὶ〉 τὰ κεφαλόπουλα. Κατόπιν τῆς νεάνιδος, ὁ μικρὸς ἀδελφός της, λύσας τὴν μπαρούμα, ἐπέβη, καὶ λαβὼν τὸ κοντάριον, ἤρχισε ν᾿ ἀβαράρῃ εἰς τὸν βυθὸν τῆς ἀβαθοῦς λίμνης. Ὁ Χριστοδουλὴς ἐσυμπέρανεν ὀρθῶς ὅτι τῆς Πολυμνίας θὰ τῆς εἶχεν ἔλθει ἡ φαντασία νὰ κάμῃ μίαν φορὰν μὲ τὴν φελούκαν περίπατον ἐπὶ τῆς λίμνης, καὶ ὁ Λούκας, εὐδιάθετος εὑρεθείς, τῆς ἔδωκε τὴν ἄδειαν. Ἡ μικρὰ σκάφη ἀπεμακρύνθη πρὸς τὸ κέντρον τῆς λίμνης, οἱ δύο ἄνδρες καθίσαντες ἐκ νέου, ἠσχολοῦντο ν᾿ ἀποτελειώσουν τὴν φλάσκαν, καὶ ὁ Χριστοδουλὴς κρυμμένος εἰς τοὺς καλαμῶνας, ἔβλεπε θαυμάζων, ὅπως θὰ ἐθαύμαζες σύ, τὸ χαριέστατον σύμπλεγμα τῆς νεάνιδος καὶ τοῦ μικροῦ ἀδελφοῦ της, ἐξακολουθοῦντος, μὲ ὅλην του τὴν δύναμιν, διὰ τοῦ κονταρίου ν᾿ ἀντωθῇ τὸν πυθμένα. Ἡ Πολύμνια ἐφαίνετο ἀκτινοβολοῦσα ἐκ χαρᾶς. Ὁ περίπατος οὗτος τὴν ηὔφραινε, τὴν κατεγοήτευεν, ὡς τὰ ἀθύρματα τὰς τριετεῖς κορασίδας, ἐνῷ ὁ ἀδελφός της ἐφαίνετο αἰσθανόμενος ἴσην χαρὰν μὲ τὰ ἑπταετῆ παιδία, τὰ ὁποῖα φεύγοντα τὸ σχολεῖον, μὲ τὸν φύλακα ἀνηρτημένον ὑπὸ τὴν μασχάλην, εὑρίσκουσιν ἄφατον ἡδονὴν νὰ τρέχουν εἰς τὲς ἀκρογιαλιὲς καὶ εἰς τοὺς βάλτους, καὶ νὰ καραβίζουν μὲ σμικρότατα κομψὰ καραβάκια, τὰ ὁποῖα οἱ ἐπιδεξιώτεροι μεταξύ των κατασκευάζουσιν. Ὁ Χριστοδουλὴς ἐλησμόνησε τὰ χέλια, τὰ καβουράκια καὶ τὰ κεφαλόπουλα, τὰ ὁποῖα διενοεῖτο νὰ κλέψῃ, καὶ δὲν ἐχόρταινε νὰ βλέπῃ τὴν παιδικὴν ἐκείνην ἐπὶ τῆς λίμνης περιπλάνησιν. Ἀλλὰ δὲν τοῦ διέφυγε καὶ ἡ ἀτζαμωσύνη τοῦ Νίκου, ὅστις δὲν ἤξευρε ν᾿ ἀβαράρῃ κανονικὰ καθὼς ἔπρεπε, καὶ χωμένος μέσα εἰς τοὺς καλαμῶνας ὁ παιδικὸς φίλος σου ἐστέναζε κ᾿ ἔλεγεν: «Ἄ! νὰ ἤμουν ἐγώ!…» {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ἐκεῖ, εἰς μίαν στιγμήν, καθὼς ἀβαράριζεν ἀδεξίως ὁ Νῖκος, ἡ φελούκα περιεπλάκη εἰς συστάδα λιμναίων χόρτων, ὑψηλῶν, σχεδὸν ἕως τὴν ἐπιφάνειαν, καὶ ὁ Νῖκος ἔκαμνεν, ἔκαμνε ν᾿ ἀβαράρῃ, καὶ ὅσον ἀβαράριζε, τόσον χειρότερα περιεπλέκετο ἡ φελούκα, καὶ τὸ κοντάριον δὲν εὕρισκε πλέον πυθμένα, καὶ τέλος τὸ κοντάριον περιεπλάκη καὶ αὐτὸ εἰς τὰ πολύκλαδα, ἁδρά, μέλανα ἐκεῖνα χόρτα, καὶ ὁ Νῖκος εἰς μάτην ἐπάσχιζε ν᾿ ἀπαλλάξῃ ἐκεῖθεν τὸ κοντάριον, καὶ ὅσον ἐτράβα ὁ Νῖκος, τόσον τὸ κοντάρι ἔφευγεν ἀπὸ τὰς χεῖράς του, ἑωσοῦ ἔπεσεν ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς δακτύλους, καὶ τὸ μισὸν ἦτο ἐμπλεγμένον κάτω, τὸ μισὸν ἔπλεεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Ἡ Πολύμνια ἐγερθεῖσα μὲ προφύλαξιν ἔκυψε διὰ νὰ ἴδῃ ποῦ ἐπῆγε τὸ κοντάριον, ἀπὸ τὴν αὐτὴν πλευρὰν τῆς φελούκας, πρὸς ἣν ἵστατο καὶ ὁ Νῖκος, ἀλλὰ τότε ἡ φελούκα ἔγειρε μονόπλευρα, καὶ παρ᾿ ὀλίγον ἀνετρέπετο. Ἐννοήσασα τὸν κίνδυνον ἡ Πολύμνια, καὶ μὴ ἐπιθυμοῦσα νὰ κάμῃ ἀκούσιον λουτρὸν μέσα εἰς τὰ λιμναῖα χόρτα, ἀνεκάθισε ταχεῖα παρὰ τὴν πρύμνην, καὶ πάλιν ὑπεγερθεῖσα ὕψωσε τὸ λευκὸν μανδήλιόν της πρὸς τοὺς δύο συμπότας τῆς μικρᾶς καλύβης καὶ συγχρόνως ἤρχισε νὰ φωνάζῃ: ―Ἔ! μπαρμπα-Λούκα! Ἀλλ᾿ ἕως νὰ πάρῃ εἴδησιν ὁ Λούκας καὶ ἀποφασίσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν (ὅπερ ἄλλως θὰ ἦτο δύσκολον, διότι τὸ ἔδαφος τοῦ πυθμένος ἦτο πανταχοῦ σχεδὸν βαλτῶδες καὶ πᾶς ὁ ἐπιβαίνων εἰς τὸ ὕδωρ θὰ ἐχώνετο μέχρι τοῦ γόνατος εἰς ἰλύν· τὸ ἀβαθὲς δὲ τοῦ ὕδατος δὲν ἐπέτρεπε νὰ κολυμβήσῃ μέγα σῶμα, οἷον τὸ ἰδικόν του), θὰ ἐνύκτωνε χωρὶς νὰ κατορθωθῇ τίποτε. Ἀλλ᾿ ὁ Χριστοδουλὴς εὐτυχῶς, ὁ παιδικὸς φίλος σου, ἦτο πολὺ σιμότερα εἰς τὴν φελούκαν, ἀπὸ ἐκεῖ ὁποὺ ἦτο χωμένος, μέσα εἰς τοὺς καλαμῶνας. Χωρὶς νὰ διστάσῃ, μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν πάντοτε ὅλην τὴν ἐνδυμασίαν του, ἐκπηδήσας ἀπὸ τὸν καλαμῶνα, ἀπροσδοκήτως, θαυμασίως, ὡς τελευταῖον ἀπομεινάριον ἀρχαίας θεότητος, λιμναίας καὶ ὑδροβίου, ἄγνωστον καὶ νοθογενές, λησμονημένον ἀπὸ δεκαεννέα αἰώνων, διαιτώμενον ἐκεῖ εἰς τοὺς καλαμῶνας, διαφυγὸν τὴν προσοχὴν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ἐρρίφθη κολυμβῶν εἰς τὴν λίμνην. Καὶ μὲ δέκα εἰρεσίας τῶν χειρῶν, μὲ ἄλλα τόσα λακτίσματα τῶν ποδῶν, μὲ τὴν κοιλίαν θίγουσαν κάποτε εἰς τοὺς βάλτους, ἔφθασεν εἰς τὸ μέρος, ὅπου εἶχεν ἐμπλακῆ ἡ βάρκα, ἀνεπήδησε στιβαρῶς ἐπὶ τὴν δεξιὰν πλευράν, ἔδραξε τὴν πρῷραν τῆς σκάφης, καὶ μὲ ἀπίστευτον διὰ τὴν ἡλικίαν του ρώμην, τὴν ἀνεσήκωσε καὶ τὴν ἀπήλλαξεν ἀπὸ τοῦ ἐμποδίου τῶν ὑψηλῶν χόρτων. Εἶτα ἐξέμπλεξε καὶ τὸ κοντάρι ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἐμπλακῆ, καὶ εἶπεν εἰς τὸν Νῖκον: ― Νά, πῶς ν᾿ ἀβαράρῃς! Καὶ τοῦ ἔδειξεν ἐμπράκτως τὸν τρόπον, ρίψας αὐτῷ τὸ κοντάριον. Εἶτα ὤθησε τὴν φελούκαν ἀπὸ τῆς πρύμνης, ἀπομακρύνας αὐτὴν τῶν λιμναίων χόρτων, ὡς καὶ τῶν ρηχῶν, ἐνῷ ἡ Πολύμνια τὸν ἐκοίταζε μειδιῶσα καὶ ἄκουσα τὸν ἐθαύμαζεν, ὑποψιθυρίζουσα: ― Τί παράξενο παιδί! Καὶ τοὺς κατευώδωσε πρὸς τὸ μέρος τῆς καλύβης, ὅπου οἱ δύο συμπόται εἶχαν σηκωθῆ ἔκπληκτοι, μὴ ἐννοοῦντες τί συνέβαινε, καὶ ὁ Λούκας φανταζόμενος τὴν λίμνην ὡς θάλασσαν, ἔλεγε: ― Κανένα δελφίνι θὰ ἔπεσε κοντὰ στὴ βάρκα. ― Φθάνει νὰ μὴν εἶναι κανένα σκυλόψαρο, καὶ σοῦ ἀφανίσῃ τὰ κεφαλόπ᾿λα, καρδάσ᾿, εἶπεν ὁ Παρρήσης. {{αστεράκι|type=3|size=2}} Ὁ Χριστοδουλὴς ἐπέστρεψεν εἰς τὸν καλαμῶνά του, ὅπου, ὁ μπαρμπα-Κωνσταντής, αἰωνία ἡ μνήμη του, ὁ Μιτζέλος, ἀπὸ τοῦ λευκοῦ του οἰκίσκου, τοῦ γειτονεύοντος μὲ τὸν καλαμῶνα, εἶχεν ἰδεῖ τὸ συμβεβηκός, καὶ καλέσας τὸν νέον, ὅστις γυμνωθεὶς προσεπάθει νὰ στεγνώσῃ τὰ ἐνδύματά του ἐπὶ βράχου καίοντος ἀκόμη ἀπὸ τὸ καῦμα τοῦ ἄρτι δύσαντος ἡλίου, τοῦ ἔδωκεν αὐτὸς ἐνδύματα νὰ φορέσῃ. Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιωργός, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, ὁ Κοψιδάκης, ὅστις εὑρίσκετο ἐκεῖ πλησίον μὲ τὰς ὀλίγας ἀμνάδας του, τοῦ ἔδωκε «μίαν εὐχὴ» καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι θὰ ἔχῃ «μεγάλον μισθόν», χωρὶς νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι αὐτὸς ἦτο νοθογενὲς ἀποτόκιον λησμονημένης θεότητος. Καὶ ὁ Λούκας, μαθὼν ἐκ στόματος τῆς Πολυμνίας τὸ μικρὸν συμβεβηκός, κρατῶν εἰς χεῖρας τὴν φλάσκαν, μὲ τὰς ἀπομεινάσας ὀλίγας σταγόνας μοσχάτου, ἔκραζεν ἀπὸ τῆς ἀντιπέραν ὄχθης: ― Στὴν ὑγειά σ᾿, Κ᾿στοδουλή! {{αστεράκι|type=3|size=2}} Πρὸς τί νὰ χάνῃ τις τὴν φιλίαν τῶν φίλων του; Μὴ τυχὸν ἡ Πολύμνια ἦτο διὰ σὲ ἢ δι᾿ ἐκεῖνον; Παιδίον! Αὐτὴ ἦτο μεγαλυτέρα τὴν ἡλικίαν καὶ τῶν δύο σας. Ἀλλὰ πῶς δύναταί τις νὰ γίνῃ ἀνὴρ χωρὶς ν᾿ ἀγαπήσῃ δεκάκις τοὐλάχιστον καὶ δεκάκις ν᾿ ἀπατηθῇ; Τώρα ἡ Πολύμνια ἀπέθανεν ἢ ὑπανδρεύθη; Ἀγνοῶ, ἴσως καὶ σὺ ἐπίσης. Καὶ ὁ Χριστοδουλής; Ἔγινεν ναυτικὸς περίφημος, ἀλλ᾿ ἀπὸ ἐτῶν δὲν ἤκουσές τι περὶ αὐτοῦ. Ἴσως νὰ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καθὼς τόσοι ἄλλοι. Καὶ σύ; Φιλοσοφεῖς, ὡς ἐγώ, καὶ οὐδὲν πράττεις. (1892) [[Κατηγορία:Διηγήματα]] cz9trev5akhh4zesqb8pb7reajkos54